Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

Η ένατη ώρα του Πέτερ Χούχελ σε μετάφραση και εισαγωγή του Θεοδόση Κοντάκη εκδόσεις βακχικόν σειρά Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/i-enati-wra/


Η ένατη ώρα

του Πέτερ Χούχελ

σε μετάφραση και εισαγωγή του Θεοδόση Κοντάκη

εκδόσεις βακχικόν

σειρά Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/i-enati-wra/




Πέτερ Χούχελ – ο σημαντικός εκπρόσωπος της μεταπολεμικής γερμανικής ποίησης



Η Ένατη ώρα είναι η τελευταία ποιητική συλλογή του Πέτερ Χούχελ (1903, Βερολίνο-1981, Φράιμπουργκ). Εκδόθηκε δύο χρόνια πριν τον θάνατό του και θεωρείται το κορυφαίο έργο του. Η λογοτεχνική του παρουσία χρονολογείται από τη δεκαετία του 1930. Σημαντική η παρουσία του μετά το 1945, οπότε εξέδωσε τέσσερις συλλογές ποιημάτων («Gedichte» το1948, «Chausseen» το 1963, «Die Sternenreuse» το 1967, «Gezahlte Tage» το 1972). Υπήρξε από το 1949 ως το 1962  αρχισυντάκτης του περιοδικού Sinn und Form (Έννοια και Μορφή). Το 1971 εγκατέλειψε τη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας, κάτι αναμενόμενο μετά από τη δυσμένεια στην οποία περιήλθε λόγω της συγγραφικής του δράσης (το περιοδικό Sinn und Form διακρινόταν για τον αντιδογματισμό του). Εγκαταστάθηκε στη Δυτική Γερμανία, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Θεωρείται ένα από τους σημαντικότερους Γερμανούς ποιητές της μεταπολεμικής εποχής.

Αυτήν ακριβώς την εποχή διακρίνουμε στους Γερμανούς ποιητές την τάση να μιλήσουν για το βάρος που φέρουν μέσα τους, ως απότοκο της περασμένης δεκαετίας, βάρος μιας ενοχικής συμμετοχής που συμπεριέλαβε στη συνείδηση του μέσου ανθρώπου όλους ανεξαιρέτως τους Γερμανούς και τους χρέωσε την εκούσια ενεργητική ή την ακούσια παθητική σύμπραξη με  τα εγκλήματα του Ναζισμού. Συναντάμε, έτσι, ποιητές που προβάλλουν τα αναπάντητα εσωτερικά τους ερωτήματα σε μια ποίηση προβληματισμού. Για παράδειγμα ο Heinz  Piontek  το 1962, σε ώριμη ηλικία, γράφει για τη γενιά του και δηλώνει:

und kurzen  Prozess wird man machen

mit seinem gewöhnlichen Blut



(σύντομα θα ξεμπερδέψουμε

με το δικό τους αίμα –απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)



Ο Χούχελ επιλέγει περισσότερο ελεγειακό στυλ γραφής και ακολουθεί τη γερμανική παράδοση που θέλει πρωταρχικά την παρατήρηση της φύσης και την άντληση από αυτήν των ποιητικών εικόνων. Η ποίησή του δημιουργεί ένα αισθητικό αντίβαρο στον απελπισμένο κόσμο, όχι προσφέροντας ελπίδα και ευοίωνη προοπτική, αλλά καθοδηγώντας τη ματιά του σύγχρονου ανθρώπου προς την εσωτερική διεργασία των μηνυμάτων του κόσμου που τον περιβάλλει, σε μια απόπειρα να δείξει ότι στο κέντρο των εξελίξεων βρίσκεται το Υποκείμενο, που μόνον παθητικό δεν επιτρέπεται να στέκει.

Γράφει στο ποίημα Psalm (Ψαλμός), 1963:

Und nicht erforscht wird werden

ein Geschlecht,

eifrig bemüht,

sich zu vernichten.



(Και ούτε θα διερευνηθεί

κείνη η γενιά

που πρόθυμα πολύ

πάει να καταστραφεί –απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)



Η «Ένατη ώρα» είναι η πιο ώριμη ποιητική κατάθεση του Χούχελ. Σ’ αυτήν κατασταλάζουν όλες οι προηγούμενες εκδοχές της γραφής του. Στρέφεται περισσότερο στην παρατήρηση του ανθρώπου, που μοναχικά μέσα σ’ έναν κόσμο απειλούμενο με ηθική σήψη και διάλυση ιχνηλατεί την πορεία του, σε πλήρη συνειδητοποίηση της θέσης του και ίσως της αδυναμίας του να παρέμβει δραστικά. Δεν είναι, άλλωστε, καθόλου τυχαίος ο τίτλος, κάτω από τον οποίο στεγάζει τα τελευταία του αυτά ποιήματα. Η Ώρα η Ενάτη είναι στη θρησκευτική της εκδοχή η τελευταία ώρα του Χριστού, αυτή που σηματοδοτεί και τη στιγμή που εγκαταλείπει το φθαρτό του περίβλημα. Είναι, λοιπόν, σημειολογικά η ώρα της μεταπήδησης από τη μια κατάσταση στην άλλη, η εκπνοή μιας προθεσμίας, θα μπορούσαμε να πούμε πιο κοντά στα δικά μας τα ανθρώπινα διαστήματα, η ώρα της συνειδησιακής αποτίμησης της πορείας μας στον κόσμο. Ο Χούχελ προκειμένου να γίνει αντιληπτή αυτή η κατάσταση θα επιστρατεύσει βιβλικούς όρους, θα παραπέμψει σε θρησκευτικά κείμενα, παράλληλα με τη μνεία ιστορικών γεγονότων και τη (διαρκή στην ποίησή του) αναλογία με τον φυσικό κόσμο. Εδώ μερικά ποιητικά δείγματα:




[…]

Το Κρυμμένο

κάτω απ’ τα νύχια των βράχων,

το άνοιγμα στη νύχτα,

η αγωνία του θανάτου

σαν τσουχτερό αλάτι μες στη σάρκα.



Ας κατεβούμε

με τη γλώσσα των αγγέλων

στα σπασμένα κεραμίδια της Βαβέλ.



(Συνάντηση)





Μην ψάχνεις για πέτρες

στο νερό πάνω απ’ τη λάσπη,

η βάρκα έφυγε,

το ποτάμι

δεν είναι πια σημαδεμένο

με δίχτυα και ψαροκόφινα. Το φυτίλι του ήλιου,

το κίτρινο λουλούδι του βάλτου σβησμένο μες στη βροχή.



Μόνο η ιτιά μαρτυρά,

στις ρίζες της

είναι κρυμμένα τα μυστικά των αλητών,

οι θλιβεροί τους θησαυροί,

το σκουριασμένο αγκίστρι,

ένα μπουκάλι γεμάτο άμμο,

ένα τενεκεδάκι δίχως πάτο

για να κρατάνε μέσα

συνομιλίες ξεχασμένες από καιρό.



Στα κλωνιά

οι άδειες φωλιές απ’ τις παπαδίτσες,

παπούτσια ελαφρά σαν πουλιά.

Κανείς δεν τα περνά, μαλακά

πάνω απ’ τα πόδια των παιδιών.



 (Ανατολικό ποτάμι)





Η κάψα κεντά μες στην πέτρα

τον λόγο του προφήτη.

Ένας άντρας ανεβαίνει,

με κόπο, τον λόφο·

στο δισάκι του μέσα

η ένατη ώρα,

το καρφί και το σφυρί.

Η στεγνή στίλβη από ένα κοπάδι κατσίκια

σκίζει τον αιθέρα

και πέφτει, σα σπίθα, πίσω απ’ τον

ορίζοντα.



(Η ένατη ώρα)





[…]

Το σκοτάδι κορφολογούσε τα δέντρα,

κατέβηκε το κοφίνι με το χώμα.

Ακόμα κείτονταν νεκροί στην ξερή πεδιάδα.

Κορμούς έκοβαν οι πεζικάριοι,

το ασβεστοκάμινο κάπνιζε.

Μες στις λόχμες πήγα, έσπρωξα την άμαξα,

καταδικασμένος

την παλιά αθλιότητα να βλέπω

να φτάνει μέχρι την εκμηδένιση του νου.



(Ο αιρετικός από την Πάδουα, IV.)



Η «Ένατη ώρα» του Πέτερ Χούχελ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις βακχικόν στη σειρά Ποίηση απ’ όλο τον κόσμο. Να σημειωθεί η αγάπη των συγκεκριμένων εκδόσεων για την ποίηση, ελληνική και ξένη, με πολλές νέες παρουσίες στον ελληνικό χώρο αλλά και με προσεγμένες επιλογές από την ξένη ποίηση (γνωστή στην Ελλάδα αλλά και άγνωστη στο ευρύ κοινό). Να θυμίσουμε εδώ τα Ανθολόγια ποιητών, όπως του Τουρκοκύπριου Μεχμέτ Γιασίν, του Γάλλου φιλοσόφου Μισέλ Ντεγκύ, του Αμερικανού Τζέιμς Ράιτ, τα δύο τελευταία σε πρώτη ελληνική έκδοση ανθολογημένης παρουσίασης.




Η τωρινή έκδοση της «Ένατης ώρας» του Χούχελ έρχεται να καλύψει ένα κενό στην επαφή του ελληνικού κοινού με την ποιητική κατάθεση των Γερμανών της μεταπολεμικής εποχής. Μακάρι να ακολουθήσουν και άλλοι εκπρόσωποι αυτής της πολύ σημαντικής και ενδιαφέρουσας (από πολλές απόψεις) ποιητικής γραφής.



Διώνη Δημητριάδου