Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Έξι ποιήματα της Ισμήνης Γεωργίου Λιόση από τη συλλογή Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων Ευφάνταστες ρωπογραφίες Κλειστού χώρου – Ποιητική πρόζα εκδόσεις Τύρφη μαζί  5 φωτογραφίες της Noell S. Oszwald


Έξι ποιήματα

της Ισμήνης Γεωργίου Λιόση

από τη συλλογή

Arcana Lustra

Νεκροταφείο φορεμάτων

Ευφάνταστες ρωπογραφίες

Κλειστού χώρου – Ποιητική πρόζα
εκδόσεις Τύρφη
μαζί  5 φωτογραφίες της Noell S. Oszwald




arcanα lustrα I



με αστικούς μύθους και προλεταριακά κουμπιά

το φόρεμα -ή μήπως το ποίημα;-

κατεβαίνει την σκάλα

τα βλέμματα όλων στρέφονται

στα γυμνά του γόνατα



σκέπτεται ενασμενίζεται γράφει

αιματηρά τα μελάνια της γλώσσας του

κι οι σίελοι του μπλε γιασεμί



με ροζ βλεφαρίδες

-βεντάλιες του έρωτος-

κοιτάζει προς την -ένδον- φωνή

αφουγκράζεται το ποδοβολητό του πλήθους

ριγμένο στο στήθος του κάθε εραστή



καπνίζει την πίπα του μέλλοντος

σα να κρατάει ένα τραγικό πουλάκι

ανάμεσα στα δόντια

βλέπει το κελί-δωμάτιο

όπως η βασίλισσα αντικρίζει την αγχόνη



ο καθρέφτης του δείχνει

τον πόνο της ηλικιωμένης γυναικός κι αυτό

την παίρνει στοργικά στην αγκαλιά του

οπιούχο βελούδο

μωβ με μαύρα φτερά

κι ένα ασημένιο μαχαίρι

καρφωμένο στην εκτιθέμενη κοιλιά του




arcanα lustrα IΙ



το κορίτσι με το πράσινο βέλο

κλέβει κρύβει

μέλπει το φιλί

το ενάρετο μωβ φιλόστοργο ανταποδίδει



το κορίτσι με την κλεψύδρα

και το κομμένο δάχτυλο

γλύφει το γαλάζιο του αίμα

γλίχεται



το ποίημα βρέφος δεν μεγαλώνει

παλινδρομεί στον πάτριο σπόρο

επιστρέφει στο μήτριο κέλυφος

τίκτεται δεν

ες αεί στο εράν αναμένεται



το κορίτσι με τα χρυσόψαρα στην κοιλιά

είναι η Amor Esmer Greca που

που θα γεννήσει την θάλασσα

θα δείτε θα δείτε





Είμαι



α. είμαι

είμαι η

είμαι η μαύρη

είμαι η μαύρη πεταλούδα ψυχή

οχυρωμένη στο στήθος

ο στηθόδεσμος

κουβαριασμένος στα πόδια μου

σκοτωμένο πουλί



κλαίει στις κεραίες μου

ένας άντρας της φαντασίας



β. είμαι

είμαι το

είμαι το μαύρο

είμαι το μαύρο ελάφι του σώματος

το φόρεμα ματωμένο σατέν

σαν χτυπημένο κορμί

ριγμένο στην άκρη

οικόσιτου σύμπαντος



κλαίει στην κοιλιά μου

ένας άντρας νεκρός παλαιόθεν



γ. είμαι

είμαι η

είμαι η μαύρη

είμαι η μαύρη ποίηση

φοριέμαι στα χείλη της

καταραμένο κραγιόν

στο στόμα της ποιήτριας πουλί αχερούσιο

στην μέσα κραυγή αγριεύω



κλαίει στους στίχους μου

ένας άντρας παρένθετος με φτερά από κερί και στάχτη





Syrrealism



η κόκκινη γυναίκα βγαίνει μέσα από την μαύρη

η πράσινη γυναίκα βγαίνει μέσα από την μπλε

η μωβ γυναίκα βγαίνει μέσα από την κόκκινη



η γυμνή γυναίκα βγαίνει τελευταία

ρόδια κρέμανται επί του στήθους της



μέσα από τα ρόδια ανθίζουνε γαζίες

μέσα από τις γαζίες ακούγεται γέλιο

αμφίβολο σαν κλάμα

α η ζωή λέει η κόκκινη

α ο έρωτας λέει η μπλε

α η ποίηση λέει η μωβ



έρχεται ο κύριος τότε

με το μαύρο ημίψηλο και το μαχαίρι

κόβει τα ρόδα και τις κεφαλές των γυναικών

έρχεται και ο κύριος με το μαύρο ντόπερμαν

και παίρνει τις ψυχές τους

τον αχερούσιο παράδεισο εγκαθιστά

στην κόλαση του ρεαλισμού



αυτό το ποίημα

δεν είναι ποίημα

είναι όναρ

δεν διαβάζεται

το ονειρεύεσαι




Γκρι



θέλω να πεθάνω

χορεύοντας με τον μοιραίο

σε ένα αγκάλιασμα ταγκό



να στάξει αίμα από σμιγμένα μάγουλα

κι απ’ την εγγύτητα των στέρνων

από μπλεγμένα δάχτυλα

κι από κοιλιάς πλησίασμα θερμό



ύστερα θα βάλω το καπέλο

με το μπλε πουλί

θα πάρω

την ομπρέλα με την παραφροσύνη

την τσάντα από το δέρμα του φιδιού

γυμνό ξυπόλητο θα τρέξω

στο κανιβαλικό στόμα του πέους του



κρέας ανθρώπινο εγώ

να φαγωθώ από Θεό

τα αντρικά σαγόνια να λατρέψω



Φοβάμαι



φοβάμαι το χαλάζι και τις αστραπές

όπως εσταυρωμένο χιαστί


στέκω στο σχοινί κι αθώο

δαγκωμένο από την αγωνία του νερού

αποκαρωμένο πονηρό

άπληστο και λάγνο



αχ ας προλάβω

την έκλειψη της σελήνης

μέσα στην λαμπρή νύχτα της μήτρας

όπως θα την ανάβει ένα δάκτυλο Θεού



φοβάμαι τα αντρικά χέρια

και την θηριωδία τους

καθώς πάθουν μικρούς θανάτους

στο γυναικείο σώμα

και τους θρηνούν μετά με φωνές

που τις γνωρίζουν μόνον

ένα ανήκουστο τύμπανο

κα τα αθέατα θλιμμένα ντουντούκ

μίας απαγορευμένης ποιήσεως



Ισμήνη του Γεωργίου Λιόση




Μια ποίηση εικόνων αχειροποίητων που επιχειρούν μια οριακή ακροβασία στον εξαίσιο χώρο του φανταστικού και του ονείρου. Ωστόσο, μόλις αφεθείς στην πολυχρωμία τους ξεγελασμένος, αποκαλύπτουν το μαύρο, βαθύ και απολύτως ρεαλιστικό του κόσμου τους.  Εν τέλει μια ποίηση ακραίων ορίων και υψηλού βαθμού επικινδυνότητας.



Επιλογή – επιμέλεια – σχόλιο: Διώνη Δημητριάδου
Οι φωτογραφίες της Noell S. Oszwald