Τρίτη, 16 Ιανουαρίου 2018

Η μνήμη δεμένη σε ένα κόκκινο μαντήλι «Διαβάζοντας» τον ποιητή Δημήτρη Κανελλόπουλο μέσα από πέντε ποιήματα (επιλογή από τη συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης», εκδόσεις Οροπέδιο) Μαζί με πέντε φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου (Κόκκινο στο Μαύρο)


Η μνήμη δεμένη σε ένα κόκκινο μαντήλι
«Διαβάζοντας» τον ποιητή Δημήτρη Κανελλόπουλο
μέσα από πέντε ποιήματα
 (επιλογή από τη συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης», εκδόσεις Οροπέδιο)
Μαζί με πέντε φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου (Κόκκινο στο Μαύρο)



Μόνος από επιλογή αλλά και από τις συνθήκες του καιρού που ανελέητα χτυπούν και αφανίζουν, κρατά της μνήμης τα σημάδια καλά φυλαγμένα μέσα του. Με ασκημένο το κορμί, με καλά δουλεμένη την υπομονή σε έναν αγώνα ματαιωμένο πια, με ερωτικές μικρές φωτιές να καίνε ακόμα μέσα στην ξηρότητα και την αδιαφορία του πλήθους. Περπατά στους ίδιους δρόμους, όπως  τότε, τότε που…

Ψάχνει να βρει ποιος είναι αυτός που αδειάζει την ψυχή του, που σκορπίζει στον άνεμο το ακριβό το βιος. Και πιάνεται από τις μικρές, ελάχιστες εικόνες που κοκκινίζουν το χρώμα τους μέσα στο σκοτεινό τοπίο. Γιατί όποιος αγάπησε το κόκκινο πάντα το κρατάει δεμένο στο μαντήλι του, ένα αδιόρατο σχοινί που κανείς δεν μπορεί να του το πάρει. Κι ας μην υπάρχουν πια τα πρόσωπα που χρωμάτιζαν τη ζωή του πορφυρή. Είναι πιο δυνατή η γνώση της μοναξιάς, ακριβά κατακτημένη και αυτή. Την ώρα της πληρωμής ξέρει πως έχει την πλούσια συγκομιδή, κι ας είναι μόνος.

Η ποίηση του Δημήτρη Κανελλόπουλου έχει κόκκινο το χρώμα, ένα κόκκινο που άλλοτε θυμάται μονοπάτια πολιτικών συγκρούσεων και άλλοτε ακουμπά στα μαλλιά ενός κοριτσιού. Και οι δύο εκδοχές μακρινές, όσο απόμακρος μπορεί να είναι πια ο έρωτας, είτε μιλά για τη διάψευση του πιο ερωτικού τοπίου (αυτό του μαζικού αγώνα) είτε για τη ματαιωμένη παρουσία του ποθητού αντικειμένου. Μοναχικό το σκηνικό έτσι κι αλλιώς. Μα, η ποίηση είναι μια μοναχική υπόθεση, κι αλίμονο σε όποιον δεν το κατανοεί.
Διώνη Δημητριάδου





Ήταν ένας άνθρωπος

Ήταν ένας άνθρωπος

μάζευε εικόνες τις νύχτες

φωτεινά τοπία έκλεινε στην ψυχή του.



Κάποτε έφευγε.

Βάδιζε ασκητής του έρωτά του.

Πάνω του

ακόνιζε το μαχαίρι της η σιωπή.



Προχωρούσε μέσα στη νύχτα

τα μάτια του έκαιγαν την υπομονή

τα ρούχα του έσταζαν το νοτιά·

ένα σκοινί είχε στη μέση.



Ένας άνθρωπος

όλες τις φωνές ήθελε ιδιοκτησία του,

τη βροχή για να σπείρει στη μοναξιά

τα δικά του λόγια,

και τις ματιές που άφηνε πίσω.



Πού είναι τα χρόνια;

Πού είναι τα λόγια;

Τα νωπά χνάρια του μια γραφή

ένας μικρός κόσμος στην ομίχλη.



Ήταν ένας άνθρωπος

μέσα σε σκοτεινό τοπίο.




Αλλά να σου πω κάτι



Για τις πλάτες μου έχω να πω

γιατί δεν μοιάζουν με εκείνες

του αργομίσθου δημοσίου υπαλλήλου

οι οποίες δεν άντεξαν το βάρος μιας επιλογής

και την εγκατέλειψαν·

εγώ δεν είμαι επαγγελματίας νεοέλληνας και

για τις δικές μου πλάτες μιλώ

που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα

από του Άτλαντα τις ιδιότητες

κι όπως κι εκείνου αταλάντευτα

σηκώνουν το βάρος τ’ ουρανού και της φιλίας.



Δεν είναι ξένες κι είναι δικές μου

στα πολλά και στα λίγα·

κρατούν ακόμη γερά

χωρίς καλλιμάρμαρα υποστυλώματα,

κρατικά ινστιτούτα

και δικηγόρους.



Σ’ αυτές στηρίχτηκαν οι μπουκιές μου

ζυμωμένες με τον ιδρώτα

που λίγοι γνωρίζουν τη γεύση του.

Δεν αναπαράγεται από καμιά αργομισθία

αυτή η γεύση

και τα συστατικά της έχουν σχέση

με το «βιβλιοδετείον Σολδάτου» και τα φέιγ-βολάν

των λασπόδρομων του Μενιδίου.



Εγώ

για τις δικές μου πλάτες μιλώ.

Οι άλλες είναι άλλων

και σηκώνουν το δικό τους βάρος.







Το φράγμα της μνήμης



Η μνήμη δεμένη 

σε ένα κόκκινο μαντήλι.

Ακριβό κομπόδεμα.

Κρατά μέσα της

βλέμματα και στιγμές και λέξεις

σφιχτοδεμένα.



Ένα κομπόδεμα κρυμμένο

μέσα στον κόρφο.

Ακουμπά ανεπαίσθητα

στο μέρος της καρδιάς και ξυπνάει,

σαν ανοίγεις την πόρτα και στέκεις

στο κατώφλι της νύχτας ανυποψίαστος,

κάτω από τον έναστρο ουρανό.



Είναι η στιγμή, που νιώθεις

το βάρος του πράγματος:

περπατάς μόνος με το δικό σου φορτίο!



Με την πείνα σου και την δίψα σου

το κομπόδεμα αυγατίζει·

στιγμές που κατατίθενται απαλά

η μια πάνω στην άλλη

ακριβά βλέμματα κρυφά φυλαγμένα.



Ώσπου φτάνει ένας καιρός

και κάποιο χέρι λύνει το κόκκινο μαντήλι·

το φράγμα υποχωρεί

-σκύβεις ν’ ακούσεις τη βουή του χρόνου που περνά-

σαν μαύρο ποτάμι που κυλάει με ορμή.

Όλα γλιστρούν μπροστά,

οι στιγμές, και τα βλέμματα, και οι λέξεις πηδούν

από τα βλέφαρα στο κενό.



Ποιο είναι αυτό το χέρι που αδειάζει

την ψυχή από το βιος της;




Ανεξήγητο συναίσθημα Σαββάτου



Γέρνει το Σάββατο πικρό.

Νοέμβρης κι εγώ

σέρνω την ύπαρξή μου στην οδό Ακαδημίας,

εκεί που γράφει: Έλλη-κινηματογράφος.



Είναι απίστευτο,

πέρασαν κιόλας τριάντα χρόνια

και μένει ο τόπος ίδιος·

με εκείνη τη στιγμή

μετά τη φοβερή καταγγελία του Γκόρπα

για υποχωρήσεις, προδοσίες κι έρωτες αφύσικους

και άλλες καταστάσεις υποθετικές.



Σάββατο πικρό. Κι είναι Νοέμβρης.

Όπως εκείνο το πρωί σαν με είχες μες στη σκέψη σου

και σ’ αιφνιδίασα και παρεδόθης,

επενδύοντας πάνω μου όλη σου την αγάπη.

Με εμφανή τη σύγχυση

των κινήσεών σου, καθώς

σε οδηγούσα στον σκοτεινό ημιώροφο!



Εσύ απρόσεχτη

κι εγώ ένας θρασύτατος βιβλιοϋπάλληλος.



Και πάλι μπροστά στο φορτωμένο περίπτερο

με τους λαθραναγνώστες

καθώς αναβοσβήνουν τώρα τα φώτα,

σούρουπο ενός άλλου Σαββάτου

στο ίδιο μέρος,

να πέφτω στην παγίδα

προσδίδοντας στις κινήσεις μου

μια ψευδή μεγαλοπρέπεια –

μια πάγια τακτική, που πάντα,

με οδηγεί στην άβυσσο.



Και είναι πάλι Σάββατο και είμαι στο ίδιο μέρος.

Φορώ της αφέλειας τα ενδύματα,

άοπλος

μπροστά στο βλέμμα των περαστικών

που αδιάφορα σαρώνει την ψυχή μου.




Ο θάνατος στο κάδρο



Όταν αισθάνομαι τη μοναξιά

από της ψυχής την πηγή να αναβλύζει,

να μου αγκαλιάζει το κορμί

σαν την πρωινή υγρασία

καθώς κατεβαίνει έρποντας

στον δρόμο αόρατη,

τότε σκέφτομαι τι υπήρξα για μένα

και τι για τους άλλους.



Ήμουν κορμί· το κατακτούσαν οι ανάσες

ένα δοχείο πλήρες αισθημάτων

μέσα σ’ αυτή την ανθρώπινη έρημο.



Κι αν ράγισα  κι αν χύθηκα

κι αν εξατμίστηκα, λίγη μονάχα,

σημασία έχει.



Τώρα που ήρθε η ώρα της πληρωμής

περπατώ μόνος

καθώς ο χειμώνας ανελέητος

τον δρόμο αγκαλιάζει ως πέρα.




Δημήτρης Κανελλόπουλος, από τη συλλογή «Το Φράγμα της Μνήμης», εκδόσεις Οροπέδιο.







Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος
γεννήθηκε το 1954 στη Νεμούτα Ηλείας, από την οποία εκπατρίστηκε το 1958, ακολουθώντας την οικογένειά του, στην Αθήνα, ως εσωτερικός μετανάστης. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας) και ιστορία-φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes-Bolyai, της πόλεως Cluj Napoca, της Ρουμανίας. Στη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία παρουσιάζοντας στο ελληνικό κοινό ένα αφιέρωμα για τη ρουμανική λογοτεχνία, μέσα από τις στήλες του περιοδικού "Πολιορκία" (τεύχος 14, Άνοιξη 1981), σε συνεργασία με το ρουμανικό λογοτεχνικό περιοδικό "Steaua". Ως θέμα της πτυχιακής του εργασίας διαπραγματεύτηκε την παρουσία των ελληνικών κοινοτήτων στην Τρανσυλβανία, με τίτλο: "Το Ελληνικό εμπόριο και η Δίαιτα της Τρανσυλβανίας από το 1550 έως το 1650". Το 1984, οργάνωσε και παρουσίασε στο ρουμανικό αναγνωστικό κοινό, μια ανθολογία νεοελληνικής ποίησης με το τίτλο "42 Poeti grecii contemporani" ("42 σύγχρονοι έλληνες ποιητές"), έκδοση που έγινε από τον εκδοτικό οίκο "Dacia". Το 1986 εξέδωσε την ποιητική συλλογή "Ομίχλη πέτρινη", εκδ. Ηριδανός, Αθήνα. Το 1996 τη συλλογή "Σκυθικές ερημίες", εκδ. Κολωνός, Αθήνα. Παρουσίασε ένα εκτενές αφιέρωμα στον ρουμάνο ποιητή Anatol E. Baconsky, στο περιοδικό "Πλανόδιον", τεύχος 24, Αθήνα, 1996. Το 2005 εξέδωσε την τρίτη ποιητική του συλλογή, "Σιγή ασυρμάτου", εκδ. Κολωνός, Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, άρθρα ιστορικού, λογοτεχνικού και πολιτικού περιεχομένου σε διάφορα περιοδικά ("Εμβόλιμον", "Λέξη", "Παρέμβαση (της Κοζάνης)", "Πλανόδιον", "Πολιορκία", "Πόρφυρας", "Τετράδια", "Σχεδία", "Οροπέδιο", κ.α.). Από το καλοκαίρι του 2006 εκδίδει το περιοδικό "Οροπέδιο".

(φωτογραφίες του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου - Κόκκινο στο Μαύρο)

επιμέλεια - ανθολόγηση - σχολιασμός: Διώνη Δημητριάδου