Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Η οδυνηρή μνήμη της σάρκας Ερωτικά ιχνηλατώντας την ποίηση του Κώστα Θ. Ριζάκη της Άννας Αφεντουλίδου Εκδόσεις του Φοίνικα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Παρέμβαση τεύχος 186 Γράφει η Διώνη Δημητριάδου


Η οδυνηρή μνήμη της σάρκας

Ερωτικά ιχνηλατώντας την ποίηση του Κώστα Θ. Ριζάκη

της Άννας Αφεντουλίδου

Εκδόσεις του Φοίνικα
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Παρέμβαση τεύχος 186




Γράφει η Διώνη Δημητριάδου



Η ανακάλυψη και ψηλάφηση του ποιητικού προσώπου, του υποκειμένου που δρα μέσα στο ποίημα. Η προσέγγιση της ποιητικής φωνής αυτού του προσώπου, όπως αποτυπώνεται μέσα στο ποίημα. Πρόκειται για δύο επιλογές πορείας που θα ακολουθήσει όποιος θέλει να μιλήσει για τον ποιητή και για το έργο του. Συχνά ακολουθείται ο δεύτερος δρόμος, σαν πιο εύκολος, εφόσον δεχθούμε (όπως και θα πρέπει) ότι η ποίηση διαβάζεται με πολλές διαφορετικές αναγνώσεις, χωρίς να αποκαλύπτει καμία απ’ αυτές την αφορμή της γραφής της, που μέσα στη θνητότητά της εγκαταλείπει και τον αναγνώστη αλλά ακόμα και τον ποιητή/δημιουργό, μόλις σαρκωθεί σε λόγο. Ωστόσο η πρώτη επιλογή, αυτή που ανιχνεύει τον ποιητή πίσω από τις λέξεις του, ίσως είναι και η πιο ενδιαφέρουσα, αν και πολύ αμφίβολου ηθικού φορτίου. Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση να εισχωρείς στον προσωπικό κόσμο του ποιητή (όσο φυσικά σου το επιτρέπει και ο ίδιος αλλά και οι συνθήκες) και να ανιχνεύεις προθέσεις και μυστικές καταβολές.

Η Άννα Αφεντουλίδου, θέλησε να καταβυθιστεί στα δύσκολα της γραφής για να αποδώσει σε μας την ποίηση του Κώστα Θ. Ριζάκη και ταυτόχρονα τον ίδιο ως δημιουργό σε αδιάσπαστη ενότητα. Και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί μια ενέργεια που αγγίζει σε άλλες περιπτώσεις την αυθαιρεσία, εν προκειμένω ίσως είναι ο πιο ασφαλής δρόμος, που βγάζει ίσια στην καρδιά της ποίησης του συγκεκριμένου ποιητή. Είναι λοιπόν εφικτή η ταύτιση της ποίησης με τη ζωή;  Συνιστά το πρόσωπο και το έργο μια ενιαία οντότητα; Η Αφεντουλίδου δείχνει να το πιστεύει αυτό στην περίπτωση του Ριζάκη, και μας πείθει ότι έχει δίκιο. Σχολιάζοντας το ποίημα Οικοσιτώ (δημοσιευμένο το 2014) θα δει ως αυτονόητη την ταύτιση:

Ο ποιητής έχει αποφασίσει να παραμείνει έγκλειστος με τους προσφιλείς του νεκρούς, να παραμείνει κλεισμένος στον οίκο της ποίησης, να αφουγκράζεται, να καταγράφει, να μνημονεύει, να υπάρχει μέσα από τη θλίψη και το πένθος […] Υπάρχει απόλυτη ταύτιση της ποιητικής πρόθεσης με το αποτέλεσμά της. Θεωρώ πως δεν υπάρχει συνεπέστερο παράδειγμα τελεστικού λόγου από το οικοσιτώ. Ο ποιητής δεν λέγει, αλλά πράττει μέσα από το κείμενό του.

Έτσι, θα ξεκινήσει από τον ενδότερο κόσμο του ποιητή, και θα ανεβεί στην επιφάνεια, εκεί που το εσωτερικό πένθος και η συνειδητή αναχώρηση θα δώσουν τον καρπό τον ποιητικό. Ο Ριζάκης θα χαρακτηρισθεί αναχωρητής:

Αν λέγαμε πως ο Κώστας Θ. Ριζάκης είναι ένας μοντέρνος αναχωρητής, θα λέγαμε τη μισή αλήθεια. Γιατί το «μοντέρνος» δεν ταιριάζει στον Ριζάκη, του ταιριάζει όμως ο «αναχωρητής». Είναι ο άνθρωπος που σαν τον καβαφικό εκείνο ήρωα γύρω του ύψωσαν τείχη, μόνο που ο Ριζάκης τα ύψωσε μόνος του.


Μα, η ποίηση (το ξέρουμε δα αυτό) είναι μια μοναχική υπόθεση. Οι περισσότεροι, ωστόσο, ποιητές κυκλοφορούν τη  μοναχικότητά τους μέσα στους άλλους, τους πολλούς, σε μια παλινδρόμηση από το πλήθος στην απομόνωση του εαυτού (που κρίνεται έτσι περιστασιακή)  και πάλι πίσω.  Εδώ, όμως, έχουμε τον συνειδητό αποκλεισμό των άλλων ως φυσικής παρουσίας. Και, το παράδοξο, από τον περίκλειστο κόσμο έρχεται διαρκής και  πλήρης η ενημέρωση του ποιητή για τα δρώμενα του χώρου αυτού, και κυρίως η συνδρομή του σε όποια δραστηριότητα κυοφορείται και κρίνεται απ’ αυτόν ενδιαφέρουσα για την υπόθεση της Ποίησης. Μιαν ιδιόμορφη, επομένως, περίπτωση καλείται εδώ να προσεγγίσει η Αφεντουλίδου. Και επικεντρώνει τη μονογραφία της στη θεματική της ποίησης του Ριζάκη, που ως έργο ανοίγει την κλειστή πόρτα του εσωστρεφούς τοπίου του για να φθάσει στον αναγνώστη του.

Ποια, λοιπόν,  η θεματική της ποίησης ενός ανθρώπου που μόνος του ορίζει τα πλαίσια των κινήσεών του καταργώντας τον συγχρωτισμό του με τους πολλούς; Στον τίτλο της μονογραφίας της η Αφεντουλίδου παραπέμπει στο θέμα του έρωτα συνδέοντάς τον με τη μνήμη της σάρκας και την οδύνη. Αν θεωρήσουμε πως για έναν αναχωρητή της ποίησης περισσότερο προσφιλές θέμα είναι αυτό του θανάτου, η άλλη όψη της πραγματικότητας, η σκοτεινή πλευρά μιας ζωής άγνωστης αλλά και συχνά ποθητής, τότε ίσως η θεματική του έρωτα να συναντά εδώ τη συμπληρωματική ποιητική της μορφή. Ο έρωτας, σκοτεινός και απροσδιόριστος, αναπόσπαστο κομμάτι των μνημονικών αποθεμάτων, ισχυρό θεμέλιο της ποιητικής έμπνευσης, όταν τα όρια καταργούνται και ο ποιητής είναι πιο μόνος από ποτέ. Τότε εισέρχεται στο ποίημα η Αλίκη, η μάνα, η σύντροφος, πολλοί ρόλοι, πολλές ταυτότητες, στην ουσία μία γυναικεία παρουσία, που γεμίζει τον κόσμο του ποιητή και ανοίγει ένα παράθυρο, όχι όμως προς τον έξω κόσμο αλλά προς τον βαθύ εσώτερο, τον πλήρη οδυνηρών εικόνων που αναιρούν τη σάρκινη υπόσταση του έρωτα εδραιώνοντας την απουσία του. Δεν έχουμε τον έρωτα που επιβιώνει αντιπαλεύοντας τις αντίξοες δυνάμεις που θέλουν να τον καταργήσουν. Ο ποιητής, θα πει η Αφεντουλίδου,  ανα-βιώνει ποιητικά τον έρωτα – όπως και τον θάνατο, εύστοχα επιλέγοντας τη λέξη αναβίωση για να δείξει τη συνειδητή πράξη. Μέσα από τις συλλογές του Ριζάκη (ποιήματα από το 1985 ως το 2010 στον τόμο υπό τον τίτλο Επιτάφιος δρόμος), μέσα από ανέκδοτα ποιήματά του ή από δημοσιευμένα σε λογοτεχνικά περιοδικά,  επιλέγονται στίχοι, λέξεις, φράσεις που στοιχειοθετούν τον ερωτικό κόσμο, όπως ο ποιητής τον εκλαμβάνει και τον μεταφέρει στο ποίημα. Συχνά με υπαινικτικό λόγο, σχεδόν παντού με υπόσταση μνημονική παρά σαρκική.

Η γυναικεία οπτασία, είτε αέρινη είναι είτε χθόνια, «βαραίνει» την ψυχή του ποιητή, ενώ επιβάλλεται περισσότερο με την απουσία της παρά κυριαρχεί με την αισθητηριακή της πλευρά.

Εδώ ένα δείγμα αυτής της ανθολόγησης, που εύστοχα επιλέγεται δείχνοντας το απροσδιόριστο «είναι» και  το ενδόμυχο ισχυρό «μη είναι» της γυναικείας μορφής στο έργο του Ριζάκη:

αυτή η  γυναίκα πάντα μου τηλεφωνεί

μέσ’ από τραίν’ από σταθμούς αεροδρόμια

μέσ’ απ’ το στόμα της ψυχής της μου μιλεί

κι είν’ όμορφη όμορφη πολύ εκθαμβωτική

αυτή η γυναίκα σπάνιο βιολί



την έψαχνα σε ξέφωτα ονείρων μου για χρόνια

την έβρισκα την έχανα χωρίς να την αγγίζω

ανέγγιχτο καρπό την κράτησα κοντά μου

ανέγγιχτη την έδιωχνα κατά καιρούς μακριά



κάποτε στη σωστή σιωπή την είδα να κοιμάται



στο αίμα του πατέρα σκϊάζονταν ο ύπνος της

ξυπνούσεν αίφνης μαύρο αρνί βελάζοντας φοβόταν



βελάζοντας με φώναξε αγάπη απελπισμένα



χρυσή και κόκκινη εντολή του μάη αρραβώνας



λευκά τα χέρια της ξεφτίζαν την κλωστή

κι η μοίρα της κακόβαλε σερνόταν οργισμένη



βρύση αργή να βρει να βγει

στιλέτο να καρφώσει τον λαιμό της

να πιει πικρά γλυκά να πιει

ξωθιά του ηλιού να μελωδεί



φωτιά να πιει να καταπιεί: ποτές μην ξεδιψάσει!



Η Αφεντουλίδου, γνωρίζοντας από ποίηση, διαβάζει δυνατά τα ποιήματα (μέσω της ακοής κατακτώνται) για να ανακαλύψει την αρμονία τους, όπως αυτή φτιάχνεται συναρμόζοντας όλα τα εξωτερικά γνωρίσματα της γλώσσας από την επιλογή  των τονικών σημείων ως την έντεχνη αποφυγή της χασμωδίας, κι από τα ομόηχα ως τις πολύτιμες σιωπές. Έτσι ιχνηλατεί τα υποκρυπτόμενα σημεία της ποίησης του Ριζάκη και αφουγκράζεται την αληθινή φωνή του. Η πρώτη ανάγνωση εν σιωπή και η δεύτερη με δυνατή φωνή ακολουθώντας τις τονικές υποδείξεις του ποιητή. Τότε αναδύεται από το βαθύ υπόστρωμα ο έρωτας ως αίσθηση περισσότερο, ως κατασταλαγμένο βίωμα, που από μια εν υπνώσει κατάσταση έρχεται στην επιφάνεια και διεκδικεί το μερίδιό του το ποιητικό. Έκκεντρη, φυσικά, η παρουσία του έρωτα στην ποίηση του Ριζάκη, ωστόσο η Αφεντουλίδου  αυτόν επέλεξε ως θέμα στη μονογραφία της. Είναι καθαρά θέμα οπτικής το πώς διαβάζεται η ποίηση, πώς ο κάθε ένας αποδέκτης της βλέπει ή δεν βλέπει τα σημάδια, τα ίχνη που ο ποιητής ακουμπά στους στίχους του ή πίσω απ’ αυτούς στις σιωπές που τους συμπληρώνουν. Έτσι, ο έρωτας μπορεί να αναδειχθεί σε μείζον σημείο αναφοράς, μέσα από το οποίο αναγιγνώσκεται ολόκληρο το σώμα της ποίησης του Ριζάκη, αλλού σε άμεσες αναφορές και αλλού ως άλλο πρόσωπο του πένθους ή του θανάτου, που διάσπαρτα αφήνουν τα αναγνωριστικά τους σημάδια στην ποίησή του. Σκέφτομαι πως κάποιος άλλος μελετητής θα μπορούσε να προτάξει το πένθος ως μείζονα αναφορά και να διαβάσει τα ποιήματα του Ριζάκη κάτω από το σκοτεινό του πένθους λεξιλόγιο. Και τότε ο έρωτας πού θα ήταν; Επιλέγω με τη σειρά μου, εν είδει απάντησης σ’ αυτό το ερώτημα, και διαβάζω από τις επιλογές της Αφεντουλίδου:



[…]

και τώρα πώς θα γιατρευτείς; γιατί

λέξεις χαράζεις στο άψυχο χαρτί

στην πλάκα με κοντύλι

αρώματα ιαματικά σ’ επιγραφές

διαβαίνουν χρόνια κι εποχές

μα πλέον πώς

αγάπη μου όπως παλιά

πώς πλέον τυμβωρύχε θες



μ’ έρωτα να μερώνεις το κορμί



-στο ποίημα θα γραπώνεις τον απόντα;





Το πένθος του έρωτα και ο έρωτας του πένθους. Διττή η ανάγνωση, λοιπόν. Το πένθος συνονόματο της βιωμένης απώλειας του ερωτικού προσώπου ή του κάθε αγαπητού προσώπου. Αλλά και ο έρωτας για το πένθος, που πλέον τροφοδοτεί τη ζωή και την έμπνευση, ως πάθος ατελείωτο, μορφοποιημένο κάθε τόσο σε ποιητικό λόγο. Ένας κύκλος της δημιουργίας με τον ποιητή στο κέντρο του εν είδει κομβικού υποκριτή με όλα τα απόντα πρόσωπα γύρω του σαν σε χορό μιας τραγωδίας. Έτσι γράφεται η ποίηση, έτσι διαβάζεται και έτσι ανθολογείται και κρίνεται. Η Άννα Αφεντουλίδου «διαβάζει», όμως,  την ποίηση του Κώστα Θ. Ριζάκη και με έναν προσωπικό αναγνωστικό «έρωτα» κι έτσι, καθώς λέει, ερωτικά ιχνηλατεί την ποίησή του προσθέτοντας άλλη μια ερμηνεία στο νοηματικό βάθος της λέξης έρωτας.



Διώνη Δημητριάδου
το σχέδιο με μολύβι (πορτραίτο του Κώστα Ριζάκη) είναι του Γιάννη Δ. Στεφανάκι