Παρασκευή, 19 Ιανουαρίου 2018

V.I.T.R.I.O.L. Ένα παράξενο, πρωτότυπο βιβλίο της Ελευθερίας Παραγιουδάκη (Λυκαίας Ιεροφίλης) με εικαστικά της Ελευθερίας Εμμανουήλ εκδόσεις Οσελότος


V.I.T.R.I.O.L.

Ένα παράξενο, πρωτότυπο βιβλίο

της Ελευθερίας Παραγιουδάκη (Λυκαίας Ιεροφίλης)

με εικαστικά της Ελευθερίας Εμμανουήλ
εκδόσεις Οσελότος




Έτσι μας συστήνεται το βιβλίο:

V ISITA

I  NTERIORE

T ERRA

R ECTIFICANDO

I  NVENIES

O CCULTUM

L APIDEM



Επισκέψου το εσωτερικό της γης και καθαρίζοντας,

θα ανακαλύψεις  τη μυστική -φιλοσοφική- λίθο…



Το V.I.T.R.I.O.L. συμβολίζει το παγκόσμιο διαλυτικό!

Το εσωτερικό ταξίδι του ανθρώπου

προς την προσωπική Ιθάκη του. 

Την αυτοπραγμάτωση.

Μοναδικό νόημα της αυτογνωσίας η αγάπη.

Η μοναδική ουσία της νοήμονος αγάπης

συνέχει τους κόσμους.




Ουτοπία / έχω ένα όνειρο



Κι ως οι αυγές λιγώνουν στα επινίκια νύχτας και

οι ζεστές μέρες μισεύουν στων ανέμων το μεθύσι,

μια ευχή μονάχα κάνω.

Γίγαντα αντρειωμένο τον ξανοίγω τον δεσμό μας,

στο χάσιμο του ΕΓΩ!

Και του ΕΜΕΙΣ η υπόσταση, σκυταλοδρόμος ακούραστος,

να παίρνει τη ρεβάνς στις σχέσεις.

Τα σκοτεινά δωμάτια ν' αερίσει η αυριανή παρέα

και νέα τραγούδια να ζωντανέψουν σοβάδες

και κουφώματα χάρβαλα.

Να κάμει φιλιά το ξέφτι του πόνου με της ψυχής το ντέρτι

κι ο ξένος ομοαίματος να ζυγώσει -

κοινή τράπεζα και θεία μεταλαβιά το ΕΝΑ!

Έτσι ονειρεύομαι κόσμο μυστικό, σε φύλλα κρυφά κι απόσκια.

Μ' ένα όνειρο αληθινό καρτερώ

του θερισμού το δρεπάνι να αγγίξει τον Άτλαντα.

Και μ' ανάσα κι αναστεναγμό -χαλάλι η ζήση- του Άδη

τις καστρόπορτες θαρρετά ν' αντικρύσω.

Μάγισσας γέννα και πατρίδα μου οι βροχές!

(οπισθόφυλλο)




Στο εισαγωγικό σημείωμα γράφει ο Λύκος Παραβάτης:

[…]

Ω, τίποτα πιο ελκυστικό για τον άνθρωπο με τη συνεχή εσωτερική τάση προς το ανερμήνευτο! Ιδίως για εκείνα τα ιδιαιτέρως προικισμένα πλάσματα, που έβγαιναν στο ξέφωτο της αρχέγονης Μνήμης, σε επίπονη προσπάθειά τους να ¨θυμηθούν», αντίθετα στις απαγορεύσεις των ιερέων που περιέβαλλαν με τρόμο και απειλές «απώλειας της ψυχής» όσους γύριζαν πίσω στην ουσία του Όντος απ’ όπου απεσπάσθησαν.

[…] ο κόσμος του Χάους δεν έχει στεγανά όσο κι αν αυτό φοβίζει. Τα περάσματα προς την ουσία του είναι δύσβατα, τρομακτικά, ναι, συχνά επαπειλούν με τρέλα ή και θανατηφόρο έκσταση τον μύστη, αλλά είναι ΥΠΑΡΚΤΑ! Ο Ηρακλής, ο Ορφέας, η Περσεφόνη, ο Λάζαρος και όσοι μετείχαν δύο κόσμων, δεν είναι παρά η απλοϊκή επισήμανση της δυνατότητας ολίγων, των σαλών, όσων τραυλίζουν σε γλώσσα ακατάληπτη τη γνώση που τους χαρίστηκε προνομιακά.




Ανθολογώντας από το βιβλίο:



Ορφανοτροφείο ανηλίκων γερόντων



Μια αυτοσχέδια βακτηρία χτυπούσε ρυθμικά, μαρμάρινα βήματα μετρώντας:

Ταπ… ταπ… ταπ ταπ... Ταπ... ταπ... ταπ ταπ....

Μισοκρυμμένος πίσω απ' τον τοίχο, ο νεαρός  υποστηριζόμενος με κάλεσε να τον βοηθήσω στο τελευταίο σκαλοπάτι.

«Σίμωσε, κοπελιά μου, γιάντα δε με καλοβοηθά η κατσούνα»

Πλησίασα, το -σαν σε προσκυνητάρι- ζωγραφισμένο από τη ζωή πρόσωπο, με ρυτίδες, ωραία κεντίδια και δύο μάτια λίμνες γαλάζιες, άπατες!

Στάθηκε μπροστά μου, κι όλο απορία με ρώτησε:

«' ντα θες, απατή σου,  στο σπίτι με τα ’ρφανά;»

Πρώτη φορά συναντούσα τον εκφραστικό γέροντα στον Οίκο Ευγηρίας, που ζούσε η μητέρα μου, τους τελευταίους μήνες.

« Ήρθα να δω τη μητέρα μου» εξηγούσα, καθώς τον συνόδευε προς το θάλαμο, που μου υπέδειξε με την κατσούνα.

«Πώς σας λένε;» ρώτησα τη ζωντανή αγιογραφία  που συνόδευα.

«Ηρακλή» απάντησε χωρίς περιστροφές «και πάω εδά να σκοτώσω την Ύδρα!

«Το νησί;»  τον ρώτησα κρυφογελώντας.

«Τη Λερναία μαθές!  Να!  Θα στέκω μπροστά στο καρφίχτη και θα τση μιλιώ, θα τση μιλιώ, ίσαμε να τηνε καταφέρω!»

«Και πώς θα την καταφέρετε να πεθάνει μόνο με την κουβέντα;» αρπάχτηκα για να του λύσω τη γλώσσα.

«Όφου, κοπελιά μου, κι είσαι μικιό.  ΄Ανε τση ξιστορίσω τσι πόνους και τσι καημούς μου, θα ποθάνει!  Κατέεις εδά, κοτζάμ Ηρακλή, απατή μου, και εκαταφέρανέ με.  Μόνο απατή σου, γλάκα μακριά, μη σαν ανιστορώ τζη ξυπνήσουνε οι δαιμόνοι και μακελέψουσί σε. Σάλευγε, κοπελιά μου, και τσι κρατώ με το ζόρε».

Μ’ έσπρωξε μαλακά με την κατσούνα και μπήκε στο θάλαμο, κλείνοντας την πόρτα με θόρυβο, σαν να σφράγιζε την πύλη του Άδη.

Λίγο αργότερα στο δωμάτιο της μάνας μου, εξιστορώντας της το συναπάντημά μου με τον αξιαγάπητο γέροντα, πήρα την πιο πικρή κι αληθινή απάντηση:

«Μα, κοπελιά μου, εδώ που με φέρατε, τι θαρρείς πως είναι; Ορφανοτροφείο ανηλίκων γερόντων είναι!» είπε και χαμήλωσε το κεφάλι...



Το επόμενο πρωί με βρήκε ξάγρυπνη σε υγρό μαξιλάρι.  Όλη νύχτα μιλούσα με τσι δαιμόνους του μπάρμπα Ηρακλή.  Μα σάμπως το ξημέρωμα, καθώς ανασήκωσε το φως της σκοτεινιάς  τον πέπλο, σε κάποιον αναγνώρισα έναν μεγάλο φόβο μου κι άλλος μύριζε νυχτερινό μου εφιάλτη!

Ξαμόλησε ο γέροντας, τους δαίμονές του στο κατόπι μου!  Η ψυχή του κόσμου (anima mundi)  γεννά τους εφιάλτες μας στ' απόσκια των ονείρων, στου ασυνείδητου τη χώρα. Πρώτη φορά δεν κράτησα υπόσχεση.



Όσο κι αν το προσπάθησα εκείνο το βράδυ, δεν σκότωσα την Ύδρα!

______________



Λεξικό Κρητικής διαλέκτου:

κατσούνα: το μπαστούνι

καρφίχτης: ο καθρέφτης

γλάκα: τρέξε

απατή σου: εσύ, ο εαυτός σου

σάλευγε: τρέξε, φύγε




Το ξωτικό του νεκροταφείου (αποσπάσματα)



[…]

Συχνά τον ακούνε να μιλάει δυνατά και να δίνει συμβουλές ή να συμπεριφέρεται σαν να ακούει οδηγίες από τον αέρα. Ο παπα Γιώργης, που λειτουργεί στο κοιμητήρι, τον έχει φωνάξει πολλές φορές και συζητάνε γι’ αυτές τις παράξενες συνομιλίες του και έχει βγάλει τα συμπεράσματά του.

[…]

Άνοιξε το μικρό βορεινό παραθυράκι, απ’ όπου είχε κρυφακούσει τον διάλογο του κυρ Βαγγέλη με το υπερπέραν. Φως χύθηκε μέσα στην  αποθήκη με τα εργαλεία. Το μικρό κρεβάτι στον τοίχο, στρωμένο. Μόνο στην άκρη του τραπεζιού, το ποτήρι με το μισοπιωμένο κοκκινέλι. Και πάνω στην καρέκλα, ένας μικρός σωρός. Ένας σωρός από ό,τι αποτελούσε τα φύλλα περιτυλίγματος του παράξενου ξωτικού, που μιλούσε με τους αποθαμένους. Ένας σωρός από παππουδίστικες μάλλινες φανέλες και πουλόβερ. Και στο πάτωμα, μπροστά στην καρέκλα, εκείνο το χωματί παντελόνι που φορούσε σαν δούλευε.

Ο Κωστάκης, περίεργος, άπλωσε τα χέρια στον παράξενο σωρό. Στη στιγμή το χέρι του γέμισε χώμα, που σκόρπισε στο πάτωμα σαν λεπτή πούδρα. Ακριβώς όπως στις δοκιμές του κυρ Βαγγέλη, πριν την εκταφή.  

Στεγνό και χωρίς υγρασία… Έτοιμο!




Μεγάλωσα στον κήπο του πατέρα μου, στο Δάσος Χαϊδαρίου, που είναι το «χωριό» μου από το 1963, όταν ήταν ακόμα αραιοκατοικημένο και παραδείσιο. Το κτήμα της οικογένειας έγινε από τα πρώτα μου βήματα «ο κήπος της Εδέμ» - τράφηκα με τ’ αρώματα, τις γεύσεις και τη γη του. σ’ αυτή την άκρη της Αθήνας μεγάλωσα, εκπαιδεύτηκα, ερωτεύτηκα, έγινα μητέρα και δημιουργός.

(από το βιογραφικό της Ελευθερίας Παραγιουδάκη, όπως παρατίθεται στο βιβλίο)



Διαβάζοντας [το V.I.T.R.I.O.L.] ένιωσα μια αυθεντική και έντονη γραφή – ειλικρινή και άμεση, που καταφέρνει να εισδύσει στις ταλαιπωρημένες ψυχές των ηρώων της, για να τις τραβήξει και αν τις λυτρώσει στο φως των αναγνωστών της.

(από το σημείωμα της εικαστικού Ελευθερίας Εμμανουήλ)

επιμέλεια - ανθολόγηση: Διώνη Δημητριάδου