Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Μια ανθολόγηση από το βιβλίο "Ψυχή Ανεμόεσσα Διηγήματα και άλλα… " της Σαβίνας Μαντζαβινάτου εκδόσεις Μανωλάκος (επιλογή- επιμέλεια- σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου) μαζί με πίνακες του Paul Klee



 
Μια ανθολόγηση από το βιβλίο


"Ψυχή Ανεμόεσσα
  Διηγήματα και άλλα… "
της Σαβίνας Μαντζαβινάτου
εκδόσεις Μανωλάκος
(επιλογή- επιμέλεια- σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου)
μαζί με πίνακες του Paul Klee






Μια συλλογή που περιλαμβάνει διηγήματα (μικρά και μεγάλα) και ποιήματα. Όλα προσωπικές καταθέσεις γεμάτες ειλικρίνεια, άλλες ιστορίες αληθινές (από τον τόπο της καταγωγής της, την Κεφαλονιά) άλλες επινοημένες. Όλες με την ευθύτητα που τη χαρακτηρίζει και ως άνθρωπο. Με μια γλώσσα που διαμορφώνεται ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε κειμένου, δείχνοντας την τέχνη της γραφής της. Με λυρισμό, με ρεαλισμό, με χιούμορ συχνά. Μια ισορροπία προσεγμένη ανάμεσα στη συγκίνηση, που διαφαίνεται πίσω από τις λέξεις, και στη σκληρή πραγματικότητα, που απαιτεί προσγείωση. Μικρές προτάσεις, περιεκτικές νοήματος, με σαφή γνώση του περιττού, λέξεις επιλεγμένες ώστε να αποδίδουν το μέγιστο μέσα από το ελάχιστο. Και ένα κατακόκκινο εξώφυλλο με ένα λιτό σχέδιο (της ίδιας) σε μια ακόμη ισορροπία του θερμού πάθους (ως αίσθησης που αποπνέει το βιβλίο ολόκληρο) και της απλής φόρμας που η συγγραφέας ακολουθεί, από επιλογή όπως φαίνεται.
Και κάτι σημαντικό. Οι εισπράξεις του βιβλίου διατίθενται για τους σκοπούς της «Home Start Hellas» (To Home-Start είναι ένα πρόγραμμα το οποίο απευθύνεται σε οικογένειες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή βρίσκονται κάτω από πίεση και έχουν ένα τουλάχιστον παιδί προσχολικής ηλικίας http://www.homestart.org.gr/).
Διώνη Δημητριάδου



Εδώ κάποια δείγματα από το βιβλίο:




Ο διάδρομος δεξιά



Ήταν παράξενη γυναίκα. Όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν της άρεσε να παρατηρεί τα πάντα. Στο λεωφορείο, στο τρένο, στην καφετέρια παντού. Ώρες ώρες της μιλούσαν οι φίλες της, μα εκείνη δεν άκουγε, έφτιαχνε ιστορίες με τα αντικείμενα και με τα πρόσωπα των ανθρώπων που έβλεπε, με τις κινήσεις τους, με τα ρούχα που φορούσαν ,με τα λόγια που τύχαινε να ακούει, με τον τρόπο που σήκωναν το φλιτζάνι τους για να ακουμπήσουν στα χείλη τους τον καφέ, με τα πάντα. Αυτός είναι δυστυχής, αυτός χαζοχαρούμενος, αυτή ψηλομύτα, αυτή η φωτογραφία στον τοίχο αποπνέει μια ατμόσφαιρα χαρμολύπης… Για δες πώς κρατάει το δίσκο αυτή η σερβιτόρα…

Κοίταζε με μιαν αδιόρατη λύπη τα ζευγαράκια που περνούσαν από το δρόμο να κάνουν τις γλύκες τους, τους μοναχικούς περαστικούς με συμπάθεια, τα χρώματα στις φυλλωσιές των δέντρων που λικνίζονταν στον αγέρα με θαυμασμό.

Γενικά ενδιαφερόταν περισσότερο για τα άψυχα παρά για τα έμψυχα.

-Τα άψυχα κακώς τα λέμε άψυχα. Έχουν το δικό τους είδος ψυχής, έλεγε επηρεασμένη από την Αριστοτελική λογική, που ήταν θιασώτης της.

Τη συνήθεια της παρατήρησης την είχε κληρονομήσει από τον πατέρα της.

 -Παρατηρώντας γνωρίζεις τη ζωή, της έλεγε, επηρεασμένος και αυτός από τη φιλοσοφική απορία, δάσκαλος αυτός, δασκάλα και εκείνη. Είναι αλήθεια ότι το δασκαλίκι σού κολλάει αυτό το κουσούρι.

Και τώρα καθισμένη στο σαλόνι του γιατρού είχε πολύ ψωμί.

Απέναντί της μια μεσόκοπη κυρία κάτι διάβαζε αγωνιωδώς και κοιτούσε το ρολόι της ασταμάτητα.

Αδύνατη, λυγερή αλλά μόνη, τα μάτια της το μαρτυρούσαν. Κοιτούσε την υπόλοιπη πελατεία, τις στιγμές που έπαιρνε τα μάτια της από τα χαρτιά της, σαν με ζήλεια.

Βλέπεις, ζευγάρια οι περισσότεροι, δυο φίλες παραδίπλα, μια μητέρα με το γιο της ,ένας άντρας στο βάθος, γκριζαρισμένοι κρόταφοι, κουστουμιά στην τρίχα με ένα τικ που τον ανάγκαζε συχνά να ρουφάει τη μύτη του. Με περιέργεια κοιτούσε ένα αγαλματίδιο που στέκονταν στο μεσιανό τραπέζι, αυτός έχει αισθητική, σκέφτηκε, φαντάσου πόσο δυστυχής αισθάνεται που το τικ του εκπέμπει κακόφωνους ήχους.

Όλοι περίμεναν τη σειρά τους.

Το μυαλό της βρήκε χρόνο και υλικό για να θριαμβεύσει και πάλι.



-Περάστε στο διάδρομο δεξιά, ακολουθήστε τις πινακίδες προς άλλη διάσταση, ακούστηκε μια φωνή.

-Περιμένετε τη σειρά σας στο ασανσέρ.

 Η πόρτα του άνοιξε και μια άυλη ονειρική φιγούρα έγνεψε στην πρώτη δεκάδα να περάσει, μετά στη δεύτερη, στην τρίτη και τέλος. Το ασανσέρ ανέβαινε ψηλά, πολύ ψηλά, τόσο που έχασαν τη διάσταση του ύψους. Όταν έφτασε στον προορισμό του και βγήκε και ο τελευταίος, η φιγούρα χαμήλωσε και τους ανέβασε στην άυλη ύλη  της.

Στο μεταξύ όλοι μίκραιναν λίγο κατ’ ολίγο, ώσπου το σώμα τους χάθηκε, έγιναν αερικά, με άγνοια αντίληψης του χωροχρόνου.

-Περάστε στον πρώτο διάδρομο αριστερά, ακούστηκε η  φωνή και η φιγούρα εξαφανίστηκε με μιας.

Ανάλαφροι μπήκαν σε χώρο ζεστό, φιλόξενο, γεμάτο λουλούδια χρυσά, ακίνητα σα να ’ταν ζωγραφιστά Η ατμόσφαιρα μοσχομύριζε αρώματα.

Μια φωνή γλυκιά ακούστηκε σα να ’βγαινε από ασώματο σώμα.

-Καλώς ήρθατε στην αιωνιότητα.



-Κυρία Χαραμή, περάστε, ακούστηκε η φωνή του γιατρού. Σαν υπνωτισμένη σύρθηκε στο γραφείο του.

Την κοίταξε κατάματα τον κοίταξε και αυτή, άσσος στην παρατήρηση.

-Εντάξει γιατρέ, πρώτος διάδρομος δεξιά.






Ο Άρχοντας



Ο μπάρμπα Πέτρος ο Χαράρας ζούσε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς. Χαράρας ήταν το παρατσούκλι του, γιατί έδινε σε όλο τον κόσμο χαρά και αγάπη. Ήταν αγνός και καθαρός σαν το γάργαρο νερό, δεν είχε πειράξει ούτε κουνούπι.

Έρχεται ο Άρχοντας, φώναζαν σαν τον έβλεπαν να κατεβαίνει στο μαρκάτο*. Άρχοντας όχι στην τσέπη, μα στην καρδιά. Δεν ήταν πλούσιος, μα διατηρούσε αρκετά κτήματα που έφταναν για να ζει με την οικογένειά του  -τέσσερα παιδιά και τη γυναίκα του- και να προστρέχει για βοήθεια όπου υπήρχε χρεία.

Ώσπου ήρθε ο πόλεμος του ’40. Πήρε την οικογένειά του και πήγαν για να ζήσουν στα κτήματα, που είχε ένα αγροτικό σπίτι και αποθήκες για τα σιτηρά. Το σπίτι διέθετε και ένα υπόγειο, όπου φύλαξε το αλεύρι του και άλλα καλούδια που του είχε δώσει η γη. Περίμενε την κατοχή που ήταν σίγουρος πως θα ’ρθει. Νύχτα έπαιρνε το γαϊδουράκι του και κρυφά πήγαινε σε σπίτια που ήξερε ότι πεινούσαν οι φαμίλιες τους.

Σαν ήρθαν οι Γερμανοί στο νησί, τα πράγματα σκλήρυναν. Οι πραμάτειες του λιγόστεψαν, μα πάντα είχε μια κρυψώνα που κανείς δεν μπορούσε να τη βρει και ποτέ δεν πείνασαν τα παιδιά του, ούτε και οι σέμπροι* του, που περιστοίχιζαν με τις καλύβες τους το αφεντικό.

Μια νύχτα, βαρυχειμωνιά, άκουσε κρότο στην πόρτα και με φόβο πήγε να ανοίξει. Τρομαγμένος είδε ένα Γερμανό στρατιώτη, μες στα αίματα, ημιθανή, και τον τράβηξε μέσα στην κάμαρη. Ο στρατιώτης, που ήταν Αυστριακός, με τα λίγα ελληνικά του τον παρακάλεσε να μην τον καταδώσει. Ήταν φυγάς… Ο μπάρμπα Πέτρος και η γυναίκα του τον κράτησαν στο σπιτάκι ενός σέμπρου, ώσπου τον έκαναν καλά, και κρυφά τον φυγάδευσαν στην κορυφή ενός χωριού που δεν πάτησε ποτέ ο κατακτητής. Μετά από πολλούς μήνες, όταν τελείωσε ο πόλεμος, του ήρθε ειδοποίηση από το ταχυδρομείο ότι έχει δέμα. Πήγε και τον περίμενε ένα μπαούλο γεμάτο με κουβέρτες, πλεκτά τραπεζομάντιλα και ρούχα, γυναικεία και αντρικά. Σε ένα σημείωμα διάβασε στα ελληνικά: Μου έσωσες τη ζωή, δέξου ένα ευχαριστώ, ανάξιο της προσφοράς σου.

Ο πόλεμος είχε τελειώσει, μα άρχισε ο χειρότερος, ο εμφύλιος. Ο μπάρμπα Πέτρος είχε από πάππου προς πάππου μιαν ιδεολογία, ήταν δεξιός. Στην καρδιά του, όμως, ήταν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Οι αντάρτες συγχωριανοί του ποτέ δεν τον πείραξαν, μα και αυτός είχε ανοιχτή την αποθήκη του και πριν ανέβουν στο βουνό τούς προμήθευε ό,τι μπορούσε.

Δεν τους φοβόταν, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες, έκανε το καθήκον του σαν άνθρωπος, όπως το έκανε και με τους δεξιούς, που τάιζε τα παιδιά τους κρυφά στη γειτονιά.

Κάποια μέρα έφτασαν στο νησί και οι ταγματασφαλίτες. Απαγόρεψαν στους ντόπιους να κυκλοφορούν το βράδυ πέραν κάποιας ώρας.

Για κακή τύχη του Πέτρου, καθώς γύριζε από το κτήμα στο σπίτι του με το κάρο, που το έσερνε το άλογό του, σπάει η ρόδα και κατέβηκε να τη μαστορέψει πρόχειρα, ίσαμε να τον πάει στο σπίτι. Η ώρα της κυκλοφορίας είχε περάσει και τον τσάκωσαν οι ταγματασφαλίτες. Τον αρπάζουν από το λαιμό και πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Του ’δωσαν τόσο ξύλο, όσο θα είχαν φάει από τους πατεράδες τους, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται τέτοια βαναυσότητα. Ματωμένο και σκεβρωμένο τον πήγαν στους χωροφυλάκους.

Μα αυτοί δεν τόλμησαν να τον πειράξουν. Του έπλυναν τις πληγές και τον πήγαν οι ίδιοι στο σπίτι του, στον κάμπο. Ο μπάρμπα Πέτρος μετά από αυτό το περιστατικό δεν άλλαξε ιδεολογία, αλλά δεν άλλαξε και στάση ζωής ίσαμε το τέλος του πολέμου.

Γίνηκε για το Ληξούρι κάτι σαν άγιος και όλοι έπιναν νερό στο όνομά του. Αυτή η λατρεία κρατάει ίσαμε τώρα.

* μαρκάτο = αγορά

* σέμπροι= εργάτες



Σημείωση: Ο μπάρμπα Πέτρος ήταν ο παππούς μου, ο πατέρας της μητέρας μου. Έχω την ευχή του και δεν φοβάμαι τίποτα, μόνο την ανθρώπινη κακία.




J’ entends encore



Ξάπλωσε στο ζεστό της κρεβάτι. Η νύχτα σκέπασε το δωμάτιο. ΄Τώρα είχε την ευκαιρία να δώσει την όψη που ήθελε στα αντικείμενα που στόλιζαν την κάμαρή της.

Το κομοδίνο έγινε φεγγάρι, οι κουρτίνες κύματα της θάλασσας, το καρπέτο αμμουδιά και το κρεβάτι ακρογιάλι. Το ποτήρι στο κομοδίνο γλάρος με ανθρώπινη μορφή, τη δική του.

Σταύρωσε τα χέρια και κουκουλώθηκε ίσαμε το κεφάλι. Περίμενε το Μορφέα. Περίμενε το όνειρο μέσα από τα ζωντανά όνειρά της.

Ο γλάρος την πλησίασε, της χάιδεψε το πρόσωπο, την πήρε αγκαλιά και την ταξίδεψε πάνω από τα κύματα.

Je crois entendre encore, τραγουδούσαν τα αγριοπούλια που τους περικύκλωσαν και όλα τα πλάσματα της φύσης πιάστηκαν να χορεύουν τον ύστατο χορό του έρωτα. Το όνειρο βάσταξε όλη τη νύχτα.

Την ημέρα ο νους και η καρδιά της κοιμόνταν




Η madame Ορτάνς της Τήνου 



Η Θέκλα καθόταν στο τελευταίο σπιτάκι του χωριού.

Μονάχη. Μιλούσε με τον εαυτό της και σπάνια κατέβαινε ως τον πλάτανο της πλατείας του χωριού.

Ο λόγος; Τα παιδιά μα και οι μεγάλοι την κορόιδευαν, έτσι καθώς έβλεπαν τα ελάχιστα γεροντοξασμένα της μαλλιά και τη σχισμένη μοβ κομπινεζόν που φορούσε σχεδόν πάντα. Πάνω από την κομπινεζόν κρεμούσε ένα σωρό αυτοσχέδια κολιέ, από πλατανόφυλλα, από όστρακα και από ό,τι βάζει ο νους του ανθρώπου. Μέχρι και κόκαλα από το νεκροταφείο που τα έβρισκε σκόρπια τα σκάλωνε στα βρόμικα μαλλιά της. Τα χείλη της πάντα ήταν βαμμένα έντονα κόκκινα με το χρώμα να φτάνει σχεδόν κοντά στο σαγόνι, τα στήθη της κρέμονταν σα φλασκιά από το ρούχο, μισά μέσα, μισά έξω , χωρίς στηθόδεσμο. Περπατώντας άφηνε στη στράτα μιαν αποφορά ξινισμένου αρώματος ανακατεμένου με ιδρώτα και απλυσιά. Τα μάτια της μοναχά έλαμπαν ακόμα ζωντανά, όμορφα μπλε μάτια στο χρώμα της θάλασσας.

Ήταν ένα προδομένο ερείπιο ενός ναύτη που την είχε παρατήσει με ένα μωρό στην κοιλιά. Στο δεύτερο μήνα απέβαλε. Ευτυχώς είπαν.

Εκείνη την ημέρα όμως άλλη Θέκλα κατηφόρισε στην πλατεία.

Ντυμένη στα μεταξωτά  -πάντα βέβαια σκισμένα-  φορέματα, καθαρή γελαστή, τυλιγμένη πολύχρωμες σάρπες, γόβες με στρογγυλή μύτη, σαν παπούτσια χορού, κάλτσες πιασμένες με κόκκινες καλτσοδέτες και στο λαιμό πλαστικές πέρλες μακριές σε όλα τα χρώματα.

- Ε Θέκλα, της φώναζαν, τι ομορφιές είναι τούτες; Έλα πες μας, πού πας έτσι σα νύφη;

-Δεν τα μάθατε; αντιγύρισε.

-Ήρθε ο ναύτης μου. Γίνηκε ναύαρχος και με περιμένει στο καράβι του. Θα κατεβώ στον Πάνορμο και θα φύγω μαζί του, θα γυρίσουμε τον κόσμο.

Έτσι έγραφε το χαρτί που είχαν ετοιμάσει τα καλόπαιδα του χωριού και το είχαν ρίξει κάτω από την πόρτα της, γιατί η Θέκλα ήξερε και να διαβάζει, κάποτε ήταν κανονικός άνθρωπος

Είχε βγάλει και το Δημοτικό.




Βραδινός επισκέπτης



Έρχεσαι κάθε βράδυ      

και χωρίζεις την ύπαρξή μου στα δυο

μισή γυναίκα μισή ξωτικό

με γυμνές τις πατούσες

σκαρφαλώνω τα κοφτερά βράχια

μη και σε αγναντέψω στο πέλαγο

φωνή του παρελθόντος μακρινή

μα μήτε το φεγγάρι μήτε το φως των αστεριών

διαγράφουν τη μορφή σου

-Αγαπημένη μορφή αλλοτινών μου χρόνων-

Σβύστε τα φώτα σας

θα μείνω στο σκοτάδι

Θα πλάσω το πρόσωπό του με τα μάτια κλειστά






Η θλίψη των λέξεων



Γυρισμός

μαχαίρια κοφτερά

κρέμονται στους φθόγγους του

βυθίζονται

χωρίς έλεος

στη σάρκα, στην καρδιά, στο νου

ματώνουν τα μάτια

στρεβλή η όψη των πραγμάτων

σταγόνα τη σταγόνα

ρουφούν τα χείλια ελπίδες

για να ξεδιψάσουν

“à votre santé”

ειρωνεύονται οι λέξεις

το ίδιο μαρτύριο

μέρα τη μέρα

Μακραίνει το νόστιμον




(ανθολόγηση από το βιβλίο "Ψυχή ανεμόεσσα", εκδόσεις Μανωλάκος)






Σαβίνα Μαντζαβινάτου: καθηγήτρια φιλόλογος, υπηρέτησε 28 χρόνια στη Δημόσια εκπαίδευση. Σπούδασε κλασικό χορό και δίδαξε στη σχολή χορού της Ρούλας Παπαδημητρίου πριν διοριστεί. Έχει εκδώσει δύο βιβλία: ποίηση "ο άνθρωπος το κράμα", εκδόσεις ΜΑΝΩΛΑΚΟΣ  και ένα βοήθημα για τα Νέα Ελληνικά 1ης Γυμνασίου, εκδόσεις Εκδοτικές τομές, Ορόσημο Συμμετείχε στην ομάδα σύνταξης του περιοδικού "Η εν λόγω Τέχνη", με άρθρα λογοτεχνικού χαρακτήρα.



Επιλογή, Επιμέλεια, Σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου