Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

   Ένα αφιέρωμα στον Ηλία Λάγιο  

Ήδη 10 χρόνια    που αποχώρησε                                                  



Ανεπίληπτα (δοκίμιο)
                                                                                                      
                                                                                                                    
Στη μνήμη του Ηλία Λάγιου

     Ποιος, αλήθεια, μπορεί καθαρά και ξάστερα να προσδιορίσει τα όρια του επιλήψιμου χωρίς, φυσικά, να συμβουλευθεί το ισχύον κάθε φορά δίκαιο; Εννοώ, πώς γίνεται να καθορίσει τη δυναμική της άποψης που διαμορφώνουν οι άλλοι για μας και τις πράξεις μας; Και είναι ιδιαιτέρως ισχυρή αλλά και εξόχως στερεοτυπική η γνώμη αυτή, τόσο ώστε να την αποζητάμε πίσω από τα βήματά μας και τις επιλογές μας, κάτι σαν επιβεβαίωση ότι καλώς βαίνουν τα πράγματα, ότι είμαστε κι εμείς εδώ μαζί με όλους ή ότι δεν θα διακινδυνεύσουμε να διαβούμε στην αντίπερα όχθη, μόνοι και αποδιοπομπαίοι. Αρκεί να αποδεχθούμε την προδιαγεγραμμένη πορεία, τα σίγουρα πατήματα, που φαίνεται να συνάδουν με τους κανόνες που οδηγούν σε μια κοινωνία τάξης (θείας και ανθρώπινης).
 Φαίνεται απλό, και ίσως να είναι, για όποιον δεν θέλει να πάει πιο κει. Το πιο κει και το πιο πέρα κρύβει κίνδυνο για τους περισσότερους, γοητεία για κάποιους, και οδύνη απέραντη για αυτούς τους λίγους επίλεκτους της ζωής, αυτούς που ονειροβατούν κι αλλού πατούν. Δύσκολο να τους νιώσεις, πιο περίπλοκο ακόμη να ταχθείς μαζί τους. Παράλογη η πορεία τους, ή έτσι φαίνεται να είναι. Ρωτούν, διαρκώς ρωτούν και απόκριση καμιά. Θέλουν να τους εξηγηθούν τα πάντα, αλλά κανείς δεν μπαίνει στον κόπο -από τις αόρατες δυνάμεις- να τους απαντήσει. Σιγή. Δεν είναι παράλογο που θέλουν μια εξήγηση (αυτή τάχα δεν είναι η φύση του νοήμονος όντος;) για όλα γύρω τους. Δεν είναι, όμως, και παράλογη η σιωπή του κόσμου. Γιατί, τάχα, θα έπρεπε να νοιαστεί να απαντήσει το ερωτώμενον θείον; Η λογική του πεπερασμένου ανθρώπου δεν μπορεί να καλύψει τα πάντα από τα υπάρχοντα, πόσο μάλλον από τα μη διαφαινόμενα καθαρά στον νου του. Δυστυχώς παράλογη είναι η συνύπαρξη των δύο : του ερωτώντος και του ερωτωμένου. Και ως προς τον ερωτώμενον, δεν μπορούμε (αλλά και δεν μας πέφτει και λόγος) να ξέρουμε τι θα ακολουθήσει αυτή τη σιωπή. Ως προς το άλλο σκέλος του παράδοξου και παράλογου “διαλόγου”, δεν μένει παρά να περιμένουμε να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, όπως έλεγε ένας σπουδαίος διανοητής -είχα την τύχη να τον έχω δάσκαλο- πριν από πολλά χρόνια, κι εγώ τον άκουγα προβληματισμένη (δηλαδή, δεν έχει άλλη επιλογή;).

 Μου έρχεται τώρα στον νου η σκέψη του Άγγελου Σικελιανού, εκφρασμένη στο ποίημά του
«Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα».

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατσεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι…
Κι όπως κυλά από τ’άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά έν’αστέρι,
ή ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’τα στήθη πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε…
Γιατί μονάχα εκείνοι π’αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!


 Ποιος να θεωρήσει επιλήψιμο ένα τέτοιο θάνατο;
Ζωή και θάνατος ένα, ή αλλιώς: η μόνη μέθοδος είναι ο θάνατος. Μια φυσική συνέχεια ή μια φυσική διακοπή του παράλογου διαλόγου. Ποιος να τον κρίνει; Άνθρωπος κανείς. Αδυνατεί να φτάσει το μέγεθος της πράξης. Δεν έχει σημασία πια το πλαίσιο του επιλήψιμου, όπως δεν νοιάζεται και κανείς να βάλει τα όρια του αποδεκτού. Πώς να τοποθετηθείς με τη λογική (αυτή δεν θέτει τους κανόνες;) απέναντι στην πράξη της υπέρβασής της;
 Ίσως, τότε, να κριθεί από ανώτερες δυνάμεις, θα προφτάσει ευφυώς να πει κανείς. Ας μην προχωρήσουμε σε θεολογικά χωράφια. Όμως ο ποιητής μάς δείχνει ένα θεό να σηκώνει τα χέρια μπροστά σε τέτοια επιλογή. Αυτή είναι η θεία αταραξία. Το ξεχωριστό αυτό ον δεν το αγγίζει μήτε η ανθρώπινη κρίση (ανεπίληπτη η πράξη) μήτε η εξωανθρώπινη. Το θείον ατάραχον.



«Δε με χωρεί κανένας στίχος,
Γιόμισεν τόση πρίκα πια η καρδιά
που ξέχασα το φως το μυστικό,
που ξέχασα τ’αστέρια…»

Έγραφε πολλά χρόνια πριν κι ο Ηλίας, τότε που ακόμα παρουσιαζόταν ως Αλέξης Φωκάς. Βέβαια από τότε πέρασε πολύς καιρός, μέχρι να πάει απέναντι να συναντήσει το φως το μυστικό. Ίσως σε τέτοιες περιπτώσεις να ταιριάζει καλύτερα αυτό που λέει ο λαός έφυγε, δεν λέει πέθανε. Φεύγω θα πει ανοίγω την πόρτα εγώ, με τη δική μου θέληση και αποχωρώ, ή αλλιώς παίρνω τη μοίρα στα χέρια μου (όσο είναι αυτό δυνατό, αν αναλογιστούμε την πανάρχαια δοξασία ότι, δηλαδή, η μοίρα είναι πιο πάνω κι από τους θεούς τους ίδιους· σκέψου οι έρημοι οι άνθρωποι τι έχουν πάνω από το κεφάλι τους). Γίνομαι, ας πούμε, Οιδίποδας, και περιγελώ τη θεία βεβαιότητα ότι όλα τα ελέγχει. Όλα ίσως, όχι όμως και αυτή τη σπάνια ποιότητα, τον ελεύθερο άνθρωπο, ή αλλιώς τον απελπισμένο. Εκεί ακριβώς η ανώτερη διάνοια αποχωρεί. Αφήνει το πεδίο ελεύθερο στο ον που αμφισβήτησε, που δοκίμασε να πατήσει στον χώρο του επέκεινα με τα δικά του βήματα, χωρίς μοιραίες ή θεϊκές προδιαγραφές. Μένει άραγε χώρος για τη φτωχή διάνοια του ανθρώπου να κρίνει και, φευ, να καταδικάσει; Και πόση σημασία μπορεί κανείς να δώσει σε μια τέτοια κρίση; Ας σταματήσουμε, όμως, εδώ. Ανοικτό το θέμα για συζήτηση και προβληματισμό, και μακάρι για αναθεώρηση από ψεων, ειδικά από όσους βρίσκουν εύκολο καταφύγιο στο στέρεο έδαφος του δικαίου είτε του εθιμικού είτε του θεϊκού.


Θα ήταν περί το 1981, όταν συναντήθηκα με τον Ηλία για να συνεννοηθούμε για μια “περίεργη”, όπως μου είχε φανεί αρχικά, συνεργασία που ήθελε για το περιοδικό που έβγαζε τότε, το περιοδικό «Ωλήν», ένα εξαιρετικό για τα μέτρα της εποχής έντυπο, που δεν επρόκειτο να ζήσει για πολύ. Η συνεργασία αφορούσε μια μετάφραση της προφητείας του Ναούμ, του γνωστού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, που ο Ηλίας νόμιζε ότι μπορούσα να του κάνω. Ξαφνιάστηκα για την επιλογή του κειμένου (δεν τον ήξερα και καλά, ούτε και ήταν γνωστός ακόμη· δημοσίευε τα ποιήματά του με ψευδώνυμο), αλλά δέχτηκα, και έτσι η δημοσίευση έγινε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, και μάλλον άρεσε. Τώρα, γιατί τα σκέφτομαι αυτά. Οι παράξενες παρουσίες στη ζωή μας είναι αυτές που τελικά μένουν και αποκτούν μια ιδιαίτερη σημασία. Κάποιοι άνθρωποι μοιάζει από νωρίς να “ψάχνονται” διαφορετικά από τους υπόλοιπους, και αυτό ίσως καθορίζει και την πορεία τους. Ξαφνιάζουν με τις επιλογές τους, ξεχωρίζουν με τις προτάσεις τους αλλά και επικρίνονται συχνά ως διαβιούντες στο περιθώριο. Ο Ηλίας Λάγιος ξεχώρισε μερικά χρόνια αργότερα και ξεχώρισε πολύ. Τόσο, ώστε να προταθεί για το κρατικό βραβείο ποίησης (η απονομή του βραβείου έγινε όταν αυτός είχε πάρει πια τις αποστάσεις του από όλους και από όλα, τις αποστάσεις του από τη ζωή, και δεν δόθηκε σ’ αυτόν). Αλλά και τόσο, ώστε να αποχωρήσει με τον τραγικό τρόπο που “επέλεξε”.

(Διώνη Δημητριάδου)

(από τη συλλογή δοκιμίων "Το ύφος και το ήθος", εκδόσεις Νοών, 2010)

   

Το ατύχημα (διήγημα)

Ο Πρώτος τον είδε αλλά δεν κατάλαβε καλά τι γινόταν, γιατί το μυαλό του ήταν πολύ θολωμένο· θα πρέπει να ήταν ήδη στο πέμπτο, μπορεί και έκτο, ποτήρι βότκα (σκέτο εννοείται). Ο Δεύτερος γύρισε το κεφάλι του και τον έψαξε, όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν πια δίπλα του, άρα τόση ώρα μίλαγε στον βρόντο. Ίσα που πρόλαβε να τον δει να ζυγίζεται στην κουπαστή της βεράντας, και μετά τον έχασε από τα μάτια του. Ο Τρίτος, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο Άλλος προσγειωνόταν στο πλακόστρωτο, έβγαινε στη βεράντα, άρα δεν είδε τίποτα. Άκουσε την κραυγή του Δεύτερου και τον είδε να τρέχει προς την άκρη για να κοιτάξει κάτω. Κοκάλωσε.

 Ο Δεύτερος, καθισμένος κάπως άβολα στη σπαστή καρέκλα του ασθενοφόρου προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με την εικόνα του Άλλου, όπως την είχε μπροστά του. Αναίσθητος, αιμόφυρτος και, ίσως, ετοιμοθάνατος. Τι είχε επιτέλους συμβεί; Πώς είχε πιει τόσο και δεν κατάλαβε κανείς τίποτε; Του μίλαγε πριν από λίγο. Στην αρχή του απαντούσε, μετά κάτι ψιθύριζε, μετά τίποτε, αλλά νόμιζε ότι τον άκουγε. Πότε σηκώθηκε, πότε ανέβηκε στο στηθαίο, επιτέλους τι ήθελε να κάνει εκεί πάνω; Όχι, δεν καταλάβαινε.

 Ο Πρώτος έπινε τον δυνατό καφέ που του είχε φτιάξει ο Τρίτος. Η ζαλάδα δεν του είχε περάσει ακόμα. Τι να καταλάβει; Έπεσε από τη βεράντα στο πλακόστρωτο. Ο Άλλος. Γιατί;

 Ο Τρίτος πάσχιζε να θυμηθεί. Από το πρωί, που τον πήρε τηλέφωνο ο Άλλος και ήρθε σπίτι του, ήταν μαζί. Μιλούσε συνέχεια. Του είπε πράγματα για τη ζωή του που ο ίδιος τα αγνοούσε, κι ας ήταν στενοί φίλοι εδώ και σαράντα χρόνια. Μερικά δεν τα καταλάβαινε, ιδίως αυτά που έλεγε για τον χωρισμό των ανθρώπων σε ομάδες. Η  π ρ ώ τ η  ο μ ά δ α, έλεγε, είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν τη ζωή αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα και τα προβλήματά της. Δεν υπερπηδούν τα εμπόδια που βρίσκουν μπροστά τους, τα θολώνουν για να μην τα βλέπουν. Η  δ ε ύ τ ε ρ η  ο μ ά δ α είναι αυτοί που θέλουν διαρκώς τη βοήθεια κάποιου για να τον έχουν δίπλα τους και να τους ακούει, να νιώθουν ότι τους βοηθάει· βέβαια, κι αυτό δεν είναι άσχετο, οι ίδιοι σπανίως ακούν τον άλλο και τα προβλήματά του. Η  τ ρ ί τ η  ο μ ά δ α είναι οι πιο φυσιολογικοί, ας το πούμε έτσι, για τα μέτρα του μέσου ανθρώπου. Και ακούνε και βοηθάνε και μιλάνε και είναι πάντα εκεί, όταν κάποιος τους ζητάει. Καλό αυτό, όμως δεν είναι πολυπληθής ομάδα.
Σίγουρα σ’ αυτούς δεν ανήκουν ο ι  ά λ λ ο ι, οι ολιγάριθμοι αυτοί περίεργοι, που νιώθουν αλλιώς και αντιλαμβάνονται αλλιώς τα πράγματα γύρω τους. Αυτοί σπανίως μιλάνε, και όταν το κάνουν, είπε, σε λίγους εκλεκτούς ακροατές, μιλάνε σε γλώσσα περίεργη, δυσνόητη, συμβολική και απρόσιτη· αυτοί ξέρουν ότι λίγοι θα τους καταλάβουν, στο μέτρο πάντα του δυνατού, δεν έχουν, όμως, και την απαίτηση να γίνουν αντιληπτοί. Θέλουν, είπε, να καταθέσουν σε ευήκοα ώτα τη «διαθήκη» τους, πώς δηλαδή σκοπεύουν να διαθέσουν τον εαυτό τους στο εξής. Δεν το πολυκατάλαβε αλλά δεν πρόλαβε και να ζητήσει να του το εξηγήσει αυτό, γιατί ήρθαν οι άλλοι δύο και η κουβέντα ξεστράτισε. Μόνο κάποια στιγμή που βρέθηκαν οι δυο τους τον ρώτησε.
Να δες τους και θα καταλάβεις, είπε. Εγώ τι να κάνω εδώ;

 Ήταν ο Δεύτερος στο τηλέφωνο:
Δεν τα κατάφερε, τελείωσε. Δεν συνήλθε παρά μόνο για μια στιγμή, με κοίταξε και ψιθύρισε κάτι ακατανόητο, 
ε ί μ α ι  μ ε  τ ο υ ς  ά λ λ ο υ ς,  
π ά ν τ α  μ’ α υ τ ο ύ ς  ή μ ο υ ν α
κάτι τέτοιο. Καταλαβαίνεις τίποτε; Εδώ τους είπα ότι πήγε να κοιτάξει κάτω, είχε πιει πολύ, ζαλίστηκε κι έπεσε. Ατύχημα, έτσι;

 Ο Τρίτος θυμήθηκε τον καθηγητή του στο Πανεπιστήμιο: «Πάντα η ετυμολογία μιας λέξης σάς βοηθάει να κατανοήσετε το βαθύτερό της νόημα».
Ατύχημα: α στερητικό και τύχη. Δηλαδή κάτι που ξέφυγε από τη τύχη. Ναι, αλλά όχι τυχαία. Η ζωή μας όλη είναι που επιλέγει την πλευρά που θα ταχθούμε. Με τους τυχερούς, που βρίσκουν λύσεις, άσχετο αν τους λύνουν τα προβλήματα ή με τους λίγους άτυχους, που πολλά κατανοούν και λίγα αντέχουν; Αυτοί καμιά φορά σαλτάρουν κι από τα μπαλκόνια.
Και βέβαια ατύχημα. Τι άλλο;

Απλή λεπτομέρεια. Ο Άλλος από το πρωί που ήταν συνέχεια μαζί δεν είχε βάλει ούτε σταγόνα αλκοόλ στο στόμα του.

(Διώνη Δημητριάδου)

(από τη συλλογή διηγημάτων "Το ατελιέ", εκδόσεις Νοών, 2011)