Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

με φύλλα του Βαϊώνε
(από τους Ελέυθερους πολιορκημένους, σχεδίασμα Γ, απ. 1)




Ξεκίνησα, μέρα που είναι, να γράψω κάτι για τον Σολωμό, έτσι όπως κάνει χρήση ποιητική αυτής της τόσο όμορφα προφερόμενης λέξης και τόσο ξεχασμένης από την πιο λόγια των Βαΐων. Αλλά το χέρι ξεστράτισε. Πώς αλλιώς να γίνει, όταν σ’ αυτή την παλιά έκδοση, την ταλαιπωρημένη από τα χρόνια που μάζεψε στην πλάτη της, βρίσκω να βάζει ο εκδότης προλογικά  εκείνο το παλαιότερο κριτικό κείμενο του Κωστή Παλαμά, που εξυπηρέτησε χρόνια πριν μια έκδοση των Απάντων του εθνικού ποιητή. Και τον ακούω (γιατί αυτή η γλώσσα που χρησιμοποιεί έχει ήχο – δοκιμάστε να διαβάσετε δυνατά τα αποσπάσματα που ακολουθούν) να γεννά έναν τόσο ζωντανό κριτικό λόγο, έτσι όπως πρέπει να προσαρμόζει την αισθητική και τη γλώσσα του εκείνος που επιχειρεί να παρουσιάσει το έργο ενός ποιητή.



«Τη μούσα του Σολωμού, από τα παιδικά μου χρόνια κι αν τη γνώρισα, δεν την αγάπησα με τη φλόγα του πρώτου καημού· γιατί παιδί δεν ήμουν όταν επρόσεξα ’ς αυτή. Και μ’ έδεσε με την ασύντριφτην αλυσίδα που δένει το πάθος κάποτε τη μαθημένη καρδιά, την ώριμην ηλικίαν. Ο Σολωμός δεν είναι ποιητής για να συγκινήση εκείνους που με παιδικήν ελαφρότητα στοχάζονται τα πνευματικά. Άλλων ομοτέχνων του τα έργα, κ’ εδώ κι αλλού, εύκολα τα πλησιάζει κανείς και τα νοστιμεύεται, κ’ ευκολώτερα τα χορταίνει και τα λησμονεί· εκείνου ο στίχος, - νόημα, λόγος, μέτρα, - δεν έχει την απλότητα και δεν ξανοίγεται σαν των άλλων[…]

Κ’ ευτυχισμένος θα ήμουνα τώρα κι αν κατώρθωνα κι όσα κατά καιρούς έτυχε να γράψω ή να μιλήσω για το Σολωμό, να τα ξαναχύσω εδώ πιο ανοιχτά, πιο μελετημένα, κάπως ρυθμικώτερα, εγκάρδια. Εγκάρδια· τονίζω τη λέξη· ο λόγος μου για τον ποιητή που πότισέ μου την ψυχή, και χόρτασεν αμέσως - καθώς λέει ένας του στίχος - δεν θα ωρέγομουν εδώ πέρα να γεννηθή από την ατάραχη και την ανοιχτομμάτα παρατήρηση του κριτικού, θάθελα μεμιάς να προβάλη από του πιστού τη συγκίνηση. Γι’ αυτό και η γλώσσα μου, γλώσσα όχι της αναγνωρισμένης  -  καλά κακά δεν εξετάζω  -  πεζογραφίας, αλλά της λειτουργίας μας της ποιητικής. Κι ανίσως δε μου έχει ριζωθή ’ς το νου πως ο πεζός μας λόγος ανάγκη, αγάλια αγάλια, όσο προβαίνει, να μορφώνεται κατά τη γλώσσα του ποιητικού[…]»


(Κωστής Παλαμάς, απόσπασμα από την Κριτική στο έργο του Διονυσίου Σολωμού, προλογικά στην έκδοση των Απάντων του. Τα αποσπάσματα εδώ αντλημένα από την έκδοση της «Φιλολογικής», 1962, από την οποία διατηρήθηκε στην παραπάνω δημοσίευση πιστά η γλώσσα του Παλαμά)