Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Κι εκείνοι ποιούσαν εν χορώ ανέκδοτο διήγημα της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη [“O captain! My captain!” Εκεί έξω πέρα απ' την Ποίηση η Ποίηση]








Κι εκείνοι ποιούσαν εν χορώ

ανέκδοτο διήγημα

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη


[“O captain! My captain!”
Εκεί έξω πέρα απ' την Ποίηση η Ποίηση]


η φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη




             Στο σπίτι. Τώρα πια μόνος ο κύριος Κώστας. Τα παιδιά φευγάτα. Η σύντροφος σ' αποδημία. Μονίμως μ' ένα βιβλίο ή εφημερίδα στο χέρι. Τον δυσκόλευαν όμως τα ψιλά και πυκνά γράμματα. Τα μάτια κουράζονταν εύκολα. Έβλεπε περισσότερο κινηματογραφικές ταινίες το τελευταίο διάστημα. Η τιβί σε σύνδεση με το λάπτοπ σε μόνιμη βάση. Του έμαθαν τα παιδιά να κατεβάζει έργα της αρεσκείας του. Καταβυθιζόταν στον κόσμο του σινεμά που υπεραγαπούσε. Τον μετέφερε τόσο όμορφα σ' άλλη ατμόσφαιρα, σ' άλλες εποχές. Άνοιξε την τιβί. Επέλεξε πάλι την ταινία “Ο κύκλος των χαμένων ποιητών”.  Δεν θυμόταν πόσες φορές την είχε δει. Κάθε φορά όμως αισθανόταν σχεδόν όπως την πρώτη. Ήταν με τον Λάμπρο, τον μεγάλο του γιο στο “Χάρις”. Πάει κι αυτός ο κινηματογράφος εδώ και δεκαετίες. Από τότε ο γιος του κάθε φορά που ήθελε να του δείξει την αφοσίωσή του τον προσφωνούσε “O captain! My captain!”. Μπαίνοντας στην εφηβεία ωστόσο λιγόστεψαν αυτά. Τον αποκαλούσε έτσι μόνο μετά από κάποιον ομηρικό καυγά τους. Όταν τον έβλεπε να καταθέτει το όπλα και ν' αποσύρεται θλιμμένος ως άλλος Ρόμπιν Γουίλιαμς (Robin Williams) στην πόρτα. Άλλοτε πάλι όταν επανερχόταν για ανακωχή μετά από μια έντονη αντιπαράθεση μαζί του. Αφού πρώτα είχε ηρεμήσει βεβαίως. Τώρα κι ο γιος μακριά. Παθολόγος στην Ουψάλα (Uppsala). Γέμισε Έλληνες γιατρούς εκεί λένε. Τότε οι περισσότεροι δούλευαν ως καθαριστές. Η λέξη städare* είχε ενταχθεί στο ελληνικό λεξιλόγιο των Ελλήνων της Σουηδίας του ’70.



            Έχει ένα χρόνο που έφυγε το παιδί. Ποιος θα το έλεγε πως η ανεργία θα χτυπούσε ακόμη και την παντοδυναμία των γιατρών. Πώς να περνά άραγε, αναλογίστηκε, προσπαθώντας να ρυθμίσει την προβολή της ταινίας. Τον παρηγορούσε η σκέψη πως ο γιος του τουλάχιστον πήγε στον τόπο των παιδικών του χρόνων. Πως δεν του ήταν παντελώς άσχετη η γενέτειρα πόλη κι ας ήταν νήπιο όταν είχαν επιστρέψει οικογενειακώς στα πάτρια. Στα πάτρια ψιθύρισε με σβηστή φωνή. Αλήθεια τι να σημαίνουν τα πάτρια αναρωτήθηκε. Ο νους του έφυγε πίσω στα περασμένα. Ο κύκλος των χαμένων ποιητών μπορούσε να περιμένει για λίγο. Υπάρχει και η ποίηση της ζωής σκέφτηκε. Εκεί έξω πέρα απ' την Ποίηση η Ποίηση. Φανταζόταν τον γιο του νέο κι όμορφο άνδρα να περιδιαβαίνει στους δρόμους της πόλης όπου τον είχαν γεννήσει. Να προσπαθεί να προσαρμοστεί, να γνωρίσει κόσμο. Να προσπαθεί να βρει κάποια κοπέλα. Απ' ό,τι γνώριζε ήταν μόνος ακόμη. Να ενταχθεί. Πέρα απ' τη δουλειά ήταν και οι άλλες ανάγκες.



         Κάποια στιγμή είδε το πρόσωπό του στο πρόσωπο του Λάμπρου. Ήταν ωραίος κι αυτός στα νιάτα του. Τον είδε σβέλτο κι ευθυτενή να διασχίζει την πλατεία Βάκσαλα (Vaksalatorg). Κι εκείνοι ποιούσαν εν χορώ μουρμούρισε. Να μπαίνει στην αίθουσα χορού του ABF*, όπου έκανε πρόβες το χορευτικό του Ελληνοσουηδικού συλλόγου. Να νιώθει στα ρουθούνια τη μυρουδιά του ξύλινου δαπέδου.

Ήταν η δεύτερη φορά που πήγαινε μετά την επιστροφή στην Ουψάλα. Τα είχε φέρει έτσι η ζωή κι είχε φύγει για μερικά χρόνια από την πόλη που την ένιωθε σαν δεύτερη πατρίδα. Ο έρωτας. Κεραυνοβόλος. Παράφορος. Του έβαλε τη βαλίτσα στο χέρι και τον οδήγησε στην καλή του. Όχι μακριά. Στη Στοκχόλμη. Μετά ήρθαν τα πάνω κάτω. Ο έρωτας είχε σβήσει χωρίς να μπορέσει να γεννηθεί η αγάπη. Είχε επιστρέψει πίσω στα παλιά του λημέρια τελικά. Απαρηγόρητος. Κατέβαλε προσπάθειες να επανασυνδεθεί. Να βάλει τη ζωή του σε τάξη. Η κάθε επιστροφή μια νέα αρχή ωστόσο. Τίποτε δεν παραμένει το ίδιο. Τα πάντα εν κινήσει. Τα πάντα αλλάζουν και πάνε.



             Είδε ν' απλώνεται μια υφέρπουσα αμηχανία στην ατμόσφαιρα με το έμπα του στην αίθουσα. Το ένιωθε. Τον τύλιξε σαν ομίχλη που καίει. Κι αυτός να χαιρετά πρόσχαρα παρ' όλη την παγωμάρα. Ν' αρχίζουν να χορεύουν. Να παραξενεύεται αυτός. Να χορεύουν χωρίς την Πέτρα, τη συντονίστρια της ομάδας, και τον άνδρα της τον Άγη. Λες και είχαν πάρει μαζί τους και τα χαμόγελα αυτοί. Να αιωρείται μια κατήφεια σχεδόν. Είδε τον εαυτό του να σταματά τον χορό. Να ρωτά τι συνέβαινε επιτέλους. Στην αρχή να τους είναι δύσκολο να πουν. Να μιλάν μετά. Η Πέτρα έβαλε όρο να μην τον δεχτούν στην ομάδα, άκουσε να του λεν κάπως διστακτικά. Είχε πείσει και τον Άγη, τον άνδρα της. Θα τα παρατούσαν. Θα έφευγαν από το χορευτικό, αν τον δέχονταν οι υπόλοιποι. Αν είναι έτσι να φύγω εγώ, βρε παιδιά, άκουσε τον εαυτό του να τους απαντά περισσότερο έκπληκτος παρά πληγωμένος. Δε θέλαν ούτε να το ακούσουν αυτό ν' απαντούν. Το είχαν συζητήσει όλοι μαζί και είχαν πάρει την απόφασή τους. Το χορευτικό είναι ανοιχτό για όλους όσοι έχουν μεράκι. Πόσο μάλλον γι’ αυτόν τον παλιό τους φίλο τον Κώστα που το είχε πρωτοξεκινήσει τους άκουσε να του λεν με μια φωνή. Τα πρόσωπα της Όλγας, του Πάνου, του Χρήστου, της Μπριγκίτας, της Μαρίας, όλων τους ν' αρχίζουν να ξαναπαίρνουν τη λάμψη τους. Αυτός γεμάτος ερωτηματικά και απορίες. Φοβήθηκαν μη διεκδικήσεις να ξαναγίνεις ο συντονιστής να λέει με κάποια ένταση η Όλγα. Να μην μπορεί να καταλάβει αυτός την αναίτια και ξαφνική αλλαγή της στάσης της Πέτρας και του Άγη. Να ψάχνει να θυμηθεί μήπως με τη στάση του έδωσε έστω κάποιο ασυναίσθητο μήνυμα επιθυμίας να αναλάβει ξανά την ομάδα. Γι' αυτόν ήταν ξεκάθαρο ότι δεν είχε καμία διάθεση. Αλλά ακόμη κι αν θα το επιθυμούσε δεν είχε χρόνο και ψυχική ενέργεια για τέτοια στη φάση που βρισκόταν. Όλα ήταν άνω κάτω στη ζωή του. Χρειαζόταν χρόνο για να τα βάλει στη σειρά κυρίως μέσα του. Και γύρω του βεβαίως. Να νιώθει να χάνει το κέφι του.  Να τον απορροφούν σκέψεις και ερωτηματικά. Να ψάχνει για κάποιον έστω υπαινιγμό του που θα μπορούσε να τους είχε θίξει. Να μη βρίσκει τίποτε απ' ό,τι μπόρεσε να θυμηθεί. Να βάζουν μουσική και ν' αρχίζουν τον χορό. Να βλέπει τον εαυτό του να στέκεται αβέβαιος και δύσθυμος στην άκρη. Ν' αναρωτιέται μήπως θα ήταν καλύτερα να φύγει παρ' όλα αυτά. Να τους άφηνε στην παλιά τους ισορροπία. Ήταν μια καλή ομάδα. Από τότε που τη συντόνιζε το ζεύγος Όλγας - Άγη το ρεπερτόριό και οι παρουσίες τους είχαν βελτιωθεί πολύ. Είχαν φέρει μάλιστα έναν επαγγελματία από τα χορευτικά της Δώρα Στράτου για να τους κάνει κάποια μαθήματα. Έτσι πέτυχαν να εντάξουν κι άλλους χορούς και φιγούρες. Να ετοιμάζεται να φύγει. Δαρμένο σκυλί έτσι κι αλλιώς. Να βλέπει τον Πάνο να τον πλησιάζει. Να του φωνάζει βάλαμε χασαποσέρβικο. Έλα να χορέψεις μπροστά. Μόνο εσύ μπορείς να πετύχεις τόσο καλά τα ψαλίδια που έκανε ο Άνθιμος ο συγχωριανός σου. Να τον ρωτά αν θυμάται που τους τα μάθαινε. Που είχαν καλέσει τον μπάρμπα Άνθιμο να τους τα δείξει ο ίδιος. Να του θυμίζει που είχαν καλέσει την κυρα Δήμητρα και την κυρα Σοφία με τις άλλες γυναίκες να ράψουν τις πρώτες στολές τους. Κι εκείνη τη φορά που είχαν φέρει τον μπάρμπα Κύρο, τον αντάρτη από τη Λιβαδειά Σερρών με τα μυτερά σκαρπίνια. Να τον ξαναφωνάξουμε, τον άκουγε να λέει, να μας δείξει φιγούρες ζωναράδικου και μπαϊτούσκας από την πατρίδα του, την Ανατολική Ρωμυλία. Να βλέπει τον εαυτό του να βουρκώνει. Να νιώθει την καρδιά του έτοιμη να σπάσει. Να πλησιάζει τον κύκλο. Να μπαίνει μπροστά. Το παράπονο και το δάκρυ να γίνονται πηδήματα και ψαλίδια λεβέντικα. Να γίνονται εκφάνσεις ελευθερίας και βεβαιότητας. Να κρατιούνται σφιχτά από τους ώμους ο ένας δίπλα στον άλλον. Να χορεύουν όπως δεν είχαν χορέψει ποτέ. Σα να ήταν ένα σώμα τα χέρια, τα σώματα, τα πόδια, τα χαμόγελα. Προπάντων τα χαμόγελα. Να βλέπει να χοροπηδούν σαν αγριοκάτσικα. Συντονισμένα ωστόσο στην αίσθηση του ‘μαζί’, του ‘ανήκειν’, της αντίστασης στην επιβολή και τη μωρία της.



          Κι εκείνοι ποιούσαν εν χορώ μουρμούρισε πάλι παίρνοντας βαθιά ανάσα ο κύριος Κώστας και πάτησε το κουμπί του τηλεχειριστηρίου.



Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

(ανέκδοτο διήγημα, αφιερωμένο στα μέλη του χορευτικού τότε… )



städare* καθαριστής

ABF*Επιμορφωτιό Κέντρο  του Εργατικού Συνδικάτου.

η φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη