Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016



Η γλώσσα, η τέχνη του λόγου, η υποβολή

(μια μικρή μνεία του Γ. Βιζυηνού)



Αρκεί να διαβάσεις έστω και ένα μικρό απόσπασμα από ένα μεγάλο συγγραφέα, να αφεθείς στον ρυθμό της αφήγησης που υπαγορεύεται από τον άψογο συσχετισμό των λέξεων, να εισχωρήσεις στην "ψυχή" που σου χαρίζεται πίσω από τις υποβλητικές εικόνες. Και τότε λες: ετούτος εδώ ο μέγιστος των ελληνικών γραμμάτων μαζί με τον άλλο της μαγικής γραφής, Βιζυηνός και Παπαδιαμάντης λοιπόν μαζί οι δυο τους δεν είναι το πολύτιμο κεφάλαιο της λογοτεχνίας μας; 

"Ενθυμούμαι ακόμη οποίαν εντύπωσιν έκαμεν επί της παιδικής μου φαντασίας η πρώτη εν τη εκκλησία διανυκτέρευσις. Το αμυδρόν φως των έμπροσθεν του εικονοστασίου λύχνων, μόλις εξαρκούν να φωτίζη αυτό και τας προ αυτού βαθμίδας, καθίστα το περί ημάς σκότος έτι υποπτότερον και φοβερώτερον, παρά εάν ήμεθα όλως διόλου εις τα σκοτεινά. Οσάκις το φλογίδιον μιας κανδήλας έτρεμε, μοι εφαίνετο πως ο Άγιος επί της απέναντι εικόνος ήρχιζε να ζωντανεύη και εσάλευε, προσπαθών ν’ αποσπασθή από τας σανίδας, και καταβή επί του εδάφους, με τα φαρδυά και κόκκινά του φορέματα, με τον στέφανον περί την κεφαλήν, και με τους ατενείς οφθαλμούς επί του ωχρού και απαθούς προσώπου του. Οσάκις πάλιν ο ψυχρός άνεμος εσύριζε διά των υψηλών παραθύρων, σείων θορυβωδώς τας μικράς αυτών υέλους, ενόμιζον, ότι οι περί την εκκλησίαν νεκροί ανερριχώντο τους τοίχους και προσεπάθουν να εισδύσωσιν εις αυτήν. Και, τρέμων εκ φρίκης, έβλεπον ενίοτε αντικρύ μου έναν σκελετόν, όστις ήπλωνε να θερμάνη τας ασάρκους του χείρας επί του μαγκαλίου, το οποίον έκαιε προ ημών. Και όμως δεν ετόλμων να δηλώσω ουδέ την παραμικροτέραν ανησυχίαν. Διότι ηγάπων την αδελφήν μου, και εθεώρουν μεγάλην προτίμησιν να είμαι διαρκώς πλησίον της και πλησίον της μητρός μου, ήτις χωρίς άλλο θα με απέστελλεν εις τον οίκον, ευθύς ώς ήθελεν υποπτευθή ότι φοβούμαι. Υπέφερον λοιπόν και κατά τας επομένας νύκτας τας φρικιάσεις εκείνας μετ’ αναγκαστικής στωικότητος και εξετέλουν προθύμως τα καθήκοντά μου, προσπαθών να καταστώ όσον το δυνατόν αρεστότερος. Ήναπτον πυρ, έφερον νερόν και εσκούπιζα την εκκλησίαν, όταν ήτο καθημερινή. Τας εορτάς και Κυριακάς κατά τον όρθρον, εχειραγώγουν την αδελφήν μου να σταθή κάτω από το Ευαγγέλιον, το οποίον ανεγίνωσκεν ο λειτουργός από της Ωραίας Πύλης. Κατά την λειτουργίαν ήπλωνα χαμαί το χράμι , επί του οποίου έπιπτεν η ασθενής πρόμυτα, διά να περάσουν τα Άγια από επάνω της. Κατά δε την απόλυσιν, έφερον το προσκέφαλόν της ενώπιον της αριστεράς του Ιερού θύρας, διά να γονατίζη επ’ αυτού, ώσπου να ξεφορέση ο παπάς επάνω της και να της σταυρώση το πρόσωπον με την Λόγχην, ψιθυρίζων το «Σταυρωθέντος σου Χριστέ, ανηρέθη η τυραννίς, επατήθη η δύναμις του Εχθρού κτλ.». Και εις όλα ταύτα με παρηκολούθει η πτωχή μου αδελφή με την ωχράν και μελαγχολικήν της όψιν, με το αργόν και το αβέβαιον βήμα της, ελκύουσα τον οίκτον των εκκλησιαζομένων και προκαλούσα τας ευχάς αυτών υπέρ αναρρώσεώς της· αναρρώσεως, ήτις δυστυχώς ήργει να επέλθη. Απ’ εναντίας, η υγρασία, το ψύχος το ασύνηθες και, μα το ναι, φρικαλέον των εν τω ναώ διανυκτερεύσεων δεν ήργησαν να επιδράσουν βλαβερώς επί της ασθενούς, της οποίας η κατάστασις ήρχισε να εμπνέη τώρα τους εσχάτους φόβους. Η μήτηρ μου το ηννόησε, και ήρχισε, και εν αυτή τη εκκλησία, να δεικνύη θλιβεράν αδιαφορίαν προς παν ό,τι δεν ήτο αυτή η ασθενής. Δεν ήνοιγε τα χείλη της προς ουδένα πλέον, ειμή προς την Αννιώ και προς τους Αγίους, οσάκις προσηύχετο. Μίαν ημέραν τη επλησίασα απαρατήρητος, ενώ έκλαιε γονυπετής προ της εικόνος του Σωτήρος. — Πάρε μου όποιο θέλεις, έλεγε, και άφησέ μου το κορίτσι. Το βλέπω πως είναι για να γένη. Ενθυμήθηκες την αμαρτίαν μου και εβάλθηκες να μου πάρης το παιδί, για να με τιμωρήσης. Ευχαριστώ σε, Κύριε! Μετά τινας στιγμάς βαθείας σιγής, καθ’ ην τα δάκρυά της ηκούοντο στάζοντα επί των πλακών, ανεστέναξεν εκ βάθους καρδίας, εδίστασεν ολίγον και έπειτα επρόσθεσεν: — Σου έφερα δυο παιδιά μου στα πόδια σου... χάρισέ μου το κορίτσι! Όταν ήκουσα τας λέξεις ταύτας, παγερά φρικίασις διέτρεξε τα νεύρα μου και ήρχισαν τα αυτία μου να βοΐζουν. Δεν ηδυνήθην ν’ ακούσω περιπλέον. Καθ’ ην δε στιγμήν είδον, ότι η μήτηρ μου, καταβληθείσα υπό φοβεράς αγωνίας, έπιπτεν αδρανής επί των μαρμάρων, εγώ αντί να δράμω προς βοήθειάν της, επωφελήθην την ευκαιρίαν να φύγω εκ της εκκλησίας τρέχων ως έξαλλος και εκβάλλων κραυγάς, ως εάν ηπείλει να με συλλάβη ορατός αυτός ο θάνατος. Οι οδόντες μου συνεκρούοντο υπό του τρόμου, και εγώ έτρεχον, και ακόμη έτρεχον. Και, χωρίς να το εννοήσω, ευρέθην έξαφνα μακράν της εκκλησίας. Τότε εστάθην να πάρω την αναπνοήν μου, και ετόλμησα να γυρίσω να ιδώ οπίσω μου. Κανείς δεν μ’ εκυνήγει. Ήρχισα λοιπόν να συνέρχωμαι ολίγον κατ’ ολίγον, και ήρχισα να συλλογίζωμαι. Ανεκάλεσα εις την μνήμην μου όλας τας προς την μητέρα τρυφερότητας και θωπείας μου. Προσεπάθησα να ενθυμηθώ μήπως της έπταισά ποτε, μήπως την ηδίκησα, αλλά δεν ηδυνήθην. Απ’ εναντίας εύρισκον, ότι αφ’ ότου εγεννήθη αυτή η αδελφή μας, εγώ, όχι μόνον δεν ηγαπήθην, όπως θα το επεθύμουν, αλλά τούτ’ αυτό, παρηγκωνιζόμην ολονέν περισσότερον. Ενθυμήθην τότε και μοι εφάνη, ότι ενόησα διατί ο πατήρ μου εσυνήθιζε να με ονομάζη το αδικημένο του. Και με επήρε το παράπονον και ήρχισα να κλαίω. «Ω!», είπον, «η μητέρα μου δεν με αγαπά, και δεν με θέλει! Ποτέ, ποτέ πλέον δεν πηγαίνω εις την εκκλησίαν!» Και διηυθύνθην προς την οικίαν μας περίλυπος και απηλπισμένος. Η μήτηρ μου δεν ήργησε να με ακολουθήση μετά της ασθενούς. Επειδή ο ιερεύς, όστις, ταραχθείς υπό των κραυγών μου, εμβήκεν εις την εκκλησίαν, όταν είδε την ασθενή, συνεβούλευσε την μητέρα μου να την μετακομίση. — Ο Θεός είναι μεγάλος, θυγατέρα, τη είπε, και η χάρις του φθάνει εις όλην την οικουμένη. Αν είναι για να γιάνη το παιδί σου, θα το γιάνη και στο σπίτι σου. Δυστυχής η μήτηρ, ήτις τον άκουσε! Διότι αυτοί είναι οι τυπικοί λόγοι, με τους οποίους οι ιερείς αποπέμπουσι συνήθως τους ετοιμοθανάτους, διά να μη εκπνεύσουν εν τη εκκλησία και βεβηλωθή η ιερότης του τόπου. Όταν επανείδον την μητέρα μου, ήτον υπέρ ποτε θλιβερά! Αλλά προς εμέ ιδίως εφέρθη με πολλήν γλυκύτητα και προσήνειαν. Με έλαβεν εις την αγκάλην της, μ’ εθώπευσε και μ’ εφίλησε τρυφερά και επανειλημμένως. Ενόμιζες ότι προσεπάθει να με εξιλεώση."

Γεώργιος Βιζυηνός, απόσπασμα από "Το αμάρτημα της μητρός μου"