Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Μέρος Δεύτερο






               Αγαπητέ μου, νομίζω πως έχεις μπερδέψει τον Κορτώ με τον Κοκτώ.





1


Όλη την υπόλοιπη νύχτα έμεινα στο νοσοκομείο και περίμενα να ανακτήσει τις αισθήσεις του ο Αλκίνοος. Είχα να του κάνω πολλές ερωτήσεις σχετικά με ό, τι του είχε συμβεί. Όταν μου επέτρεψαν να τον δω, μπήκα και κάθισα δίπλα στο κρεβάτι του. Εκείνος μου διηγήθηκε το τελευταίο πράγμα που θυμόταν το βράδυ του συμβάντος. Μου είπε πως ήταν ένα παράξενο όνειρο:
«Ήταν πολύ περίεργο, ένιωθα σαν να ήμουν σε μια κατάσταση ύπνωσης, αλλά είχα συνείδηση των πράξεών μου. Μόνο που δεν είχα τον έλεγχο. Λες και ήμουν μαριονέτα που την κινούσε κάποιος άλλος. Κάποια αόρατη παρουσία.
»Ήμουν λέει σε μια πόλη και περπατούσα στον δρόμο μόνος μου· πρωί. Αριστερά και δεξιά από τον δρόμο υπήρχαν δέντρα και πάνω στα πιο ψηλά κλαδιά τους, ηχεία. Κι απ’ τα ηχεία έπαιζε “Απόγευμα στο δέντρο” του συνονόματού μου, Αλκίνοου. Πιο κάτω, εμφανίστηκαν ένα τσούρμο παιδιά, που κρατούσαν στα χέρια τους πολύχρωμα μπαλόνια. Ένα λεωφορείο σταμάτησε μπροστά τους και άρχισε να κατεβαίνει κόσμος, κουστουμαρισμένος σαν να πήγαινε στη δουλειά του. Κάθε ένας που έβγαινε από το  λεωφορείο, πήγαινε προς το μέρος που ήταν τα παιδιά, έπαιρνε από ένα μπαλόνι και μετά το μπαλόνι τον σήκωνε ψηλά στον ουρανό, μέχρι που χανόταν από τα μάτια μου, πίσω από τη γραμμή του ορίζοντα.
»Περπατώντας παρακάτω έφτασα σε μια πολύ μεγάλη πλατεία. Κι εκεί, καταμεσής της πλατείας, υπήρχε μια θεόρατη πυραμίδα, σαν αυτή του Χέοπα στην Αίγυπτο. Μυριάδες άνθρωποι στη βάση της πυραμίδας τραβούσαν την κορυφή της με σχοινιά. Σιγά-σιγά, η γη άρχισε να τρέμει. Η πυραμίδα ξεκόλλησε με ένα τρομερό βουητό από το χώμα, ανασηκωμένη από τη μια μεριά της βάσης της. Μετά, με ένα ακόμα δυνατό τράβηγμα από τα σχοινιά που ήταν δεμένη, αψηφώντας τους νόμους της φυσικής, γύρισε ανάποδα, η κορυφή της βουλιάζοντας στο χώμα και η βάση της ψηλά στον ουρανό. Όλοι άρχισαν να ζητωκραυγάζουν και να σφυρίζουν δυνατά. Χέρια τεντωμένα ψηλά, σε έκσταση. Έπιασα τον εαυτό μου να κάνει το ίδιο. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως είχα έλεγχο των πράξεών μου, δεν με συγκρατούσαν πια τα δεσμά που ένιωθα στην αρχή ότι περιόριζαν τις κινήσεις μου. Τα πόδια μου τότε, σηκώθηκαν από τη γη και με μια δυνατή κίνηση των χεριών μου προς τα πάνω, άρχισα να πετάω. Λες και το σώμα μου δεν ζύγιζε τίποτα, αιωρήθηκα για κάμποση ώρα πάνω από το πλήθος. Τώρα όλοι είχαν στρέψει το βλέμμα τους πάνω μου και με επευφημούσαν, φωνάζοντας το όνομά μου. Ξαφνικά, αισθάνθηκα κυρίαρχος, πως ό, τι κι αν έκανα, θα με υπάκουαν. Είχα κάτι σαν μαγική επιρροή επάνω τους. Έτεινα το χέρι μου προς τα δεξιά. Εκείνοι το ακολούθησαν. Μετά, το έτεινα αριστερά. Έκαναν το ίδιο. Και δεν έπαυαν στιγμή να αλαλάζουν φωνάζοντας το όνομά μου σύσσωμοι, καθώς εκτελούσαν κάθε μου παράγγελμα. Εκεί άρχισαν να θαμπώνουν οι εικόνες μπροστά μου. Σε κάθε μου σκαρδαμυγμό, έβλεπα μια το δωμάτιό μου, μια τον εαυτό μου να αιωρείται πάνω από το πλήθος. Λες και το όνειρο διαχεόταν στην πραγματικότητα και η πραγματικότητα στο όνειρο, προσπαθώντας το ένα να αφομοιώσει το άλλο.
»Απ’ αυτό το σημείο κι έπειτα δεν έχω κάποια άλλη ανάμνηση. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι εδώ μέσα». 
«Ωραίο όνειρο ακούγεται. Έχω δει κι εγώ στον ύπνο μου να πετάω. Βέβαια ξύπνησα στο κρεβάτι μου. Και τι πιστεύεις ότι σημαίνουν όλα αυτά;» τον ρώτησα.
«Σαν τι να σημαίνουν, ρε Ιασονάκο; Όνειρο ήτανε».
«Δεν αφήνεις τα “Ιασονάκο” λέω ‘γω; Αν δεν ήμουν εγώ να σε πιάσω, τώρα αυτήν την κουβέντα θα την έκανες με τον Απόστολο Πέτρο. Βλέπεις πως όλο και κάπου χρησιμεύουν οι φίλοι τελικά, έτσι;»
«Και δεν μου λες φίλε, για να έχουμε καλό ερώτημα. Εσύ τι δουλειά είχες στο σπίτι μου τέτοια ώρα; Μην μου πεις ότι σε έστειλε άγγελος Κυρίου, γιατί δεν θα σε πιστέψω», με ρώτησε.
«Εδώ που φτάσαμε Αλκίνοε, ας το πάρει το ποτάμι. Μην με παρεξηγήσεις, αλλά τις τελευταίες μέρες που δεν βρεθήκαμε, μου έλειψε η δράση, και για να μην στα πολυλογώ, ήρθα να δω τι κάνεις».
«Τότε, δεν μένει παρά να σε ευχαριστήσω. Τι λες μόλις πάρω εξιτήριο, να περάσεις το βράδυ από το σπίτι μου; Δεν έχω προγραμματίσει κάποια πτώση σήμερα, οπότε θα δούμε ταινία και θα σε κεράσω και φαγητό. Ίσως κάνα...»
«Μόνο που δεν θέλω άλλη τυρόπιτα. Νομίζω πως αξίζω μια αναβάθμιση», τον διέκοψα.
«Γι’ αυτό μην ανησυχείς καθόλου. Έχεις ήδη περάσει στο επόμενο στάδιο».



2


Μετά από λίγες ώρες μπήκε στο θάλαμο ο γιατρός με κάτι χαρτιά στα χέρια.
«Νεαρέ μου, όλες οι αιματολογικές σου βγήκαν πεντακάθαρες. Η μαγνητική δεν έδειξε κι εκείνη κάτι το ανησυχητικό. Είχες μόνο ελαφρώς αυξημένη την αρτηριακή πίεση, αλλά είναι φυσιολογικό μετά από το σοκ που υπέστη ο οργανισμός με την πτώση. Θα σου συνιστούσα ξεκούραση για σήμερα, άφθονα υγρά και καλύτερα να αποφύγεις την κατανάλωση αλκοόλ και καπνού. Αν νιώσεις ζαλάδα, ή οποιαδήποτε δυσφορία, σου γράφω μερικά χάπια τα οποία θα πάρεις με γεμάτο στομάχι και αμέσως τηλέφωνο εδώ. Λογικά όμως θα είσαι μια χαρά. Σε μια ώρα θα είναι έτοιμο το εξιτήριο, μπορείς να πας σπίτι σου».
Ο γιατρός έτεινε το χέρι στον Αλκίνοο χαμογελώντας και έφυγε απ’ το δωμάτιο.
Εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα ένας νεαρός, με το χέρι του κρατώντας σφιχτά τον καβάλο του παντελονιού του.
«Ρε παιδιά, ξέρετε πού έχει τουαλέτα εδώ κοντά;»
«Ναι», του απάντησε ο Αλκίνοος αμέσως. «Λοιπόν, θα βγεις στον διάδρομο και θα πας όπως ο Τσίπρας».
Το παλικάρι τον κοίταξε απορημένο. Το ίδιο και εγώ.
«Δεν κατάλαβες;», συνέχισε με ύφος αστειευόμενο. «Θα βγεις και θα πας αριστερά και αμέσως όόόλο δεξιά. Πρόσεξε όμως. Μην παρασυρθείς και πας τέρμα δεξιά στον διάδρομο, γιατί εκεί πετάνε τα σκουπίδια και βρωμάει πολύ. Μην κολλήσεις και τίποτα γιατί πολλά κυκλοφορούν».
Ο νεαρός πέταξε ένα “ευχαριστώ” στον αέρα και έφυγε εσπευσμένος. «Δε μου λες Αλκίνοε, μιας και το ανέφερες. Εσύ θα ψηφίσεις;»
«Όχι ρε, τι να ψηφίσω. Πας καλά;»
«Γιατί το λες αυτό;»
«Άσε ρε Ιασονάκο τώρα σε παρακαλώ, που θέλεις τέτοια κουβέντα».
«Γιατί όχι; Εκλογές έχουμε. Δεν σε ενδιαφέρει ποιος θα μας κυβερνάει;»
«Δεν με αφορά ποιος θα βγει και ποιος όχι. Έχω την δική μου ιδεολογία και την ακολουθώ πιστά στην ζωή μου. Δεν συμμετέχω σε τέτοια σόου».
«Σοβαρά; Εδώ δεν ζεις κι εσύ; Πού ζεις; Εσύ δεν έλεγες πως όλα μας αφορούν; Μην μου πεις ότι είσαι έξω από το σύστημα τώρα και άλλα τέτοια».
Άπλωσα το χέρι να πιάσω το τηλεκοντρόλ της τηλεόρασης για να δούμε την αναμέτρηση. Εκείνος δεν απάντησε, μόνο έκανε έναν περιφρονητικό μορφασμό.
«Έλα σε παρακαλώ!», συνέχισα. «Έχω πολύ καλό φίλο, ο οποίος μαζί με την κοπέλα του, ζουν στην Τουρκία. Αν εσύ είσαι έξω από το σύστημα, τότε αυτοί τι είναι ρε Αλκίνοε; Άσε μας σε παρακαλώ τώρα».
«Αυτοί δεν είναι εκτός συστήματος ανόητε, εκτός συνόρων είναι. Ανήκουν απλώς σε άλλο σύστημα.
»Κοίταξε Ιάσονα, επειδή μου έσωσες την ζωή δεν σημαίνει πως σε ό, τι λες θα συμφωνώ. Η διαλεκτική αγόρι μου, έχει προχωρήσει πάρα πολύ για να ανέχομαι να λειτουργώ δια εκπροσώπου. Η ελευθερία μας είναι εντελώς πλασματική και η δημοκρατία μας έχει αποτύχει ολοσχερώς. Η δημοκρατία της μάζας, η δημοκρατία του δημοκόλακα και της προπαγάνδας... καμία αξία και καμία σταθερά. Το εκλογικό σύστημα αναμασά τον εαυτό του συνεχώς... τα ίδια και τα ίδια... Με εκλογές ποτέ δεν άλλαξε τίποτα. Μήπως ο Γκάντι βγήκε με εκλογές και ελευθέρωσε την Ινδία; Μήπως από τα φέουδα μέχρι σήμερα, με εκλογές άλλαξαν ριζικά τα πράγματα; Να σου θυμίσω ότι ο Χίτλερ με εκλογές βγήκε. Μέχρι κι εσύ μπορείς να βγεις με την κατάλληλη προπαγάνδα. Διότι η καρδιά της μαζικής ψηφοφορίας χτυπά στην προπαγάνδα. Πρέπει να αμφισβητήσουμε το ίδιο το εκλογικό σύστημα. Κανείς να μην πάει να ψηφίσει. Διότι πιθανότερο είναι να ψηφιστεί την Κυριακή το βράδυ νέος λαός, παρά νέα πολιτική κατεύθυνση. Όταν απορρίπτεις τα πάντα, τότε εκείνο που μένει, όσο παράλογο κι αν φαίνεται, πρέπει να είναι η αλήθεια, είπε ο Σέρλοκ Χολμς.
»Κανονικά όλοι οι πολιτικοί αν είχαν μια στιγμή ηθικής και κοινωνικής επιφοίτησης, θα έπρεπε να αυτοκτονήσουν διαμιάς. Να αυτοκτονήσουν! Τ’ ακούς; Όχι απλά να παραιτηθούν. Αλλά να αναγνωρίσουν τα λάθη τους και να δώσουν οι ίδιοι ένα τέρμα στις αυτάρεσκες υπάρξεις τους.
»Πρέπει κι εμείς να επιδείξουμε το ίδιο θάρρος στην σκέψη,  και να κάνουμε κάθε δευτερόλεπτο που περνά κριτική οντολογία για το ποιοι είμαστε. Τις προάλλες είχαν διαδήλωση στο Σύνταγμα για τα νέα μέτρα που επέβαλε η ίδια κυβέρνηση, που πριν τις εκλογές κατέβαινε σε διαδήλωση διαμαρτυρίας κόντρα στα ίδια μέτρα της προηγούμενης κυβέρνησης. Το καταλαβαίνεις; Η κυβέρνηση διαδηλώνει ενάντια στην κυβέρνηση. Είναι σχιζοφρενής πολιτική. Κι εσύ μου λες για εκλογές. Τέλος πάντων, θα τα δεις όλα γραμμένα στο βιβλίο μου “Συνέντευξη με έναν δημοκόλακα”».
«Καλά ρε Αλκίνοε, αν είναι κάθε δευτερόλεπτο να κάνουμε κριτική οντολογία, δεν θα μας μένει χρόνος να κάνουμε τίποτα παραπάνω».
«Αλλά βέβαια!», συνέχισε εκείνος σε πιο έντονο ύφος. «Αλλά βέβαια, όλος ο κόσμος έχει γεμίσει σεφ, personal trainers, baristas και ηλεκτρονικά τσιγάρα. Πού να κάτσει να σκεφτεί κανείς για όλα αυτά. Για τον τρόπο που διαρθρώνονται οι γνώσεις... για τις αυλακώσεις της σκέψης... για... για... για... ».
«Έλα ρε συ, ηρέμησε. Όλα καλά θα πάνε», του είπα και τον έπιασα από το χέρι.
«Τι μου πιάνεις το χέρι ρε; Δεν μου αρέσει να μου πιάνουν τα χέρια».
«Άάά!!! Για να σου πω Αλκίνοε. Ηρέμησε σου ΄πα», του έκανα θυμωμένος. «Είπαμε πως τελείωσε η κουβέντα».
«Εντάξει, έχεις δίκιο», μου απάντησε και έδειχνε να το εννοεί, γιατί επανήλθε το χρώμα στο πρόσωπό του και μαλάκωσαν τα χαρακτηριστικά του.
Μετά από λίγα λεπτά, μπήκε μια νοσοκόμα στο δωμάτιο με το εξιτήριο του Αλκίνοου στα χέρια.
«Λοιπόν, πάμε;», με ρώτησε εκείνος όταν υπέγραψε.
«Πού; Εγώ έλεγα να πάω να ψηφίσω τώρα», του απάντησα.
«Α ναι, ξέχασα ότι είσαι ένας “κατά φαντασίαν υγιής” πολίτης».




3


Κοίταξα το ρολόι μου και είχε πάει μεσημέρι, όταν φτάσαμε με τον Αλκίνοο έξω από το εκλογικό κέντρο. Ένα πανό κάλυπτε την πρόσοψη του κτιρίου, που έγραφε “Alea Jacta Est”.
«Ο κύβος ερρίφθη;», είπε παραξενεμένος ο Αλκίνοος.
«Ποιος κύβος;», τον ρώτησα.
«Τίποτα. Είσαι σίγουρος ότι εδώ είναι εκλογικό κέντρο;», με ρώτησε.
«Τι να σου πω. Εδώ έρχομαι τόσα χρόνια», του απάντησα απορημένος, κοιτώντας μια μπουλντόζα που κατεδάφιζε τα κάγκελα μπροστά από το σχολείο. Πλήθος ήταν μαζεμένο τριγύρω και ο Αλκίνοος μου είπε να πάμε πιο κοντά να δούμε τι γίνεται. Καθώς πλησιάσαμε περισσότερο, ξεδιάλυνε η συγκεχυμένη εικόνα που φαινόταν από μακριά. Η μπουλντόζα ξήλωνε τα κάγκελα και κάποιοι άνδρες που ήταν μαζεμένοι, έπαιρναν τα κομμάτια σίδερο και τα τοποθετούσαν παραδίπλα, σε έναν χώρο που είχαν δημιουργήσει για μπάζα.
«Μα καλά, τι κάνουν;», ρώτησα τον Αλκίνοο. «Ανακαινίζουν το σχολείο τέτοια μέρα;»
«Ξέρω γω, έτσι φαίνεται», μου αποκρίθηκε.
Καθώς φτάσαμε στην πύλη, ένας κύριος μας σήκωσε το χέρι και μας έκανε νόημα να σταματήσουμε και να προσέχουμε.
«Προσέξτε, παιδιά. Ελάτε γύρω-γύρω, μην έχουμε κάνα ατύχημα. Από δω. Μπράβο».
«Συγγνώμη, δεν λειτουργεί πια σαν εκλογικό κέντρο το σχολείο;», τον ρώτησα.
«Τι εκλογικό κέντρο, βρε παιδιά;», μας απάντησε αυτός εύθυμα. «Δεν το πήρατε χαμπάρι τι έγινε; Πάνε αυτά. Τελείωσαν».
«Τι εννοείτε;», τον ρώτησα.
«Τέρμα οι εκλογές σας λέω. Αυτά ανήκουν στο παρελθόν πλέον».
«Και εδώ τι κάνετε; Ανακαίνιση στον χώρο;»
«Ποιος μίλησε για ανακαίνιση; Έχουμε φέρει την μπουλντόζα για να ξηλώσει τα κάγκελα. Η παιδεία δεν πρέπει να θυμίζει σε τίποτα φυλακή. Το αντίθετο μάλιστα. Πρέπει να είναι ένας χώρος ανοικτός τόσο για το σώμα όσο και για το πνεύμα. Τι λέτε; Θα βάλετε κι εσείς ένα χεράκι;»
            «Τέλεια. Ναι, να βάλουμε, εννοείται. Πάμε, Ιάσονα. Πάμε να βοηθήσουμε τους ανθρώπους».
«Κάτσε ρε Αλκίνοε. Κάτσε λίγο. Εγώ ήρθα εδώ για να ψηφίσω».
«Τι να ψηφίσεις, νεαρέ μου;», μου έκανε ο κύριος. «Τελείωσε σου λέω. Δεν καταλαβαίνεις; Δεν μπορείς να ψηφίσεις. Δεν υπάρχουν εκλογές».
«Όχι, δεν καταλαβαίνω. Τι εννοείτε; Μεταφέρθηκε το εκλογικό κέντρο αλλού; Σήμερα δεν είναι οι εκλογές;»
«Όχι, δεν είναι σήμερα οι εκλογές. Ούτε θα είναι αύριο, ούτε θα είναι ποτέ. Τελείωσε αυτό το σόου. Αυτή η παρωδία. Πώς να στο πω αλλιώς;»
«Μα τι τελείωσε, άνθρωπέ μου; Υπάρχει κάποιος υπεύθυνος εδώ να μιλήσω;» και έψαξα με τα μάτια μου στον κόσμο τριγύρω.
«Δεν υπάρχει υπεύθυνος. Όλοι είμαστε υπεύθυνοι για όσα συμβαίνουν ακριβώς το ίδιο. Ρώτησέ με ό, τι θέλεις».
«Καλά, αφήστε, κατάλαβα» και έκανα νόημα στον Αλκίνοο να προχωρήσουμε μέσα στον προαύλιο χώρο. Προσπεράσαμε κάτι πεσμένα κάγκελα, όταν μας προσέγγισε μια ομάδα νεαρών που κρατούσε έναν πάκο με χαρτιά.
«Ωραία. Ήρθατε να βοηθήσετε; Πάρτε αυτόν τον πάκο με τα ψηφοδέλτια».
«Τι να τον κάνουμε;», τον ρώτησα.
«Να τον σκίσετε. Τι άλλο; Και πετάξτε τα κομμάτια σε αυτές εδώ τις σακούλες».
«Όχι, μας έχετε μπερδέψει. Για να ψηφίσουμε ήρθαμε».
«Εσύ ήρθες για να ψηφίσεις» με διέκοψε ο Αλκίνοος.
«Ναι, έστω», απάντησα αγανακτισμένος. «Πού γίνεται η διαδικασία;»
«Καλά. Επειδή δεν έχεις καταλάβει ακόμα φίλε μου, να, για να σου φύγει η πρεμούρα, ορίστε, πάρε αυτά εδώ τα χαρτιά, πήγαινε εκεί πίσω που δεν σε βλέπει κανείς και ψήφισε σε εκείνον τον μπλε κάδο που έχει το χαρτάκι πάνω», μου είπε ο νεαρός.
«Ωραία. Συνεννοηθήκαμε» και πήρα τα χαρτιά στα χέρια μου.
Καθώς προχωρούσα εκεί που μου υπέδειξε, έριξα μια ματιά στα χαρτιά. Προς έκπληξή μου, διαπίστωσα πως κάθε ένα από αυτά είχαν τυπωμένα στην μπροστινή σελίδα όλα τα αριστερά κόμματα και στην πίσω όλα τα δεξιά.
«Έχει γίνει κάποιο λάθος μάλλον με τα χαρτιά. Εδώ είναι τυπωμένα όλα μαζί. Πώς θα ψηφίσω έτσι;»
Η παρέα ξέσπασε σε γέλια. Ένας από αυτούς μου απάντησε:
«Ήταν ένα αστειάκι που σκάρωσε ο φίλος από δω» και έδειξε έναν από την παρέα του. «Ούτως ή άλλως, όλα τα ψηφοδέλτια στον κάδο πήγαιναν».
«Να σου πω», έκανα στον Αλκίνοο, «επειδή έχω αρχίσει και εκνευρίζομαι, πάμε να φύγουμε».
«Γιατί εκνευρίστηκες;», απόρησε ο νεαρός. «Αν ακόμα δεν κατάλαβες την προπαγάνδα που έπαιζαν τόσα χρόνια πάνω στις πλάτες μας με τις εκλογές, πήγαινε εκεί πέρα» και έδειξε με το χέρι, «είναι ένας γνωστός δημοσιογράφος που εκθέτει στον κόσμο αποκαλυπτικά εκλογικά ντοκουμέντα, που θα σε σοκάρουν. Ίσως αυτό σε πείσει».
Κοίταξα προς τα κει και πράγματι ήταν ένας γνωστός δημοσιογράφος ο οποίος μιλούσε σε ένα συγκεντρωμένο πλήθος που είχε μαζευτεί γύρω του.
«Καλά, τι κάνει αυτός εδώ;», αναρωτήθηκα και αμέσως πλησίασα να ακούσω. Εκείνος είχε σηκώσει κάτι χαρτιά στον αέρα και έλεγε κουνώντας τα:
«Ιδού, κύριοι! Απόρρητα έγγραφα σχετικά με δολοπλοκίες της κυβέρνησης, με παραποιήσεις εκλογικών αποτελεσμάτων, διαφθορές πολιτικών... Απολογούμαι και ο ίδιος ενώπιόν σας, διότι χρηματίστηκα για να αλλοιώσω τις ειδήσεις και να κατευθύνω την κοινή γνώμη προς όφελος των εξωτερικών συμφερόντων. Παραδέχομαι πως έχω παρακολουθήσει σεμινάρια στο εξωτερικό για μεθόδους αποπροσανατολισμού του κοινού. Πρόγραμμα επιδοτούμενο από την ίδια την κυβέρνηση. Να, ορίστε. Δείτε με τα μάτια σας!» και ξεκίνησε να μοιράζει τα χαρτιά που κρατούσε στους παρευρισκομένους.
Στα χέρια μας έπεσε μια βεβαίωση παρακολούθησης σεμιναρίου αποπροσανατολισμού μιας γνωστής δημοσιογράφου που δεν θα αναφέρω το όνομά της, αλλά είναι αυτή που τρέμει.
Γύρισα στον Αλκίνοο και του είπα να φύγουμε αμέσως από κει. Εκείνος συμφώνησε και με ανάλαφρη διάθεση με ακολούθησε.
«Καλά ρε, τι ήταν αυτό; Πλάκα μας έκαναν;», του είπα.
«Όντως, πολύ περίεργο, Ιασονάκο. Από τα ευχάριστα περίεργα, έτσι; Που σου φτιάχνουν την μέρα. Μην στενοχωριέσαι όμως εσύ. Κακώς εχόντων των πραγμάτων, θα ψηφίσεις του χρόνου», μου απάντησε ειρωνικά.
«Καλά, βέβαια. Σε ποιον τα λέω κι εγώ».


4


Ήμουν ακόμα εκνευρισμένος που δεν είχα καταφέρει τελικά να ψηφίσω και προβληματισμένος με όσα είχα δει να συμβαίνουν. Αντίθετα, ο Αλκίνοος, που φαινόταν πολύ ικανοποιημένος, είχε βαλθεί να μου εξηγεί τη σημασία της ελευθερίας στην παιδεία, την υποκρισία του εκλογικού συστήματος και άλλα παρεμφερή, που όμως δεν κατάφεραν να εκλογικεύσουν αυτό που είχε μόλις συμβεί. Ακόμα ήταν θολό στη δική μου σκέψη.
Είχαμε φθάσει σχεδόν στο σπίτι του και περπατούσαμε σκεπτικοί.
Στον κεντρικό δρόμο πήραμε την στροφή, όταν είδα από μακριά μια γνωστή φιγούρα να κατευθύνεται προς το μέρος μας.
«Ωχ! Κοίτα Αλκίνοε να δεις ποιος έρχεται».
Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του και το έστρεψε αμέσως προς την άλλη μεριά, λες και προσπαθούσε να κρύψει το γεγονός ότι είχε κοιτάξει.
«Έλα, πάμε απέναντι», μου έκανε.
«Κάτσε ρε συ, δεν κατάλαβες ποιος είναι;»
«Ναι, κατάλαβα. Έλα πάμε απέναντι που σου λέω».
Και με μια γρήγορη δρασκελιά, πέρασε τον δρόμο και πήγε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τον ακολούθησα πιάνοντάς τον από τον ώμο και τον σταμάτησα.
«Τι συμβαίνει;», τον ρώτησα.
«Πού να σου εξηγώ τώρα. Άλλη φορά. Έλα προχώρα, πάμε».
«Ο Γιοκαρίνης είναι, κάτσε λίγο. Γιατί βιάζεσαι;»
«Αμάν, σαν κοριτσάκι κάνεις ρε Ιάσονα. Σου είπα θα σου πω άλλη φορά. Τελείωνε».
«Εγώ κάνω σαν κοριτσάκι; Εσύ έχεις πεισμώσει στα ξαφνικά και φέρεσαι λες και σε έχουν απορρίψει. Τι έχει γίνει. Μην με σκας τώρα. Το κάνεις χειρότερο».
«Το ξέρω ότι είναι ο Γιοκαρίνης. Τον είχα ξαναπετύχει τυχαία μια φορά και πιο παλιά. Έχουμε παρελθόν».
«Τι παρελθόν μπορεί να έχεις εσύ με τον Γιοκαρίνη;»
«Όταν είχαμε ξανασυναντηθεί, με είχε δείξει και μου είχε πει ότι στα νιάτα του ήταν ίδιος με μένα. Προφανώς για τα μαλλιά και γενικότερα το στυλ μου. Αστειευόμενος το είπε, αλλά ξέρεις ποιος είναι ο διάολός μου. Θα με πει εμένα ίδιο με αυτόν; Που έχει ξεπουλήσει την ιδεολογία του για ένα κομμάτι ψωμί; Που εμφανίζεται στα talent shows και ξεφτιλίζεται; Είναι αυτός νοσταλγός του ροκ εντ ρολ; Άσε με ρε Ιάσονα. Δεν πάει να βοσκήσει πουθενά αλλού καλύτερα και να αφήσει τα καραγκιοζιλίκια; Ίδιος με μένα λέει... Φουρκίστηκα και του την είπα κανονικά και με τον νόμο. Τον στόλισα ωραιότατα όπως φαντάζεσαι».
«Αμάν ρε φίλε. Σιγά και τι σου είπε ο άνθρωπος! Κρίμα πάντως και θα ήθελα ένα αυτόγραφο. Θα άρεσε στον πατέρα μου εάν του το έδινα. Μικροί ακούγαμε τα τραγούδια του».
«Κάνε ό, τι θέλεις εσύ. Εγώ θα προχωρήσω και έλα να με βρεις».
Δεν πρόλαβα να του απαντήσω και ο Γιοκαρίνης φώναξε, ενώ περνούσε γρήγορα προς το μέρος μας.
«Εϊ! Εσύ! Για σταμάτα ένα λεπτό!» και μπήκε μπροστά στον Αλκίνοο, εμποδίζοντας τον.
«Δεν έχω ξεχάσει τι έγινε τις προάλλες», συνέχισε με έντονο ύφος.
«Σας παρακαλώ κύριε Γιοκαρίνη, σας παρακαλώ, μην τσακωθείτε με το παιδί. Τα παραλέει μερικές φορές. Εγώ πάλι είμαι θαυμαστής σας μεγάλος, το ίδιο κι ο πατέρας μου. Θα μου δώσετε ένα αυτόγραφο;», του είπα κι έψαξα πάνω μου για κάποιο χαρτί.
«Το όνομά σου;», ρώτησε ο Γιοκαρίνης.
«Ιάσονας», έσπευσα να του απαντήσω.
«Όχι το δικό σου! Του φιλαράκου σου από δω!».
Δεν τον γλιτώνουμε τον καβγά τελικά, σκέφτηκα από μέσα μου.
«Αλκίνοος. Δεν συστηθήκαμε την προηγούμενη φορά».
«Το θυμάμαι. Εμένα με λένε… »
«Ξέρω πολύ καλά πώς σε λένε και τι κάνεις», τον έκοψε ο Αλκίνοος.
«Άκου φίλε μου Αλκίνοε. Δεν θέλω να τσακωθούμε και σίγουρα δεν ξεκινήσαμε καλά. Πιστεύεις πως ήθελα να σε προσβάλω; Σε καμία περίπτωση νεαρέ μου», του είπε ο Γιοκαρίνης προς μεγάλη μου έκπληξη.
«Η διάθεσή μου ήταν φιλική και δεν ήταν σωστό να μου απαντήσεις τόσο πικρόχολα. Ωστόσο είχες δίκιο. Ή πιστεύεις πως είμαι υπερήφανος για όλα όσα έχω κάνει; Να ξέρεις πως εμάς μας έθαψε η μαζική κουλτούρα και η βιομηχανική παραγωγή. Για να μπορώ να ανταπεξέλθω στις υποχρεώσεις μου, αναγκάζομαι να δέχομαι τα ξεροκόμματα που μου πετούν ορισμένες φορές και να εμφανίζομαι ακόμα και στα βρωμοκάναλα, συναναστρεφόμενος τους πιο γελοίους και υποκριτές ανθρώπους της σύγχρονης τέχνης -που μόνο τέχνη δεν είναι- διότι δεν αισθάνονται τίποτα για τα πονήματα τους. Δεν έχουν καμία τεχνοτροπία τα δημιουργήματα τους».
«Αντιθέτως, από “τεχνο-ντροπία” άλλο τίποτα» συμπλήρωσε ο Αλκίνοος.
«Ακριβώς!», συμφώνησε ο Γιοκαρίνης γελώντας. «Ξέρεις τι επίπονο είναι για μένα να έρχομαι σε επαφή με αυτόν τον γελοίο τον Βλιάγκα, που το παίζει και γνώστης, επειδή έκανε μερικά χρονάκια στο γυμνάσιο μαθήματα πιάνο; Ο βουτυρομπεμπές ο ίδιος. Ήτανε λέει και σε πιάνο μπαρ. Ξεσκόνιζε τα όργανα και τώρα το παίζει βιρτουόζος. Τι να πω πια! Μήπως η κριτική επιτροπή είναι τίποτα αξιόλογο; Ούτε κατά διάνοια! Από πού να το πιάσω;»
 «Πιάσ’ το από αριστερά. Από την καριολίτσα την Σαχλανίδου», απάντησε εύθυμα ο Αλκίνοος, που είχε αναθαρρήσει από την τροπή της κουβέντας.
 «Ωραία, ας τους πάρουμε με τη σειρά. Σαχλανίδου! Πού έχει κάνει καριέρα αυτή και έχει γίνει ξαφνικά γνώστης μουσικής;», συνέχισε ο Γιοκαρίνης. «Στο άλσος Νέας Σμύρνης; Την έχετε ακούσει ποτέ να τραγουδάει δεύτερο κομμάτι ρε παιδιά; Γιατί εγώ μόνο ένα έχω ακούσει. Κάτι για φιλιά που γεννιούνται εκεί στα χαμηλά. Μα την Παναγία, δεν ξέρω αν έχει πει άλλο. Μόνο φήμες την θέλουν να έχει ολόκληρο δίσκο. Αυτοί είναι καλλιτέχνες των Single Demo. Τα έχουμε χάσει εντελώς. Όλοι νομίζουν πλέον ότι το να είσαι γνώστης μουσικής είναι το ίδιο με το να έχεις γνωστούς μουσικούς. Είναι γλωσσική η σύγχυση φίλοι μου. Ακούς εκεί χάμω...
»Ποιος άλλος; Ο Βρέμος; Ε, εντάξει τώρα! Ο Βρέμος... Που ακούει “μύχια” και καταλαβαίνει “νύχια”, διότι δεν έχει ούτε την στοιχειώδη παιδεία. Που επειδή δεν είχε στον ήλιο μοίρα, επειδή δεν είχε που να πάει, το έκανε τραγούδι και τώρα έχει κατσικωθεί στις πλάτες των άμοιρων νεαρών και κορασίδων και κάνει κουμάντο. Ξέρεις τι πλήγμα είναι να ακούς τον Βρέμο να λέει στα παιδάκια ότι θα τα ταξιδέψει στα μονοπάτια της Ροκ; Ποιος ρε παιδιά; Ο Βρέμος; Με τα “Μα δεν γίνεται” και τα “Κι’ όμως γίνεται”;
»Ο άλλος, ο Μιχάλιας των Stravento; Αυτός δεν μπορεί να αρθρώσει κουβέντα. Αυτός είναι το αποκορύφωμα της βλακείας. Μάλιστα εμφανίστηκε και ένα παιδάκι -το καημένο- και ομολόγησε ότι έχει μεγαλώσει με τα τραγούδια του Μιχάλια των Stravento. Πότε πρόλαβε ρε παιδιά γαμώ το κέρατό μου να παιδαγωγήσει ολόκληρη γενιά ο καράφλας; Είναι δυνατόν; Οι γονείς τι κάνουν; Οι γονείς είναι το κοινό, δεν έχουν χρόνο. Το ξέρω. Δεν τον έχω ακούσει να λέει κομμάτι τραγουδιστά. Τόση μαγκιά πια... Όλη την ώρα το μόνο που κάνει είναι “και... και... και... ναι... ναι... ναι... ” και νομίζει ότι τραγουδάει. Ειλικρινάö ποτέ δεν ξανάδα τέτοιο κοπρόσκυλο. Κοιτάει πώς θα πηδήξει κάνα δεκαεξάχρονο κοριτσάκι μόνο, αλλά όταν έρθει η ώρα να πει την γνώμη του για μια φωνήö το μόνο επιχείρημα που προβάλει είναι: “Έλα εδώ στο παιδί που γυαλίζει”, ή “Εμείς οι καράφλες ξέρουμε να σου βρούμε κομμάτια”, ή “Δεν ξέρω τι να πω, έχω μείνει άφωνος”, ή “Δεν μπορώ να μιλήσω για αυτήν την φωνή, γιατί είναι καταπληκτική”, ή “Δεν είμαι άξιος να μιλήσω για αυτόν”... Ναι ρε μεγάλε, μην ανησυχείς, δεν σε περάσαμε για άξιο, μην ανησυχείς καθόλου, απλά πες κάτι ρε καραγκιόζη. Είσαι εκεί για να μιλάς. Πες απλά κάτι!!! Πληρώνεσαι ρε ρεμάλι για να λες. Κάνε τα πρόβα, δεν ξέρω! Τουλάχιστον ο Βρέμος έχει χάρισμα μέντιουμ, γιατί ακούει τις ψυχές των άλλων. Μονίμως αυτό λέει. “Ακούω την ψυχή σου”. Άντε στο διάολο πια.
»Η άλλη, η Γανδή, έχω και για αυτήν ράμματα. Άιντε με την παιδούλα. Άπάπάπάπάπάπάπάπά, με την γελοία. Αλλά θα κρατηθώ, γιατί είμαι ΑΕΚ και ορισμένα πράγματα τα σέβομαι. Πήγε και συνεργάστηκε με τον Σφακιαμάκη που έχει σώμα φτιαγμένο από πηλό και μυαλό φτιαγμένο από μπετόν. Τον έπιασαν τα εθνικιστικά του και νομίζει ότι όλοι θέλουν να μας αφανίσουν, ότι είμαστε, λέει, επικίνδυνοι σαν τους Εβραίους και μας κυνηγάνε. Εβραίοι ιμιτασιόν δηλαδή».
«Σημιτασιόν!», πετάχτηκα κι εγώ να πω την εξυπνάδα μου, μιας και το σήκωνε το κλίμα.
«Καλό, φιλαράκο! Καλό!», μου έκανε ο Γιοκαρίνης, χτυπώντας με στην πλάτη. «Άιντε με τους ηλίθιους, δεν μπορώ άλλο», συνέχισε.
«Ο άλλος; Ο Μπρουβάς; Αυτός τι έχει πάθει; Θέλει, λέει, να τραγουδήσει από Μίκη Θεοδωράκη μέχρι Μίκη Μάους! Έκανε και αυτός στροφή στην ποιότητα, αλλά έπεσε σε αδιέξοδο. Ο ηλίθιος! Ο μόνος που ξέρω που έχει κάνει καριέρα σκίζοντας μπλουζάκια σερνάμενος στα πατώματα, μέχρι που έσπασαν. Δικά του λόγια. Δεν άντεξαν την ηλιθιότητά του. Τον παρομοίασαν και με τον Αλκιβιάδη της αρχαιότητας λόγω, ομορφιάς. Μόνο που δεν έχει καθόλου μυαλό ο κακομοίρης, αντίθετα με τον Αλκιβιάδη. Καταλαβαίνω την ομοιότητα, γιατί και οι δύο είχαν ερωτικό παιδαγωγό. Ο ένας τον Σωκράτη, ο άλλος τον Ψειράκη. Ναι, αλλά ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο και έφυγε. Ο Ψειράκης, αντί για κώνειο, έχει το “ψώνιο” και όσο και να πιεί δεν παθαίνει τίποτα, να πάει στον διάολο να πάει. Άμα πια... Άλλα έτσι είναι όμως. Τον έναν θα τον θυμούνται για την πετυχημένη μαιευτική και τον άλλον για την αποτυχημένη πλαστική. Βέβαια, δεν λέω, ο Μπρουβάς είναι καταπληκτικός γιατί τραγουδάει εξαίρετα σε “Μι”. Μια φορά τον πέτυχα στα παρασκήνια και μου λέει όλο αφέλεια, “Πες μου κάτι να σου τραγουδήσω σε Μι”. “ΜΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕΙΣ!!!”  του απάντησα. Ακόμα να το πιάσει.
»Να ήξερες τι έχω περάσει εγώ και άλλοι καλλιτέχνες σαν εμένα της παλαιάς κοπής για να μπορούμε να ζούμε σε αυτόν τον κυκεώνα κακογουστιάς. Και θα σας πω κάτι να το θυμάστε νεαροί μου. Η ελληνική βρυομηχανία πάσχει από μουσική ανεπάρκεια και χρειάζεται επειγόντως ρεμοκάθαρση για να ανακάμψει. Να το θυμάστε αυτό.
»Μιας και σε πέτυχα, αυτά ήθελα να σου πω, γιατί είμαστε και γείτονες και μ’ αρέσεις. Άαααχ! Τα ‘πα και έφυγαν από πάνω μου γαμώ την κοινωνία μου! Πόσο μ’ αρέσει να είμαι με την νεολαία. Νιώθεις ξανά την φωτιά της νιότης στις φλέβες σου. Ε, λοιπόν, ξέρετε κάτι παιδιά; Θέλω από δω και στο εξής να με φωνάζετε “Γιολαρίνη”. Επειδή μια φορά ζούμε μονάχα ρέέέ! YOLO[1]!!!!! Γιολαρίνης από δω και μπρος για τους νέους. Ένα με τους νέους! Φεύγω τώρα γιατί άναψαν τα λαμπάκια μου. Αντίο αγαπητοί μου και υπομονή».
 Δεν προλάβαμε να χαιρετήσουμε και είχε γίνει ήδη καπνός. Είχα μείνει άναυδος και ο Αλκίνοος κοιτούσε σαν χάνος.
«Απίστευτο, ε; Τώρα κι αν θέλω αυτόγραφο! Τελικά, όσο και να μην το θέλεις, όντως μοιάζετε πολύ με τον Γιοκαρίνη. Δεν το πιστεύω αυτό που έγινε».
«Γιολαρίνης είπαμε, Ιασονάκο. Τον άκουσες τον άνθρωπο. Αλλά όντως, δεν έχεις κι άδικο. Αν είναι έτσι, ας μοιάζουμε, δεν με πειράζει. Είπε ακριβώς όσα θα έλεγα κι εγώ σε μια αντίστοιχη ευκαιρία. Ακριβώς! Με το ίδιο ύφος, την ίδια σειρά, την ίδια ζέση, τις ίδιες λέξεις, το ίδιο πάθος. Εσένα τι σου κάνει τόση εντύπωση; Άνθρωπος είναι κι αυτός. Μην τρελαίνεσαι».
  «Κοίτα να δεις», συνέχισε εντυπωσιασμένος. «Άλλος άνθρωπος. Βλέπεις, αγαπητέ Ιάσονα, να μαθαίνεις; Μπορεί να ήμουν αγενής μαζί του στην πρώτη μας συνάντηση, αλλά αυτό λειτούργησε θετικά και μας έκανε ένα αξεπέραστο άνοιγμα ψυχής σήμερα. Ίσως ο λόγος μου να είναι ικανός μέχρι και να “αλλάξει” τον κόσμο».
Το ύφος του ήταν όλο στόμφο και ανωτερότητα. Το αντιπαρήλθα. Εκείνος, ενώ ήξερε πως δεν θα τον άκουγε, φώναξε τιμής ένεκεν, σηκώνοντας το χέρι του ψηλά:
«Και ποιος ξέρει, αδερφέ μου Γιολαρίνη, ίσως κάποια στιγμή γρατζουνίσουμε και μαζί καμιά κιθάρα. Να τζαμάρουμε ρε Γιολαρίνη μου, να τζαμάρουμε!».
 Περίεργα πράγματα συμβαίνουν σήμερα. Πάρα πολύ περίεργα, σκέφτηκα.



5

Σιγοτραγουδώντας το “Νοσταλγός του Ροκ εντ Ρολ”, περπατήσαμε αφηρημένα για μερικά λεπτά, όταν λίγο πιο κάτω γίναμε μάρτυρες ενός ακόμα παράξενου συμβάντος. Από μια εκκλησία ξεπρόβαλε τρέχοντας και φωνάζοντας έξαλλα ένα πλήθος ατόμων, κατευθυνόμενο προς τη διασταύρωση ακριβώς μπροστά μας.
Καταμεσής του πλήθους, φανερώθηκε ένας ηλικιωμένος παπάς, ψηλός και αγέρωχος, σαν όσιος σε βυζαντινή εικόνα. Είχε μια περίεργη έκφραση στο πρόσωπό του, λες και είχε μόλις βιώσει κάποια αποκάλυψη. Μέσα σε αλαλαγμούς και καθώς ακόμα έτρεχε, άρπαξε μεμιάς το καλυμμαύκι από το κεφάλι του και το εκσφενδόνισε μακριά.
Το πλήθος γύρω του -που απαρτιζόταν από άτομα κάθε ηλικίας, ακόμα και μητέρες με τα παιδιά τους στα καροτσάκια- δεν φάνηκε να ξαφνιάζεται, αντιθέτως επιδοκιμάζοντάς τον, έμοιαζε πως αυτό περίμενε από εκείνον να κάνει. Ο παπάς χαμογελούσε σε κάθε έναν από αυτούς και έψαχνε ευκαιρία να κάνουν λίγο ησυχία για να τους μιλήσει. Πλησιάσαμε κι άλλο με τον Αλκίνοο, μπαίνοντας στην ομήγυρη.
«Αδέλφια μου, συνάνθρωποί μου. Στέκομαι εδώ ανάμεσά σας, σαν ίσος ανάμεσα σε ίσους. Δεν είμαι τίποτα παραπάνω από εσάς, είμαι απλά ένας συνάνθρωπός σας. Χρόνια τώρα ασκώ το επάγγελμα του κληρικού, είμαι μαζί σας τις Κυριακές και ακούω καθημερινά τα προβλήματά σας. Σας προσφέρω ως αντάλλαγμα έναν ώμο για να κλάψετε, να πείτε αυτά που σας βασανίζουν, να τα βγάλετε από μέσα σας. Ετούτα όμως μπορεί να τα προσφέρει και ένας φίλος. Τι παραπάνω σας προσφέρω εγώ, ο πνευματικός σας; Τίποτα, αδέλφια μου! Τίποτα παραπάνω δεν σας προσφέρω. Δεν είμαι ένας διαμεσολαβητής. Δεν είμαι μια ιερή γέφυρα για τους πόνους και τους καημούς σας. Τόσο καιρό θαρρείτε πως λέγοντάς τα σε μένα, ακούει παράλληλα κι ο Ύψιστος. Μα η πίστη δεν χρειάζεται μεσάζοντες.
»Αυτό που έχω να σας πω όμως σήμερα, και θέλω να το σκεφτείτε καλά, είναι ότι μπορεί και να μη σας ακούει ο Θεός. Μπορεί και να μη σας βλέπει. Γιατί μπορεί και να μην είναι καν εκεί.
»Τον έψαξα παντού. Και στους ουρανούς έστρεψα το βλέμμα μου και τον κάλεσα, και στη γη έσκαψα να τον βρω. Πουθενά δεν βρήκα κανέναν αδέρφια μου. Φώναξα το όνομά Του ξανά και ξανά. Δεν εμφανίστηκε σε καμία μορφή. Γι' αυτό, μετά από τόσα χρόνια στον κλήρο, τόσα χρόνια να τελώ το έργο ενός αόρατου αφέντη, στέκομαι σήμερα μπροστά σας, απογυμνωμένος από το αξίωμα του κληρικού, και σας μιλώ σαν ένας απλός άνθρωπος, όπως εσείς. Έψαξα να βρω το μέγα, εξαίσιο, αποτρόπαιο μυστικό Του. Έψαξα και το βρήκα. Και το κουβαλώ -το ένα τούτο μυστικό- στις πλάτες μου μονάχος, θέλοντας να μοιραστώ το βάρος του μαζί σας. Και το ένα τούτο... δεν υπάρχει.
»Δεν ξέρω τίποτα παραπάνω από ό, τι εσείς για τον Θεό. Ούτε αν είναι εδώ και μας ακούει, ούτε κι αν δεν είναι πουθενά, παρά μόνο μέσα στο μυαλό μας. Ίσως ο Θεός να είναι κβάντα, μια αδιάστατη μονάδα ποσότητας φωτός, μια ενέργεια κάπου στο επέκεινα. Μπορεί κάποιοι από σας να έχουν παραπάνω γνώση από μένα περί του θέματος. Όμως άλλο δεν μπορώ να σας πουλάω κούφια λόγια. Η πίστη και ό, τι θείο, είναι δικά σας και σας ανήκουν. Βγείτε έξω και αναζητήστε Τον οι ίδιοι τον Θεό. Βγείτε, βρείτε Τον, σας παροτρύνω. Εγώ παραιτούμαι από το ρόλο του κληρικού, εδώ και τώρα, ενώπιόν σας».
Ξεκρέμασε την αλυσίδα με το μεγάλο, χρυσό σταυρό που φορούσε και τον σήκωσε ψηλά.
«Βλέπετε; Βλέπετε αυτόν εδώ τον σταυρό;», φώναξε. «Είναι από καθαρό χρυσάφι. Κι εσείς εξακολουθείτε να έρχεστε και να προσφέρετε τα χρήματα από το υστέρημά σας, συνάνθρωποί μου. Απεταξάμην την υποκρισία! Απεταξάμην τη φιλαργυρία!», είπε και πέταξε τον σταυρό στο πλήθος.
«Δεν υπηρετώ κανένα συμφέρον σε βάρος σας άλλο πια! Τέλος οι αμοιβές για το καλό της ψυχής σας. Σαν άλλος Ιωάννης Βαπτιστής, σας προσφέρω εν βάπτισμα εις άφεσιν αμαρτιών, μα στο όνομα του Ανθρώπου! Εδώ, συνάνθρωποί μου! Εδώ, στο σιντριβάνι τούτης της πλατείας, θα μπορείτε να με βρίσκετε όποτε έχετε την ανάγκη να ανοιχτείτε».
Κατόπιν, έβγαλε με μια κίνηση το χρυσοποίκιλτο πετραχήλι του και βάλθηκε να το σκίζει σε κομμάτια.
«Ελάτε, αδέλφια μου», φώναξε στον κόσμο, ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του, «βοηθήστε με να απαλλαγώ από τα βάρη τούτα που κρατούν δέσμια την ψυχή μου. Λυτρώστε με!».
Το πλήθος τον πλησίασε πρόθυμα και άρχισε να του τραβά τα άμφια, μέχρις ότου να ξηλωθούν όλα από πάνω του, αφήνοντάς τον σχεδόν γυμνό, καθώς ζητωκραύγαζαν και επευφημούσαν, ενώ ο ίδιος είχε κλείσει τα μάτια και χαμογελούσε εκστασιασμένος.
Ήταν ένα πολύ αλλόκοτο θέαμα. Μείναμε να κοιτάμε.
«Τι έγινε; Τρελάθηκε ο παπάς;», είπα ανήσυχος στον Αλκίνοο.
«Το αντίθετο, φίλε μου. Μόνο τρέλα δεν είναι κάτι τέτοιο. Μακάρι όλοι οι κληρικοί να ήταν έτσι. Εγώ τουλάχιστον θα ξεκινούσα να πηγαίνω στην εκκλησία… Εννοώ στην πλατεία».
«Μα τι μου λες τώρα; Δεν είδες πώς έκαναν; Όχι μόνο ο παπάς, αλλά κι ο κόσμος. Λες και τους έχει πιάσει ομαδική υστερία. Αν είναι δυνατόν!».
«Σταμάτα μωρέ γρουσούζη! Στο κάτω-κάτω, “Άγνωσται αι Βουλαί του Κυρίου”».

 (συνεχίζεται)















[1] Y.O.L.O.: σύντμηση της φράσης “You Only Live Once”, φιλοσοφικό ρεύμα του 21ου αιώνα, που απαρνείται τη ζωή μετά θάνατον, εξαίροντας την παρούσα ζωή ως μοναδική και ανεπανάληπτη. Πρεσβεύει την επιπόλαιη συσσώρευση εμπειριών στο εφήμερο παρόν και προηγείται μιας απερίσκεπτης πράξης, για να τη δικαιολογήσει. Όρος που δεν γνωρίζει κοινωνικά/πολιτισμικά στερεότυπα και που η χρήση του μπορεί να εφαρμοστεί τόσο από Ιάπωνες καμικάζε, όσο και από την σύγχρονη νεολαία, που αρέσκεται στο bungee jumping χωρίς σχοινί. Μοντέρνα λαϊκίζουσα αναβίωση της λατινικής φράσης “Carpe Diem”.