Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

  
«Αδώνιδος κήποι»*





Σαν να της φάνηκε πως η Άνοιξη την καλούσε. 

Κι άνοιξε το παράθυρο.

Δεν ακουγόταν τίποτε. 

Αλλά εκείνη αφουγκράστηκε όλα τα κρυφά μηνύματα.

Αναλογίστηκε χιλιάδες χρόνια πίσω εκείνον τον άλλο, 

τον όμορφο, τον νέο, τον ευλογημένο συνάμα και καταραμένο. 

Να ζει ζωή ατελείωτη και θάνατο αθάνατο. 

Να πεθαίνει κάθε φορά μέσα στο άνοιγμα της φύσης. 

Να  γεννιέται κάθε φορά με μιαν ανάσα πανάρχαιης μνήμης. 

Για να ξεχαστεί πάλι. 

Σε μια αέναη πορεία του σκότους μέσα στο φως. 

Θεοί καινούργιοι και παλιοί. 

Η μοίρα τους η λήθη.

Πήρε στο χέρι της το πιατάκι με τη φακή 

που είχε πια βγάλει φύτρα και μεγάλωνε. 

Φόρος τιμής παλιάς θεότητας στον νέο θεό. 

Το ακούμπησε στο περβάζι. 

Και ξαφνικά ένιωσε πως όλα ένα είναι, 

και τα τωρινά και τα μακρινά. 

Αδιάσπαστη ενότητα των ανθρωπίνων και των θεϊκών.


Από μακριά ήδη ακουγόταν η πρώτη μελωδία. 

Του Επιταφίου που όλο και πλησίαζε.



Διώνη Δημητριάδου

 (αναρτήθηκε για πρώτη φορά στον «Χαρτοκόπτη» του Γιώργου Θεοχάρη)

*Κατά την αρχαία λατρεία/μνήμη του Άδωνη συνήθιζαν να παριστάνουν το εφήμερο πέρασμά του από τα επίγεια πράγματα με αυτά τα ταπεινά πιατάκια με τη φακή (Αδώνιδος κήποι) που γεννιέται, μεγαλώνει και σε λίγες μέρες πεθαίνει. Όπως οι θρησκείες ανακατεύονται και νέοι θεοί παίρνουν τη θέση των παλιών, έτσι και το έθιμο αυτό επιβίωσε μέσα στη νέα χριστιανική θρησκεία. Έτσι, τη Μεγάλη Παρασκευή υπήρχαν περιοχές στην Ελλάδα, που την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου βγάζαν στα παράθυρα αυτά τα πιατάκια με τη φυτρωμένη φακή.