Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Καρμπόν μυθιστόρημα του Γιώργου Κούβα εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/carbon/


Καρμπόν

μυθιστόρημα

του Γιώργου Κούβα

εκδόσεις Κίχλη
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/carbon/




μια ζωή «αποδημητική»

[…] καθένας από εμάς ζει ταυτόχρονα δύο ζωές. Η πρώτη, η πραγματική, είναι αυτή που βιώνει η ύπαρξή μας μέσω των συναισθημάτων μας. Η δεύτερη, η αποδημητική όπως τη βάφτισα εγώ, είναι η ζωή που πλάθουμε για εμάς σ’ έναν εικονικό κόσμο μεταξύ ονείρου και φαντασίας, και περιλαμβάνει όλα τα πράγματα που λαχταρούμε να ζήσουμε.

Ζωή πραγματική, ζωή φαντασιακή, αλληλοσυμπληρούμενες εικόνες. Αυτό που ζεις και αυτό που λαχταράς να ζήσεις. Αυτό το τελευταίο χτίζεται μέσα από νοητικούς μηχανισμούς, και το περιεχόμενό του εμπλουτίζεται καθώς προχωράει η άλλη ζωή όλο και πιο πολύ στην καθημερινή της πεζότητα. Την πραγματικότητα τη διυλίζουμε μέσα από τα συναισθήματα, τον εικονικό κόσμο τον χτίζουμε με τον νου. Ο ήρωας της ιστορίας του Γιώργου Κούβα φαίνεται αποφασισμένος να επιλέξει ανάμεσα στις δύο εκδοχές της ζωής. Και επιλέγει τη δεύτερη, την αποδημητική, όπως εύστοχα την ονομάζει, γιατί μέσω αυτής καθίσταται δυνατή και η μακροημέρευση της πρώτης. Ξεφεύγοντας από το περιβάλλον της πραγματικής ζωής εισχωρεί στον εικονικό κόσμο, τον χώρο των επιθυμητών πραγμάτων παρέχοντας στον εαυτό του την πληρότητα της ύπαρξης. Η επινόηση του συγγραφέα ενδιαφέρουσα έως και ανατρεπτική: η εισχώρηση στο εικονικό περιβάλλον δεν θα γίνει μέσω μιας νοητικής διεργασίας αλλά μέσω μιας αίσθησης, της ακοής. Έτσι, κατά τη συγγραφική λογική, οι δύο ζωές θα ενωθούν, όπως δένει ομαλά το υπαρκτό με το φαντασιακό. Σ’ αυτή την ένωση επάνω δομείται όλη η ιστορία.

Ο Άρης Κοντός γεννιέται χωρίς κανένα, όπως λέει, γονίδιο κοινωνικότητας. Έτσι ερμηνεύει την ιδιαίτερη σχέση που έχει με τους ήχους. Άλλωστε άργησε ως παιδί να μιλήσει αλλά και όταν το έκανε προτιμούσε τη σιωπή και την απομόνωση. Λατρεύει όμως να συναρμολογεί παζλ και, φυσικώ τω τρόπω, εργάζεται ως συναρμολογητής σε εταιρεία επίπλων. Μετά από ένα ατύχημα στη δουλειά αποκτά ένα καρούμπαλο πίσω από το αυτί και μια όξυνση της ακοής του έξω από τα ανθρώπινα μέτρα. Μπορεί πλέον να ακούει τους χαμηλούς ήχους, τους ψιθύρους από τα άλλα πατώματα, μπορεί να «παρεμβαίνει» ακάλεστος στη ζωή τους. Όσο κι αν αυτή η εισβολή των ήχων είναι δυσάρεστη, του προσδίδει μια αίσθηση δύναμης που ως τότε του έλειπε.

Συνειδητοποίησα ότι, εφοδιασμένος με το όπλο της υπερανθρώπινης ακοής, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ. Μου έδινε ένα προβάδισμα απέναντι σε οποιονδήποτε με πλησίαζε.

Παρακολουθώντας μέσω των ήχων τη ζωή του γείτονά του, Φίλιππου Ροδόπουλου, διάσημου ζωγράφου, αρχίζει να μεταπηδά από την κρυφακοή στη μίμηση της ζωής του άλλου. Αρχικά με τη διαρρύθμιση του διαμερίσματός του, ώστε να γίνει ένα πανομοιότυπο αντίγραφο του σπιτιού του ζωγράφου, κατόπιν με αντιγραφή των συνηθειών του, ακόμη και με μια άτεχνη μίμηση της ζωγραφικής του. Λες και στη ζωή του άλλου πάτησε με καρμπόν το προσωπικό του αντίγραφο. Η ιδεολογική θεώρηση του εγχειρήματος σχεδόν έτοιμη στο μυαλό του, ικανή να δικαιολογήσει τη διαγραφή της αληθινής του ζωής και την υποκατάστασή της με τη δανεική, αυτήν που υποκλέπτει.

Γιατί δηλαδή είναι κακό να μεταπηδήσω σ’ έναν κόσμο χτισμένο από κάποιον άλλο; Χρειάζονται πάντως κότσια για να πηδήσεις μέσα σ’ έναν πίνακα. Δεν είναι μια απλή απόφαση. Πρέπει να προηγηθεί η παραδοχή ότι ο κόσμος όπου θα ήθελες να ζήσεις δεν είναι κάτι το απρόσιτο· είναι δίπλα σου, και το μόνο που απαιτείται είναι ένα παράτολμο σάλτο.

Το έδαφος ήταν λειασμένο από νωρίς, από την παιδική του ηλικία, τότε που τον συνέκριναν  με τον παππού του και έβρισκαν ότι του έμοιαζε εμφανισιακά. Όσο του έλεγαν όμως «Φτυστός ο παππούς σου είσαι, Άρη», τόσο αυτός εντόπιζε τη διαφορά του πρωτοτύπου από την απομίμηση, κυρίως στη ζωντάνια και την εκλέπτυνση της εμφάνισης του παππού και στο άχρωμο αποτέλεσμα που εν συνόλω έδινε εκείνος. Τώρα του δίνεται η ευκαιρία να ενδυθεί τη ζωή του προτύπου του, να γίνει ο Φίλιππος Ροδόπουλος που περιτριγυρίζεται από όμορφα μοντέλα και κάνει χλιδάτα πάρτυ με τους πλούσιους φίλους του, μόλις έναν όροφο πάνω από το κεφάλι του. Εύκολα μπορεί να εισχωρήσει και στο σπίτι και στη ζωή του. Φυσικά όταν η αντιγραφή αυτή δεν θα μείνει μόνο στη φαντασία του αλλά θα αποκτήσει και υπόσταση υλική, θα μεταλλαχθεί η μίμηση σε μια ιδιότυπη πλαστοπροσωπία. Όσο κι αν αγγίζει πλέον τα όρια του αθέμιτου και του παράνομου, ο ίδιος επιτέλους κερδίζει μια επωνυμία με όλα τα χαρακτηριστικά που τον ελκύουν.

Το σκηνικό του διαμερίσματός μου δεν θύμιζε πια σε τίποτα το παλιό εργένικο οχυρό. Και όσο κι αν το ατελιέ δεν κάνει τον ζωγράφο, και μόνο που κυκλοφορούσα εκεί μέσα, ένιωθα αλλαγμένος. Κάθε αντικείμενο που είχα προσθέσει μου έδινε πόντους αυτοπεποίθησης. Κι ολοένα το βελτίωνα. Έβγαλα όλες τις κουρτίνες από τα παράθυρα κι έγινα αέρινος. Άφησα μια διαφανή σαμπανιέρα στο υπνοδωμάτιο και αισθάνθηκα οινογνώστης. Δυο καλαθωτές καρέκλες στο μπαλκόνι κι ήμουν ταξιδευτής. Δυο ποπ γκραβούρες στο σαλόνι μ’ έκαναν διανοούμενο.[…] Μου φαινόταν πως όλες αυτές οι αλλαγές χάραξαν πορεία ανάδυσης στο υποβρύχιό μου. Αν συνέχιζε έτσι, σε λίγο καιρό θα έπλεε πλέον στ’ ανοιχτά, σαν κρουαζιερόπλοιο.


Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η απολύτως εξομολογητική νότα στη γραφή, η εναλλαγή του δραματικού με το κωμικό στοιχείο, προσδίδουν στην  ιστορία μια αφοπλιστική αληθοφάνεια, όσο κι αν ο συγγραφέας οδηγεί με το εύρημά του σε εξωρεαλιστικό / εξωανθρώπινο  τοπίο. Ο υπαρξιακός χαρακτήρας του θέματος τοποθετεί το «Καρμπόν» στον μεταιχμιακό χώρο ανάμεσα στα αφηγήματα που διαχρονικά ερευνούν τα όρια του επιθυμητού στη σύγκρουσή του με το ατελές καθημερινό του βίου και σ’ αυτά που με σύγχρονο προβληματισμό μας οδηγούν σε νέους ορίζοντες αναζήτησης των εσώτερων επιθυμιών. Ποιοι θα είναι οι στόχοι του ανθρώπου, σ’ έναν κόσμο που αποθεώνει τα αντίγραφα (προσώπων, ιδεών, πολιτικών συστημάτων, απολαύσεων και επιθυμιών), όταν όλα θα τα έχει ζήσει και θα τα έχει απαξιώσει; Σε ποια πρότυπα θα στραφεί και με ποιον τρόπο θα θελήσει να τα ενσωματώσει στον εαυτό του, όταν όλα γύρω του ως αξιακοί στόχοι θα έχουν καταρρεύσει; Και, η όποια επιλογή του θα έχει τη σφραγίδα του θεμιτού ή του αθέμιτου; Μήπως τα όρια, τα οποία θα υπερβεί ο ήρωας του «Καρμπόν», δεν είναι τόσο μυθοπλαστικά αποκυήματα της συγγραφικής φαντασίας;

Ο ήρωας έχει απόλυτη συνείδηση του δρόμου που έχει χαράξει, και αυτό είναι το πλέον συγκλονιστικό στην ιστορία του. Όπως μεταβαίνει από την απλή (και ίσως συγκαταβατικά κατανοητή) μίμηση προς την ιδιοποίηση του ξένου ρόλου ομολογεί:

[…] πασχίζοντας για μια έσχατη λύση, πήρα τη θαρραλέα απόφαση: να κάνω τη ζωή του κούφιου ζωγράφου δούρειο ίππο μέσω του οποίου θα τολμούσα τη μεγαλειώδη έξοδο από τη μετριότητα.

Το αν θα τα καταφέρει ή όχι να ξεφύγει από τη μέτρια ζωή του είναι ένα από τα ερωτήματα του βιβλίου. Ίσως η μεγαλύτερη κατάκτησή του να είναι η συμφιλίωσή του με το δικό του όνομα στο τέλος του βιβλίου.

Το όνομά μου είναι Άρης Κοντός

Μέχρι να φτάσει, όμως, σ’ αυτό το σημείο έχει περάσει πολύς χρόνος, και ταυτόχρονα έχουμε πολλές εναλλαγές στην πλοκή αυτού του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου. Είναι σημαντικό για τα σημερινά λογοτεχνικά πράγματα να συναντάς ένα μυθιστόρημα με χαρακτήρες, με πλοκή, με θέμα πάνω απ’ όλα. Και να μη θεωρηθεί αυτό το τελευταίο υπερβολή. Αυτή η ελάχιστη αλλά αναγκαία και ικανή συνθήκη προκειμένου να γραφεί μια ιστορία δεν συμπεριλαμβάνεται πάντα δυστυχώς στις προδιαγραφές μιας συγγραφής. Ο Γιώργος Κούβας, όμως, με το «Καρμπόν» του «ξαναδιαβάζει» τις βασικές αρχές ενός μυθιστορήματος. Και πετυχαίνει τον στόχο του. Αν μάλιστα ληφθεί υπ’ όψη ότι πρόκειται για το πρώτο του μυθιστόρημα, τότε το όλο εγχείρημα αποκτά νομίζω και άλλη αξία.



Διώνη Δημητριάδου