Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017


Machado de Assis

Ρεαλιστική Τριλογία

μετάφραση, πρόλογος, σημειώσεις: Μαρία Παπαδήμα

εκδόσεις Gutenberg (σειρά Orbis Literae)







Η υπέροχη αποδόμηση της ψευδαίσθησης του λογοτεχνικά αληθινού

Διαβάζοντας  τη ρεαλιστική τριλογία του κορυφαίου Βραζιλιάνου συγγραφέα Μασάντο ντε Ασίς (τρία μυθιστορήματα: Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας, Κίνκας Μπόρμπα και Δον Κασμούρο) νιώθεις να επιστρέφεις στους γνώριμους τόπους της καλής λογοτεχνίας. Είδος εν ανεπαρκεία; Κατά μία έννοια ίσως ναι. Ο Μασάντο ντε Ασίς, συγγραφέας με παγκόσμια αναγνώριση (λιγότερο γνωστός στην Ελλάδα) δείχνει με τη γραφή του πως κάποιος  μπορεί να θεωρηθεί κλασικός και ταυτόχρονα νεωτεριστής.
Τα τρία αυτά μυθιστορήματα είναι αντιπροσωπευτικά της δεύτερης περιόδου, της ρεαλιστικής όπως ονομάζεται (η πρώτη χαρακτηρίζεται ως ρομαντική), με τον ρεαλισμό ωστόσο να απέχει από τα σαφή γνωρίσματα του είδους, τουλάχιστον όπως τον κατανοούμε στη λογοτεχνία. Η Μαρία Παπαδήμα, μεταφράστρια της τριλογίας, διευκρινίζει σχετικά στην κατατοπιστική εισαγωγή της στο έργο:

[…]δεν θα πρέπει να αναζητήσει κανείς στα μυθιστορήματα αυτά της ρεαλιστικής περιόδου τον ντετερμινισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς που πρεσβεύει ο ρεαλισμός, διότι σύμφωνα με τον Βραζιλιάνο συγγραφέα πάντα υποβόσκει στη σκιά και στο μυστήριο αυτό που «θα ήταν ανώφελο να εξηγηθεί» και που κάνει τους ήρωές του ζωντανούς οργανισμούς κι όχι σχηματικά και προκαθορισμένα ανθρώπινα πεπρωμένα. Η δεύτερη αυτή περίοδος θα ήταν εντέλει προτιμότερο να αξιολογηθεί με όρους τελειοποίησης της τεχνικής του και εδραίωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και του ύφους του[…]

Η αφήγηση του ντε Ασίς δεν ακολουθεί σχεδόν κανέναν από τους καθιερωμένους -και κοινότοπους αναπόφευκτα- αφηγηματικούς τρόπους, έτσι που τους χρησιμοποιεί όλους μεν (σε μια διαρκή εναλλαγή) αλλά μεταποιώντας τους κατά βούληση. Αν υπήρχε δόκιμος όρος για τον αιφνιδιασμό ως τρόπο αφήγησης, νομίζω θα τον επιλέγαμε χωρίς αμφιβολία. Ιστορεί με μια ολοζώντανη γλώσσα, τόσο κοντά σ’ εκείνες τις παλιές διηγήσεις (που μας ξεγελούσαν για προφορικές), ανοίγοντας κάθε τόσο «διάλογο» με τον φανταστικό του αναγνώστη, απομυθοποιώντας έτσι και αποδομώντας την ψευδαίσθηση της λογοτεχνικής «αλήθειας». Μια σχεδόν συνωμοτική συνομιλία, που κατευθύνει την ανάγνωση παρέχοντας έτσι μια γενναιόδωρη «συμμετοχή» στην αφηγημένη ιστορία. Οι διαρκείς παρεμβάσεις του, οι οποίες στην ουσία εισάγουν νέες εκδοχές/οπτικές της πλοκής αλλά και οδηγούν συχνότερα σε παρεκβάσεις/εγκιβωτισμούς παλαιότερων γεγονότων,  καταργούν την ευθύγραμμη χρονικά, τη γραμμική αφήγηση, γεγονός που ξαφνιάζει αρχικά τον αναγνώστη. Συνειδητοποιεί, όμως, γρήγορα τον εμπλουτισμό της ιστορίας, το ουσιαστικό κέρδος της ανάγνωσης, την οποία δυσκολεύεται να εγκαταλείψει. Η τέχνη του ντε Ασίς είναι σπουδαία.

[…]σου αρέσει η άμεση και πυκνή αφήγηση, το κανονικό ύφος που ρέει, κι αυτό το βιβλίο και το ύφος μου είναι σαν τους μεθυσμένους που πάνε μια αριστερά μια δεξιά, προχωράνε και σταματάνε, γκρινιάζουν, φωνάζουν, ξεσπάνε σε γέλια, απειλούν τον ουρανό, σκοντάφτουν και πέφτουν.

Στην πρώτη ιστορία, Μεταθανάτιες αναμνήσεις του Μπρας Κούμπας, η πρωτοτυπία του θέματος (ο νεκρός πλέον αφηγητής μεταφέρει τη ζωή του κάτω από τη νέα οπτική που απέκτησε με την εμπειρία του θανάτου του), διανθισμένη με μια λεπτή ειρωνεία και πάμπολλες παρεκβάσεις, τοποθετεί σε διακριτή θέση το μυθιστόρημα αυτό στον κόσμο της μεγάλης αφήγησης. Στέκομαι στις υπέροχες εννέα σελίδες (δύσκολα πάντως επιλέγεις απόσπασμα από όλο αυτό το εξαιρετικό ανάγνωσμα), στις οποίες αφηγείται ένα Παραλήρημα. Οι μεταμορφώσεις του Μπρας Κούμπα διαβάζονται με μια ανάσα, και (καθόσον στην τέχνη οι συνειρμοί είναι και επιτρεπτοί αλλά και πολύ ενδιαφέροντες) έρχεται στο μυαλό ο άλλος υπέροχος δημιουργός (της μεγάλης οθόνης αυτός) ο Γούντυ Άλλλεν και οι ευφάνταστες μεταμορφώσεις του στην ευρηματική του ταινία Ζέλινγκ. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ο ίδιος θεωρεί ότι έχει επηρεαστεί από τον Βραζιλιάνο μάστορα του λόγου.


Στην αρχή, πήρα τη μορφή ενός Κινέζου κουρέα, κοιλαρά κι επιδέξιου, που ξύριζε έναν μανδαρίνο, κι αυτός με πλήρωνε για την εργασία μου με τσιμπιές και καραμέλες: ιδιορρυθμία μανδαρίνου.
Αμέσως μετά ένιωσα να μεταμορφώνομαι στη Θεολογική Σύνοψη του Αγίου Θωμά του Ακινάτη, που τυπώθηκε σ’ έναν δερματόδετο τόμο, με ασημένια κλείστρα και γκραβούρες·
[…]ο άνθρωπος[…]κατέβαινε στα έγκατα της Γης, ανέβαινε στα σύννεφα, συμβάλλοντας έτσι στο μυστηριώδες έργο προκειμένου να διατηρείται η αναγκαιότητα της ζωής και η μελαγχολία της αδυναμίας.

Ένα παραληρηματικό κείμενο εδώ που οδηγεί, ωστόσο, σε διατύπωση φιλοσοφικού στοχασμού. Ένα μείγμα εξαίσιο υπερρεαλισμού και φιλοσοφίας του παραλόγου (το θέμα της αδυναμίας του ανθρώπου για εξήγηση μέσα σ’ έναν κόσμο που αδιαφορεί) τόσο πρώιμα όμως, τόσο μπροστά από την εμφάνιση των κινημάτων αυτών, και κυρίως τόσο πριν γίνει αντιληπτή από τη λογοτεχνία η δυνατότητα της μείξης τους.
 Ίσως αυτό το πρώτο μέρος της τριλογίας να είναι και το καλύτερο, αν και διστάζεις να διαλέξεις ανάμεσά τους.

Στη δεύτερη ιστορία, ο Κίνκας Μπόρμπα συνδέεται με το προηγούμενο μυθιστόρημα και καθορίζει τη ζωή του ήρωα, του Ρουμπιάο. Ο ίδιος ο Κίνκας Μπόρμπα δεν ζει πλέον, ως μετενσάρκωσή του όμως θα δούμε τον σκύλο του με το ίδιο όνομα. Εδώ αξίζει να σταθούμε σε μια συνομιλία απρόσμενη, δείγμα αυτών των εικόνων που ο ντε Ασίς μεταφέρει στο έργο του:
Ο θόρυβος απ’ τις φωνές και τις άμαξες ξύπνησε έναν ζητιάνο που κοιμόταν στα σκαλιά της εκκλησίας. Ο κακομοίρης ανακάθισε, είδε περί τίνος επρόκειτο και ξάπλωσε πάλι· τώρα όμως είχε ξυπνήσει για τα καλά και, ξαπλωμένος ανάσκελα, με τα μάτια ανοιχτά, κοιτούσε τον ουρανό. Ο ουρανός τον κοιτούσε κι εκείνος με την ίδια απάθεια, αλλά δεν είχε τις ρυτίδες του ζητιάνου ούτε τα ξεχαρβαλωμένα του παπούτσια ούτε φορούσε τα κουρέλια του· ήταν ένας ουρανός καθαρός, έναστρος, γαλήνιος, ολύμπιος, σαν εκείνον που είχε παρευρεθεί στους γάμους του Ιακώβ και στην αυτοκτονία της Λουκρητίας. Κοιτάζονταν οι δυο τους, σαν να ’παιζαν το ποιος θα γελάσει πρώτος· δύο μεγαλειότητες, αντίπαλες και ήρεμες, χωρίς αλαζονεία και ταπεινοφροσύνη, κι ήταν σαν να ’λεγε ο ζητιάνος στον ουρανό:
-         Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται να μου πέσεις στο κεφάλι.

Κι ο ουρανός στον ζητιάνο:

-         Ούτε εσύ πρόκειται να σκαρφαλώσεις ως εδώ.


Η τρίτη ιστορία, Δον Κασμούρο, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ερωτική, αν ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν της στερούσε τα τόσα άλλα διαφορετικά επίπεδα στα οποία μπορεί να αναγνωσθεί.
Η φιλοσοφική διάθεση ενσωματώνεται περίτεχνα στα γεγονότα της πλοκής, το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης (όπως και στην πρώτη ιστορία) επιτρέπει την καταβύθιση στον κόσμο του ήρωα, οι περιγραφές και η εμμονή στις λεπτομέρειες δικαιολογούνται σαν
ένας τρόπος να γράψεις για την ουσία σου, να τη διηγηθείς χωρίς να παραλείψεις τίποτα, ούτε καλό ούτε κακό.
Το ανατρεπτικό της τέλος, άλλο ένα δείγμα πρώιμης νεωτερικής γραφής, την αναδεικνύει σε μια από τις καλύτερες αφηγημένες ιστορίες. Αλλά και η εικόνα στο κεφάλαιο Ο κουρέας σε κάνει να σκεφτείς πως, αν ζούσε σήμερα ο ντε Ασίς, μια τέτοια ιστορία, όπως αυτή του κουρέα που παίζει το βιολί του, θα διεκδικούσε τα εύσημα ενός εξαιρετικού μικροδιηγήματος.

Ρεαλιστική η τριλογία, ρεαλιστική και υπερρεαλιστική ταυτόχρονα η γραφή του ντε Ασίς, μας μεταφέρει σε διαφορετικά τοπία αφηγημένου λόγου, με την υποκειμενικότητα του μοντερνισμού, με την υπερβατικότητα της αμφισημίας (μαγικός εδώ ο ρεαλισμός), με την πρωτοτυπία του ύφους. Και όλα αυτά γραμμένα τον 19ο αιώνα. Μια γραφή που δεν μπορείς να την κατατάξεις εύκολα. Πρώιμος εκπρόσωπος του μοντερνισμού ο ντε Ασίς; Ρεαλιστής, όπως τον θέλει ο τίτλος της τριλογίας του; Ίσως οι μεγάλοι συγγραφείς να αποτελούν μια κατηγορία από μόνοι τους.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/realistiki-trilogia/)