Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Μέρος Τέταρτο




               Όταν θέλεις κάτι πολύ,
όλο το σύμπαν συνωμοτεί
                                         ...για να πεις κλισέ ατάκα.



1


«…Οι λάτρεις της πυλών του ανεξηγήτου και του υπερφυσικού, μάλλον θα απογοητευτούν από την ιστορία αυτή, διότι δεν έχω να τους προσφέρω κανένα “Τρίγωνο των Βερμούδων”, ή “Τρίγωνο του Διαβόλου”, ή κάποιο παρόμοιο εμπορικό όνομα απόκοσμης τοποθεσίας.
Το δικό μου μέρος υπερφυσικής δραστηριότητας, δεν έχει άλλο όνομα από το “Μπαλκόνι του Αλκίνοου”. Ξέρω πως το όνομα και η τοποθεσία τούτη, κάπου στα Εξάρχεια, δεν προσδίδουν κανένα μυστήριο και καμία αίγλη. Με απλά λόγια, δεν είναι καθόλου εμπορικό και δεν διατίθεται για διαφημιστικές καμπάνιες και αστικούς μύθους.
Οι νόμοι είναι νόμοι όμως, το ίδιο και οι εξαιρέσεις τους, και δεν κάνουν διακρίσεις σύμφωνα με τους όρους του μάρκετινγκ. Τι φταίω, που αντί για τις Βερμούδες, το Πουέρτο Ρίκο και το Μαϊάμι, το μόνο που έχω είναι το μπαλκόνι του Αλκίνοου, Ερεσού και πλατείας Εξαρχείων γωνία;
Κάτι ανεξήγητο, ανώτερο από τον καθένα μας, διαστρέβλωνε την πραγματικότητα. Το πώς, παραμένει ασαφές σε μένα.
Είχα ελπίσει σε μια αλλαγή και επιστροφή στην πραγματικότητα όπως την ήξερα. Γι’ αυτό άλλωστε και είχα αποφασίσει να ρίξω τον Αλκίνοο από το μπαλκόνι. Για να αναστρέψω την κατάσταση. Πλέον όμως ήταν ξεκάθαρο πως το μπαλκόνι συγκέντρωνε μαγικές και ανεξήγητες δυνάμεις. Ναι μεν, ανέτρεψα την πραγματικότητα του Αλκίνοου, όμως η πτώση μου δεν είχε επαναφέρει την προηγούμενη κατάσταση, αλλά μια νέα πραγματικότητα, όπου τώρα ήταν καθρέφτης του εαυτού μου και των πεποιθήσεών μου.
Τον πρώτο καιρό της αλλαγής, το διασκέδαζα να βλέπω στον κόσμο τον εαυτό μου. Το διασκέδαζα, και πολύ μάλιστα. Αλλά καθώς περνούσαν οι μέρες και το αστείο αυτό έγινε κάτι μονότονο, και ενώ εγώ έπρεπε να συνεχίζω να ζω σε αυτόν τον κόσμο, άρχισα να έρχομαι αντιμέτωπος με τον εαυτό μου. Αυτός ο καθρέφτης λοιπόν, που τόσο με διασκέδαζε, που ήταν σαν εκείνους στα Λούνα Παρκ που αλλοιώνουν το είδωλο, ξαφνικά άρχισε να ραγίζει και να κατακερματίζεται. Από όλη την χαρά και την ευτυχία που μου προκαλούσε αρχικά, με το πέρασμα του καιρού έγινε γκρίζος, σκοτεινός και ακατανόητος. Τα είδωλά του μετατράπηκαν σε σκιαχτερά, φρικιαστικά πλάσματα.
Ποτέ μου δεν θέλησα έναν κόσμο όμοιο με μένα γιατί αναγνωρίζω την ομορφιά της διαφορετικότητας. Κάτι που δεν έβλεπε ο Αλκίνοος, ήταν πως ο κόσμος δεν μπορεί να είναι καθρέφτης ενός μόνο ατόμου και των θέλω του, αλλά κάτι αρκετά πολυπλοκότερο, που να εμπεριέχει όλες τις διαφορετικότητες και τις δυνατότητες των ανθρώπων.
Η αυτοκριτική μου οπότε με οδήγησε να σιχαθώ όλα όσα με όριζαν, άθελά μου και μη, και αντιλήφθηκα όλα αυτά τα περίεργα και μαγικά γεγονότα σαν ένα πάθημα που έγινε μάθημα. Σαν το μεγάλο σχολείο της ζωής για μένα.
Τέτοιες στιγμές που το μυαλό φτάνει σε οριακά αδιέξοδα, δεν μπορεί να λειτουργήσει όπως θα λειτουργούσε υπό φυσιολογικές συνθήκες. Άλλωστε το φυσιολογικό φάνταζε σαν έννοια προ πολλού χαμένη. Έτσι πήρα μια πολύ δύσκολη απόφαση.
Ύστερα από αρκετό καιρό, και έχοντας συνειδητοποιήσει όλα αυτά, πήγα στο σπίτι του Αλκίνοου για να του μιλήσω. Ένιωσα πως όφειλα να το κάνω, του χρωστούσα μια εξήγηση. Εκείνος σάστισε που με είδε μπροστά του.
            «Έχεις το θράσος, μετά από αυτό που θέλησες να μου κάνεις, να εμφανίζεσαι μπροστά μου;»
Εν τέλει υποχώρησε και δέχθηκε να με ακούσει. Του είπα πως είχα καταλάβει πόσο κατά λάθος έγιναν όλα και πόσο πρόθυμοι είναι οι άνθρωποι υπό τις σωστές συνθήκες να ερμηνεύσουν ορισμένα σημάδια όπως τους βολεύει και να φθάσουν στο σημείο να θεοποιήσουν ή να θυσιάσουν έναν συνάνθρωπό τους. Του ζήτησα συγγνώμη που το είχα κάνει κι εγώ αυτό απέναντί του, παρασυρόμενος από μερικά σημάδια που ερμήνευσα σαν αποδείξεις της ενοχής του, ενώ εκείνος δεν είχε κάνει τίποτα από όλα αυτά που του καταλόγισα.
Του είπα ακόμη ότι πολλές φορές εμείς οι άνθρωποι πέφτουμε θύματα παρειδωλίας. Βλέπουμε πράγματα που το μυαλό μας θέλει να δούμε, ενώ πολλές φορές δεν είναι καν εκεί. Απλώς τα έστησε ο νους. Συνέδεσα μερικές σκόρπιες τελείες και έφτιαξα μια εικόνα. Αναλογίστηκα όμως, πως κάποιος άλλος μπορεί να συνδέσει διαφορετικά αυτές ή κάποιες άλλες τελείες και να δώσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα, πάνω στον ίδιο καμβά.
Του εξομολογήθηκα τέλος, πως εγώ συνέδεσα τις τελείες με τέτοιο τρόπο, ώστε να προκύψει αυτή η εικόνα. Πως η πτώση από το μπαλκόνι του σπιτιού του, είχε επίδραση στην πραγματικότητά.
Προς μεγάλη μου ικανοποίηση, ο Αλκίνοος έδειξε να καταλαβαίνει και να συμφωνεί. Κι εκείνος ομολόγησε πως η νέα πραγματικότητα της δικής μου εκδοχής, ήταν γι’ αυτόν κάτι ανάρμοστο και αβίωτο. Συμπλήρωσε πως, μέσα από αυτήν την εμπειρία, κατάλαβε κι ο ίδιος το σφάλμα της συμπεριφοράς του και τον τρόπο που είχε εκλάβει και αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, όταν ήταν σύμφωνα με τα δικά του κριτήρια. Τέλος, παραδέχθηκε πως εθελοτυφλούσε σε πράγματα που για τόσο καιρό ήταν αντίθετος και πως είχε καταλήξει να φέρεται και να σκέφτεται ιδιοτελώς, αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες. Η κουβέντα συνεχίστηκε για αρκετή ώρα και το κλίμα ανάμεσά μας εξομαλύνθηκε. Παράλληλα με αυτή την διαδικασία της συζήτησης, είχε αρχίσει να ωριμάζει και να απορρέει μια σιωπηλή συμφωνία μεταξύ μας. Μια αρμονία για το τι έπρεπε να πράξουμε παρακάτω.
Κοιταχτήκαμε και χωρίς να πούμε λέξη, βγήκαμε μαζί στο μπαλκόνι. Είχε ψοφόκρυο. Ο αέρας ανέμιζε τα μαλλιά μας και τα μάγουλά μας αμέσως ρόδισαν. Δεν υπήρχε άλλο τίποτε να κάνουμε, παρά να πηδήξουμε μαζί και να δώσουμε ένα τέλος σε όλον αυτόν τον παραλογισμό. Μια για πάντα. Μαζί το ξεκινήσαμε. Μαζί έπρεπε να το τελειώσουμε. Σε αυτήν την ύστατη, λυτρωτική στιγμή, ήμασταν μαζί. Έπρεπε να είμαστε μαζί. Δεν υπήρχε χώρος πλέον για “ή”.

Τώρα ήμασταν “ο Αλκίνοος ΚΑΙ ο Αννίδης”! Μαζί!

Ο κόσμος έπρεπε να επιστρέψει εκεί που ήταν. Να μηδενίσει. Να επανέλθουν όλα στο φυσιολογικό.
Σκαρφαλώσαμε στα κάγκελα και κοιταχτήκαμε μια τελευταία φορά. Ύστερα, κλείσαμε τα μάτια και κρατήσαμε σφιχτά τα χέρια μας. Ευχηθήκαμε να αλλάξουν όλα όπως πρώτα, να γίνει ο κόσμος όπως παλιά -γνωρίζοντας πλέον πως αυτός ήταν ο δικός μας κόσμος και κανείς άλλος πέρα από αυτόν δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερος. Ευχηθήκαμε να βγούμε ζωντανοί από την πτώση και όλα τα άσχημα να έχουν τελειώσει.
«Με το ένα, με το δύο, με το τρία... » και δώσαμε μαζί ένα καλό σάλτο...






ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ


«Προσεύχομαι δια την σωτηρίαν των ψυχών τους»
Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος

«Denne bog, jeg ønsker at gøre filmen» (Το βιβλίο αυτό, θέλω να το κάνω ταινία)
Λαρς Φον Τρίερ

«Μόνο ένα πράγμα είναι χειρότερο από το να διαβάσετε αυτό το βιβλίο.  
Κι αυτό είναι, να μην το διαβάσετε»  
Όσκαρ Ουάιλντ

«Πσσσσσσσσσσσσς!»
Ουίλιαμ Σαίξπηρ

«Y.O.L.O.!»
Γιάννης Γιοκαρίνης a.k.a. Γιολαρίνης

«Μόλις τέλειωσα το έργο τούτο, έσκισα το “Πράσινο Μίλι”                           και έπιασα δουλειά σαν λαντζέρης»
Στέφεν Κινγκ
«Νιώθω ντροπή που δεν γεννήθηκα Έλληνας»
Φράντς Κάφκα

«Αναγκάστηκα να διδαχθώ την ελληνική γλώσσα, ούτως ώστε να μείνω κοντά στο σημασιολογικό και φιλοσοφικό περιεχόμενο του έργου,     για να βιώσω αμόλυντος το ενεργό έγκλυμα της γραφής τους»
Φίοντορ Ντοστογιέφσκι

«Ένα έπος που όμοιό του δεν υπάρχει.  
Ένα έπος που κάνει όλα τα προηγούμενα παιδικά παραμυθάκια»
Όμηρος

«Όταν το έρεβος της νύχτας αργοσβήνει και συναντά αρμονικά το λυτρωτικό      πρώτο φως της αυγής, εκεί, και μόνο εκεί, βλέπω τους δυο συγγραφείς να     ενώνουν τις πένες τους και να εγκολπώνονται το σύγχρονο θάλπος. Εκεί, και μόνο εκεί, η κοσμογονία άρχεται...»
Εφημερίδα “Το Βλήμα”

 «Ο ξένος, μου είναι πια ξένος»
Αλμπέρ Καμύ

«Επιτέλους ένα έργο που δεν βασίζεται σε αληθινά γεγονότα
αλλά είναι από μόνο του ένα αληθινό γεγονός»
Αγνώστου

«Η θάλασσα αναζεύλιζε και μέσα στον νου μου κλωθογύριζε η σκέψη τούτου του βιβλίου.
Όταν πραγάλιασε μέσα μου, ένιωσα τον κακοτράχαλο ανήφορο του πιθήκου που γίνεται άνθρωπος»
Νίκος Καζαντζάκης

«Συγχώρεσέ τους, Πατέρα. Δεν ξέρουν τι γράφουν»
Ιησούς Χριστός

«Θεοί!»
Θεός

«Καλά αυτό το βιβλίο δεν υπάρχει! Μην το σκέφτεστε!»
Ρενέ Ντεκάρτ


«Το κείμενο είναι γεμάτο με το νόημα που έχει κάτι από τις φωτιές»
 Διονύσης Σαββόπουλος

«Ναι, ναι. Τους ξέρω. Τα μαλακισμένα που με κορόιδευαν
από το σχολείο ακόμα για το όνομά μου»
 Αλκίνοος Ιωαννίδης

«Μαζί τα γράψαμε»
Πάνος Φωτόπουλος & Βαγγέλης Μαμανέας