Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

10


Επέστρεψα σπίτι μου. Απόψε το βράδυ ήθελα να μείνω μόνος και να συλλογιστώ όσα είχα δει να συμβαίνουν. Να τα χωνέψω. Ο νους μου δεν μπορούσε να δεχθεί τέτοιο καταιγισμό από πληροφορίες και αλλαγές, ακόμη και αν επρόκειτο για τα πιο ευχάριστα πράγματα στον κόσμο. Αυτό, σε αντίθεση με όσα είχαν συμβεί, το έβρισκα πολύ λογικό. Ακόμα και ο πιο πιστός και πεπεισμένος χριστιανός, εάν ξαφνικά έβλεπε μπροστά του να γίνονται θεία θαύματα, θα χρειαζόταν λίγο χρόνο ώσπου να εναρμονίσει πλήρως όσα βλέπει με όσα πίστευε, γιατί η πίστη κρύβει και κάτι το παράλογο, ειδάλλως θα ήταν εξαρχής γνώση. Θα άρεσε στον Αλκίνοο αν άκουγε αυτόν τον συλλογισμό. Όμως μόνο τον Αλκίνοο δεν ήθελα να σκέφτομαι την δεδομένη στιγμή.
Άνοιξα την πόρτα και κατευθύνθηκα στην κουζίνα. Το μόνο που ήθελα ήταν να φάω και να απομονωθώ στο δωμάτιό μου. Να ηρεμήσω και να προσπαθήσω να σκεφτώ λογικά. Ή παράλογα, εάν το πλαίσιο στο οποίο αναφερόμουν ήταν τέτοιο. Μέσα σε όλα, και από τις λίγες φορές που έχει συμβεί, ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω με την μητέρα μου. Έχει τον τρόπο της, με διάφορες ανοησίες που την απασχολούν, να με κάνει να χαλαρώνω και να αισθάνομαι όμορφα.
«2.0201 Κάθε αποφαντική πρόταση για πλέγματα μπορεί να αναλυθεί σε μια αποφαντική πρόταση για τα συστατικά στοιχεία τους και σε εκείνες τις προτάσεις που περιγράφουν πλήρως τα πλέγματα».
«Καλησπέρα μάνα. Εγώ είμαι. Δεν σε άκουσα. Τι μου ‘πες;»
«Τίποτα, παιδάκι μου. Καλώς τον! Έλα, κάθισε. Σε σκεφτόμουν. Πώς ήταν η μέρα σου; Έλα καλέ να σε φιλήσω».
«Τι να σου πω. Ας το αφήσουμε αυτό τώρα. Μην ανησυχείς, ας τα λέμε καλά. Εσύ;»
«Τίποτα, παιδάκι μου. Όλα καλά κι εγώ. Εξαιρετικά μπορώ να πω».
«Γιατί τέτοια χαρά; Τι έγινε; Βάλε μου να φάω, γιατί πεινάω σαν λύκος και θέλω να πάω να ξαπλώσω».
«Ένα λεπτάκι δωσ’ μου. Πήγαινε να πλύνεις τα χέρια σου και θα σου ετοιμάσω».
«Τι είναι αυτό; Τι κρατάς εκεί;»
«Ποιο; Α! Ένα βιβλίο».
«Για χαμένους έρωτες διαβάζεις πάλι; Για να δω, τι είναι αυτήν την φορά;»
«Για χαμένους έρωτες;» και γέλασε δυνατά. «Πήγαινε να πλυθείς βρε και άσε τις εξυπνάδες. Για χαμένους έρωτες... ».
Μπήκα στο μπάνιο και έριξα νερό στο πρόσωπό μου. Χρειαζόμουν σίγουρα και ένα ζεστό μπάνιο ύστερα. Επέστρεψα στην κουζίνα.
«Ακόμα ρε μάνα; Βάλε μου σου λέω να φάω, σε παρακαλώ. Είμαι πολύ κουρασμένος. Τι διαβάζεις και έχεις απορροφηθεί τόσο;»
Μου έδειξε το βιβλίο“Tractatus Logico-Philosophicus”.
«Τι είναι τούτο πάλι;»
«Τι εννοείς τι είναι τούτο; Μην μου πεις ότι δεν το ξέρεις!».
«Ιδέα δεν έχω. Τι είναι το τόσο σημαντικό;»
«Τι σας μαθαίνουν στο πανεπιστήμιο ήθελα να ‘ξερα η άμοιρη. Τι να σου εξηγώ τώρα. Λογικοφιλοσοφική πραγματεία. Του Λούντβιχ Bίττγκενσταϊν. Δεν το’ χεις ξανακούσει; Πες το μου και αυτό, να τρελαθώ η γυναίκα».
«Όχι», απάντησα με μισόκλειστα μάτια. Ώρα είναι να μου το παίξει ξύπνια και η μάνα μου τώρα.
«Να, κοίτα για να καταλάβεις» και μου έδειξε μια από τις σελίδες. «Βλέπεις; Βλέπεις πώς το πάει; Πρόταση-πρόταση και καταλήγει σε σπουδαίους συλλογισμούς. Ο άνθρωπος ήταν διάνοια. Γύρω στο 180 IQ στην κλίμακα “Stanford-Binet”. Και παραπάνω μην σου πω».
«Τι λες ρε μάνα; Πας καλά; Τι είναι αυτά που λες; Πού τα έμαθες εσύ αυτά;»
«Γιατί, τι νομίζεις ότι είναι η μάνα σου; Καμιά χαζή; Αμ δε! Όλα τα ξέρω. Σήμερα το πρωί ξύπνησα και το είχα εντυπωμένο στο μυαλό μου. Δεν ξέρω. Αφού δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στον Μωάμεθ. Έλα, έλα να σου βάλω να φας. Και τι σου’ χω ετοιμάσει;».
«Μόνο σε παρακαλώ, όχι πάλι ρύζι. Δεν τον αντέχω αυτόν τον λαπά που κάνεις. Αν μπορείς, κάνα αυγουλάκι, ή κάτι τέτοιο».
Εκείνη γέλασε πάλι ειρωνικά.
«Σιγά μην προσφέρω στον μονάκριβό μου ένα απλό αυγουλάκι. Λοιπόν, έχω κάποιες εξαιρετικές συνταγές. Δικές μου επινοήσεις. Σήμερα σου έφτιαξα “σούπα γκασπάτσο” για ορεκτικό. “Γκερεμέζι” με παντζάρια και πέστο φουντούκι. Χοιρινή πανσέτα με πράσο μπρεζέ, πουρέ σελινόριζα και σάλτσα κόλιανδρο. Και για επιδόρπιο; “Κρεμ μπρουλέ”. Πώς με βρίσκεις;»
«Μάνα, είσαι καλά; Πέρασε κανείς από δω σήμερα; Με ζήτησε εμένα κανένας;»
«Κανένας απολύτως. Από το πρωί μόνη μου είμαι. Ο πατέρας σου γύρισε από την δουλειά και έφυγε αμέσως να προλάβει ανοικτή μια γκαλερί με έργα ζωγραφικής του 16ου αιώνα».
«Ο μπαμπάς πήγε σε έκθεση ζωγραφικής; Είσαι σίγουρη; Μήπως σου έκανε πλάκα;»
«Τι πλάκα καλέ; Αφού τον ξέρεις».
«Επειδή τον ξέρω το λέω. Δεν έχει άλλο ενδιαφέρον, από την δουλειά και τον Ολυμπιακό. Τι θέλει στην γκαλερί;»
«Ό, τι θέλει κάθε άνθρωπος της τέχνης. Ήθελα και εγώ να πάω μαζί του, αλλά αυτό το βιβλίο με έχει καθηλώσει».
Μου έβαλε το φαγητό μπροστά μου. Δεν είχα λόγια. Ήταν ένα αριστούργημα, τόσο σε γεύση όσο και σε εμφάνιση.
«Ρε μάνα, θέλεις να με τρελάνεις και εσύ; Ποιος είναι άνθρωπος της τέχνης; Ο πατέρας μου; Που το μόνο θέατρο που ξέρει είναι αυτό του ποδοσφαίρου; Και είναι πάλι αυτό φαγητό; Σας έχουν πάρει τα μυαλά οι τηλεοπτικοί μάγειρες. Τι σου συνέβη ξαφνικά; Από χθες φέρεσαι περίεργα».
«Σου είπα ότι είναι δική μου επινόηση. Δεν έχω ανάγκη να βλέπω το χαζοκούτι. Α! Την πετάξαμε την τηλεόραση παρεμπιπτόντως. Αγάπη μου, τι να μου συμβαίνει; Όλα καλά είναι. Κάτι ήθελα να σου πω, αλλά το ξέχασα. Τέλος πάντων. Εσύ τι έχεις; Γιατί είσαι αρπαγμένος;»
«Ξέρω γω; Γυρνάω και σε βλέπω να διαβάζεις πραγματείες και μου φέρνεις ακατανόητα φαγητά και ο μπαμπάς είναι σε γκαλερί. Θέλετε να με τρελάνετε; Τι νόημα βγάζουν όλα αυτά;»
«Αγάπη μου, πρόσεχε τι λες! Αν σε άκουγε τώρα ο Βίττγκενσταϊν, θα σου έλεγε “Το νόημα των πραγμάτων βρίσκεται έξω από τα πράγματα καθ’ αυτά”. Να το θυμάσαι αυτό, Ιασονάκο μου».
«Ρε μάνα, τρελάθηκες τελείως; Ποιος Βίττγκενσταϊν στον κόρακα μου λες;»
«Πολύ σωστά και ρωτάς. Είδες που όλο και κάτι ξέρεις τελικά; Μαιευτική. Πρέπει να καθορίσω ποιος. Ο πρώιμος, ή ο όψιμος Βίττγκενσταϊν; Έλα, κάθισε μαζί μου και θα σου εξηγήσω».
«Δεν θέλω να μου εξηγήσεις τίποτα. Μην με ενοχλήσει κανείς. Πάω επάνω. Κανείς όμως!».
«Καλά ντε, μην αρπάζεσαι. Να σε ευχαριστήσω ήθελα. Άμα ξανακάνω τίποτα για σένα να με βράσεις, παλιόπαιδο».



11


Την επόμενη μέρα σηκώθηκα πρωί-πρωί για να πάω στη σχολή. Ήθελα να περάσω λίγες ακόμα στιγμές μόνος, χωρίς την παρέα του Αλκίνοου, μήπως και καταφέρω να επεξεργαστώ με τη δική μου λογική την πληθώρα των αλλαγών που εξυφαίνονταν γύρω μου. Και η παρουσία του, με όλη αυτή την αλλόκοτη συμπεριφορά, μου αποδιοργάνωνε τη σκέψη. Ήθελα να σιγουρευτώ πως δεν ήταν απλά ιδέα μου, ή πως γινόμουν υπερβολικός. Χρειαζόμουν να πιαστώ από κάτι σταθερό, που δεν θα υπόκεινταν σε αλλαγές.
Έφτασα στην είσοδο της σχολής με τις μυριάδες αφίσες των κομμάτων για να κάνω το γνωστό μου χάζι. Για έναν περίεργο λόγο, όλες οι αφίσες της ΔΑΠ με το επερχόμενο πάρτυ που είχα δει πριν μερικές μέρες, έλειπαν. Δεν έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, περίεργο. Ωστόσο εκεί ήταν ό, τι ακριβώς χρειαζόμουν. Οι αφίσες της ΚΝΕ.
Σκέφτηκα πως η ΚΝΕ ήταν αυτό το σταθερό σημείο αναφοράς που έψαχνα, καθώς από το ’68 δεν έχει αλλάξει απολύτως μα απολύτως τίποτα. Σαν  την ανατολή και τη δύση του ηλίου, αλλά με αναχρονιστικό χαρακτήρα. Λειψή όμως, διότι τη δύση την απεχθάνεται. Κατά τας γραφάς, τουλάχιστον.
Εκείνη τη στιγμή πέρασε ο αφισοκολλητής της ΚΝΕ, μα τούτη τη φορά δυσκολεύτηκα να τον αναγνωρίσω. Δεν ήταν το παράξενο, ονειροπόλο βλέμμα του, που μου κέντρισε τόσο την προσοχή -άλλωστε αυτό ήταν κάτι που έβλεπα συχνά στους ανθρώπους γύρω μου τελευταία. Ούτε το γεγονός ότι ο τύπος μοσχοβολούσε από μακριά και η αλογοουρά του έλαμπε σαν εκείνη ενός Περσικού αλόγου. Ήταν οι πράξεις του.
«Τι κάνεις φιλαράκι; Ξηλώνεις τις αφίσες της ΚΝΕ;»
«Ναι», μου απάντησε ξερά, προσηλωμένος σε αυτό που έκανε.
«Γιατί; Θα βάλεις καινούργιες;»
«Όχι, φίλε μου», μου απάντησε γελώντας. «Τι καινούργιες και παλιές; Ίδιες είναι όλες. Αν ήθελα κάτι νέο, θα άλλαζα απλώς τις ημερομηνίες».
«Πολύ άνετο σε βρίσκω. Τα ξέρει αυτά που λες το κόμμα σου;»
«Ποιο κόμμα βρε; Πάνε αυτά, τελείωσαν. Από προχθές που καθόμασταν στα γραφεία μας, εδώ στο προαύλιο, σκεφτήκαμε… »
«Εντάξει, εντάξει. Κατάλαβα. Μη συνεχίζεις».
«Όχι δεν κατάλαβες! Να σου πω!», επέμεινε εκείνος.
«Κατάλαβα σου λέω. Ξέρω. Δεν χρειάζεται να μου πεις κάτι. Και η ΔΑΠ τα ίδια. Γι’ αυτό ξήλωσαν κι αυτοί τις αφίσες τους».
«Α! Τα έμαθες, έτσι;», μου είπε με σοβαρό ύφος.
«Για τον σκακιστικό σύλλογο. Ναι. Τα έμαθα».
«Όχι! Όχι! Ποιο σύλλογο; Για το ατύχημα λέω».
«Ποιο ατύχημα;», ρώτησα απορημένος.
«Δεν είδες καθόλου ειδήσεις, έτσι;»
«Όχι, δεν έτυχε. Η μητέρα μου πέταξε την τηλεόραση και… Τέλος πάντων, μεγάλη ιστορία. Γιατί; Τι συνέβη;»
«Να, οι… “καλλιτέχνες” -συγγνώμη για τον όρο- που θα εμφανίζονταν στο πάρτυ, είχαν δώσει πριν δυο μέρες συναυλία και για τη ΔΑΠ Θεσσαλονίκης. Ε, κι εκεί που γυρνούσαν Αθήνα, το λεωφορείο τους τράκαρε με μια νταλίκα στην εθνική που μετέφερε βουτάνιο και σκοτώθηκαν όλοι. Κάηκαν ζωντανοί. Μόνο ο οδηγός του λεωφορείου σώθηκε».
«Τι λες ρε φίλε! Πωπω!», του απάντησα γουρλώνοντας τα μάτια.
«Ναι σου λέω. Φάμτα, Βετρέλης, Λυκονομόπουλος, Μίνο, Κουρέιρα και Καραφλώτης πάνε. Έγιναν στάχτη».
«Ήταν να τραγουδήσει κι ο Καραφλώτης στο πάρτυ; Δεν το θυμόμουν».
«Δεν το έγραφε στην αφίσα, ήταν ο σταρ-έκπληξη», μου απάντησε.
«Μάλιστα. Απίστευτο πραγματικά».
«Τέλος πάντων, ζωή σε λόγου μας και να ζήσουμε να τους ξεχάσουμε», είπε και συνέχισε το έργο του.
Είχα κλονιστεί βαθιά από τα νέα αυτά, όσο και από τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, αλλά δεν ήξερα πώς να τα συνθέσω στο μυαλό μου και τι ερμηνεία να δώσω. Μπορεί και να μην ήταν τίποτα πέρα από τύχη. Όσο όμως και να ήθελα να παραδοθώ στην τύχη σαν ερμηνεία, δεν μπορούσα, γιατί όλα έμοιαζαν να συγκλίνουν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Τι να πρωτοσκεφτώ; Ήταν διαβολικά περίεργα, από τον Γιολαρίνη μέχρι την ίδια μου τη μάνα, που είχε μετατραπεί σε μάστερ σεφ. Ακόμα κι αν έχει δει κάποιος πολλές ταινίες και έχει διαβάσει πολλά βιβλία φαντασίας, είναι δυνατόν να τον τρελάνουν όλα αυτά.
Κάθισα σε ένα παγκάκι. Κοίταξα γύρω μου για άλλη μια φορά, αλλά τώρα ήθελα να παρατηρήσω τα πάντα. Κοιτούσα ακόμα και τα φύλλα των δένδρων, ποιος ξέρει, σκέφτηκα, ίσως και αυτά μπορεί να ξεκινούσαν να έπεφταν προς τα πάνω. Αυτό που συνέβαινε ήταν αδιανόητο.
Μόλις έκανα αυτήν την σκέψη, μέσα μου άρχισαν να δημιουργούνται κάποιες μικρές συνάψεις μεταξύ των γεγονότων. Εκεί άρχισα να σκέφτομαι πως όλα έμοιαζαν ξαφνικά όπως θα τα ήθελε ο Αλκίνοος. Όσο πήγαινα πίσω στις τελευταίες δύο μέρες, τόσο συνειδητοποιούσα ότι τίποτε δεν ξέφευγε από αυτήν την αρχή. Όμως κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να συμβαίνει. Δεν γίνεται ξαφνικά να αλλάξει ο κόσμος σύμφωνα με την θέληση κάποιου ανθρώπου. Απλώς δεν γίνεται. Αποκλείεται. Η λογική μου όμως χτυπούσε σε τοίχο, γιατί αναιρούνταν από αυτά που έβλεπα. Δεν υπήρχε τίποτα που να μην συμφωνεί με τα όσα ενδεχομένως θα ήθελε να συμβαίνουν στον κόσμο αυτόν ο Αλκίνοος, ώστε να τον θεωρεί τέλειο.
Η διάθεσή μου άλλαξε. Τώρα ήθελα να βρεθώ με τον Αλκίνοο, για να δω τι εξήγηση θα μου έδινε ο ίδιος για όλα αυτά. 
Σαν να είχε ακούσει την επιθυμία μου, εκείνος ξεπρόβαλε από το βάθος ερχόμενος στη σχολή. Με πλησίασε και έκανε να με χαιρετήσει.
«Γεια σου Ιάσονα, καλέ μου φίλε. Καλημέρα. Δεν θα πιστέψεις τι συνέβη καθώς ερχόμουν».
«Δεν θέλω να ακούσω, γιατί έχουν γίνει πολλά που δεν μπορώ να πιστέψω ήδη. Λες και έχουν έρθει τα πάνω κάτω», του είπα.
«Τι εννοείς βρε; Τι έγινε πάλι;»
«Πώς τι έγινε; Μόνο εγώ βλέπω τι γίνεται; Τις τελευταίες μέρες τίποτα δεν είναι όπως το ξέραμε. Απολύτως τίποτα».
«Ναι, και γιατί είναι αυτό κακό, παρακαλώ; Αυτό δεν θέλαμε ρε Ιασονάκο;»
«Εσύ το ήθελες. Εγώ δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο. Σαν τι να θέλω; Να πεθάνουν όλοι αυτοί οι καλλιτέχνες; Όχι, ποτέ δεν το θέλησα αυτό. Άλλο να μη μου αρέσει η δουλεία τους κι άλλο να θέλω να πάνε στον άλλο κόσμο. Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι τόσα άλλα πράγματα… ».
«Ώπα! Κάτσε. Τι εννοείς; Ποιοι καλλιτέχνες;»
«Φαντάστηκα πως θα ήξερες. Σκοτώθηκαν όλοι οι τραγουδιστές που θα εμφανίζονταν στο πάρτυ της ΔΑΠ».
«Α! Γι’ αυτό το γύρισαν όλοι στο σκάκι; Τέλεια! Πάντα τέτοια, αν είναι για καλό σκοπό. Και σε ποιους θα λείψουν στο κάτω-κάτω;»
«Είσαι σοβαρός; Σύνελθε! Οι άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Είναι δυνατόν να αστειεύεσαι με κάτι τέτοιο;»
«Και ποιος σου ‘πε ότι αστειεύομαι; Δεν τους σκότωσα εγώ, οπότε δεν έχω κάτι για να νιώσω άσχημα. Όλα για καλό συμβαίνουν, δεν το έχεις ξανακούσει; Και πώς σκοτώθηκαν, για να έχουμε καλό ερώτημα;»
«Με τον πιο φρικτό τρόπο. Κάηκαν ζωντανοί. Γι’ αυτό στο λέω».
«Κάθε μέρα συμβαίνουν ατυχήματα, ρε Ιάσονα. Φρικτότερα κι απ’ αυτό. Δεν σε είδα όμως να ανησυχείς γι’ αυτά. Γιατί δεν πας να κλάψεις για όλους αυτούς; Τουλάχιστον, αυτό το ατύχημα είναι για καλό. Να σκέπτεσαι θετικά», μου είπε χτυπώντας με φιλικά στον ώμο.
«Μα τι μου λες τώρα; Ότι υπάρχει θετική πλευρά στο θάνατο ενός ανθρώπου; Όποιος δεν σου αρέσει εσένα δηλαδή, αξίζει τέτοια κατάληξη; Αυτό μου λες ότι είναι για καλό; Για ποιανού το καλό; Δικό σου;»
«Έχεις αρχίσει και με κουράζεις με τα γλυκανάλατα που μου αραδίαζεις. Ηρέμησε».
«Όχι, δεν ηρεμώ! Ίσα-ίσα! Θα στο πω, κι ας με περάσεις για τρελό. Δεν με νοιάζει. Εμένα μου φαίνεται πως τις τελευταίες μέρες έχουν γίνει όλα όπως εσύ θα τα ήθελες, πως έχει αλλάξει όλος ο κόσμος» και αρθρώνοντας αυτές τις φράσεις, ακούστηκα και ο ίδιος στον εαυτό μου σαν τρελός.
«Έλα μωρέ Ιασονάκο, πώς κάνεις έτσι; Ηρέμησε. Επειδή άλλαξαν μερικοί άνθρωποι και έτυχε να τους δεις, δεν σημαίνει πως άλλαξε ο κόσμος, αν και μακάρι να έχει αλλάξει. Άκου λέει άλλαξε ο κόσμος… Σε καλό σου!».
«Τώρα θα στο αποδείξω! Ποιος είναι ο αγαπημένος σου Έλληνας καλλιτέχνης; Λέγε!».
«Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Πολύ καλός».
«Ωραία. Έλα μαζί μου», είπα και τον έπιασα από το μπράτσο. Πήγαμε στον προαύλιο χώρο όπου βρίσκονταν όλες οι παρατάξεις μαζεμένες μέχρι χθες και που τώρα ήταν κοινωνικά παντοπωλεία.
Έπιασα έναν τύπο τυχαία που περνούσε και τον ρώτησα:
«Φίλε μου, σε παρακαλώ, ποιος είναι ο αγαπημένος σου Έλληνας καλλιτέχνης;»
«Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης φυσικά», αποκρίθηκε.
Μάλιστα. Ύστερα άλλον.
«Κοπελιά, συγγνώμη, σου αρέσει ο Αλκίνοος Ιωαννίδης;»
«Πλάκα κάνεις; Εννοείται! Είναι κορυφαίος. Ο αγαπημένος μου. Αγαπάμε Αλκίνοο Ιωαννίδη!!!».
Και ύστερα κι’ άλλον... κι’ άλλον... κι’ άλλον, μέχρι που είχα ρωτήσει όποιον περνούσε, και σε όλους, περιέργως, ο αγαπημένος καλλιτέχνης ήταν ο ίδιος. Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης.
Τότε γύρισα να κοιτάξω τον Αλκίνοο όλο θρίαμβο.
«Το βλέπεις ρε φίλε; Είναι δυνατόν; Βλέπεις τι παίζει;»
Και εκείνος, κοιτώντας με σαν να ήμουν κανένα παιδάκι, μου απάντησε:
«Είσαι τρελός, έτσι; Τι είναι αυτά που κάνεις; Και τι νομίζεις ότι απέδειξες μόλις; Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης είναι πασίγνωστος καλλιτέχνης και εξαιρετικός στη δουλειά του. Προφανώς έχει ευρύ κοινό και είναι ο αγαπημένος πολλών. Και τι μ’ αυτό;
»Αγοράκι μου, ό, τι και να συμβαίνει γύρω μας, εσύ πάντα με μια απορία είσαι. Πάντα ζητάς εξήγηση και για τα πιο αυτονόητα. Έχεις αρχίσει και με κουράζεις. Πραγματικά. Καλό μου παιδί, παρ’ το χαμπάρι. Παραλογίζεσαι. Θέλεις και το βλέπεις έτσι. Απλώς μερικοί άνθρωποι άλλαξαν τις προτιμήσεις τους. Και στο κάτω-κάτω, τι σχέση έχω εγώ με όλο αυτό;»
«Να σου πω! Δεν θα με κάνεις να χάσω το δίκιο μου. Μόλις σου απέδειξα… ».
«Άκουσέ με σε παρακαλώ, γιατί δεν σε αντέχω άλλο. Ούτε η κοπέλα μου δεν μου γκρινιάζει έτσι. Ας παραδεχθούμε όμως, επειδή σε συμπαθώ, ότι όντως συμβαίνουν όσα λες. Αν το σκεφτείς, είναι θετικά. Διασκέδασέ το λίγο. Κοίτα τι όμορφα πράγματα γίνονται. Όταν δίνεται στον ζητιάνο ένα καλό ποσό χρημάτων, δεν είναι ανοησία να κάτσει και να αναρωτηθεί από πού προέρχεται αυτό το ποσό; Δέξου το και πάμε να περπατήσουμε να πάρεις λίγο αέρα να ξεσκάσεις».
Εκεί ήταν που κατάλαβα ότι ο Αλκίνοος απλώς δεν νοιαζόταν. Ήταν τόσο ευτυχισμένος που δεν τον ένοιαζε τίποτα παραπάνω από την ίδια του την χαρά. Εγώ αντιθέτως, είχα αρχίσει να το χάνω εντελώς.



12

Καθώς πηγαίναμε προς τη στάση του λεωφορείου, πέρασαν δυο τύποι τους οποίους και ακούσαμε να λένε:
«Δεν μπορείς ρε φίλε να βγεις και να πεις τέτοια πράγματα στην λαϊκή συνέλευση, θα εκτεθείς σε όλη την κοινότητα».
«Αν είναι να εκτεθώ επειδή είμαι δημοκρατικός», του απάντησε, «πού να γλείψεις και καμιά κατουρημένη ποδιά για να πιάσεις δουλειά στο δημόσιο τι θα γίνει».
Καθίσαμε σιωπηλοί στη στάση και το μάτι μου έπεσε στην διαφημιστική αφίσα δίπλα μου. Κι άλλο ένα περίεργο.
«Αλκίνοε, για κοίτα εδώ!», τον προέτρεψα. «“Συναυλία Αγάπης - Όχι να μην μισείς, αλλά να αγαπάς”» διάβασα στην επιγραφή. «Βλέπεις; Από το στόμα σου και στου Θεού τ’ αυτί, έτσι;», του είπα ειρωνικά.
«Αν βλέπω λέει;», μου απάντησε κοιτώντας με προσοχή την αφίσα.
«Κοίτα και παρακάτω. Το εισιτήριο δεν είναι χρηματικό, αλλά μια φιάλη αίμα. Πρωτοβουλία του Ερυθρού Σταυρού. Τυχαίο κι αυτό, ε; Μη μου πεις! Θα πας;», τον ρώτησα.
«Θα πάμε, εννοείς», μου δήλωσε.
Μείναμε για λίγο να χαζεύουμε την αφίσα, όταν πλησίασε στην στάση μια μικροκαμωμένη γιαγιούλα. Το πρόσωπό της ήταν σουφρωμένο και τα χρόνια είχαν χαράξει βαθιές γραμμές στο μέτωπό της. Τα μάτια της είχαν μια πικρία αποτυπωμένη. Λογικό, με τόσα βάσανα και αναταραχές που θα’ χει περάσει στην ζωή της. Κοίταξε κι εκείνη με ενδιαφέρον την αφίσα και μονολόγησε:
«Πολύ ενδιαφέρουσα πρωτοβουλία. Αλλά φοβάμαι πως δεν θα μπορέσω να εξασφαλίσω εισιτήριο για την συναυλία».
«Γιατί το λέτε αυτό;», την ρώτησε ο Αλκίνοος.
«Είμαι τόσο γριά, που η ομάδα αίματός μου έχει αποσυρθεί, όπως θα έλεγε ο George William Curtis» και τα μάτια της έλαμψαν χαρούμενα. Γύρισε και μας γέλασε, λες και μας την είχε φέρει με το αστείο της. Ξαφνιαστήκαμε και ανταποδώσαμε το γέλιο.
«Ελάτε τώρα, μην σας πονάει το γεγονός ότι περάσαν τα χρόνια», της είπα. «Όλους μάς τιμωρεί ο χρόνος. Κανείς δεν γλίτωσε και κανείς δεν θα γλιτώσει».
«Τιμωρία δεν είναι ο πόνος της γήρανσης», μου απάντησε. «Τον ίδιο πόνο μπορεί να προκαλέσει κι ένα ατύχημα. Τιμωρία είναι η ιδέα ότι αυτός ο πόνος είναι τιμωρία. Όταν εκλείψει η ιδέα αυτή, εκλείπει και η ίδια η τιμωρία. Και ο πόνος νεαρέ μου, μιας που το ανέφερες, είναι η πραγματική έκφραση του πάθους της ύπαρξης».
«Κίρκεγκαρντ!!!», αναφώνησε ο Αλκίνοος.
«Ποιος ήρθε;;;», τον κοίταξα ξαφνιασμένος.
«Κίρκεγκαρντ, ρε Ιάσονα», συμπλήρωσε. «Σορέν Κίρκεγκαρντ. Δανός...»
«Δανός φιλόσοφος του 19ου αιώνα», τον διέκοψε η γιαγιούλα. «Ο πρώτος υπαρξιστής. Ο άνθρωπος που προσέδωσε πνευματικότητα στον χριστιανισμό. Τεράστιος φιλόσοφος» και λέγοντας αυτά, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα του βιβλίο.
«Πάρ’ το γιόκα μου, πάρ’ το να διαβάσεις λίγο γι’ αυτόν. Και μην ανησυχείς για τον χρόνο που περνά. Εγώ τα βλέπω όλα aeterno modo, υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, σαν τον Μπαρούχ Σπινόζα».
«Ακριβώς», συμπλήρωσε ο Αλκίνοος. «Επιτρέψτε μου να παραθέσω κι εγώ ένα χωρίο από το φιλοσοφικό δοκίμιο “Είτε-Είτε”. Εκείνοι που συμβαδίζουν τα αντίθετα, ζουν θλιβερά από τη μία στιγμή στην άλλη, συμβιβάζοντας τον συμβιβασμό και την ψευδαίσθηση. Όμως το αιώνιο, δεν βρίσκεται πίσω από το είτε-είτε, αλλά εμπρός του».
«Μπράβο, νεαρέ μου. Είσαι ένας σωστός ιππότης της πίστης, που θα έλεγε κι ο φιλόσοφος».
Κι εκείνη τη στιγμή πέρασε ένα γατάκι γρήγορα ανάμεσα απ’ τα πόδια μας και βγήκε με βιασύνη στην άσφαλτο. Ένα αυτοκίνητο ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα, ενώ εκείνο προσπαθώντας να περάσει απέναντι βρισκόταν στα μισά του δρόμου.
Ο Αλκίνοος αντανακλαστικά ανασηκώθηκε και έκανε μια κίνηση να ορμήξει στο μέρος του. Η γιαγιούλα τότε με μιας, άπλωσε το χέρι της, ανέκοψε τη φόρα του Αλκίνοου και πετάχτηκε μπροστά, παραμερίζοντάς τον. Βγήκε στην άσφαλτο, γράπωσε το γατάκι από το σβέρκο και το πέταξε πίσω στο πεζοδρόμιο, ενώ το αυτοκίνητο που απείχε μόλις λίγα μέτρα, την χτύπησε με το δεξί φανάρι ρίχνοντάς την κάτω.
Εγώ απέστρεψα το βλέμμα μου μηχανικά και ο Αλκίνοος έτρεξε προς το μέρος της.
«Ιάσονα, κάλεσε ασθενοφόρο τώρα! Δεν έχει τις αισθήσεις της!», μου φώναξε. Έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη όπως-όπως και κάλεσα το 166. Η φωνή μου έτρεμε. Ο Αλκίνοος της κρατούσε το χέρι, προσπαθώντας να δει αν έχει σφυγμό. Τότε, εκείνη άξαφνα τίναξε ορθάνοιχτα τα μάτια της σαν τελευταία αναλαμπή και στυλώνοντας το βλέμμα στον ουρανό είπε:
«Κίρκεγκαρντ, Χάρε, Κίρκεγ… » και τα μάτια της έσβησαν, αφήνοντας την τελευταία της πνοή.

13

«Το μόνο σίγουρο, Ιάσονα, είναι το εξής», μου είπε ο Αλκίνοος. «Πως στον θάνατό μας όλοι θα είναι παρόντες, εκτός από εμάς τους ίδιους. Ενώ ο θάνατος είναι κάτι που μας ανήκει ολοκληρωτικά, εν τέλει δεν θα μπορέσουμε να τον βιώσουμε ούτε στο ελάχιστο. Περίεργο δεν είναι; Κι όμως τόσο πολύ μας απασχολεί και μας προβληματίζει... Omne ignotum pro magnifico. Κάθε τι άγνωστο φαντάζει αξιοθαύμαστο. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να δίνουμε ένα νόημα στη ζωή μας, κι ας οδεύουμε προς τον αφανισμό».
Εγώ, τρέμοντας ακόμα από τη φρίκη που είχαμε ζήσει και με το αίμα να χτυπάει στις φλέβες μου, πήρα μια βαθιά ανάσα και του είπα:
«Μια γυναίκα μόλις ξεψύχησε μέσα στα χέρια σου και εσύ το μόνο που έχεις να πεις είναι φιλοσοφικές ρήσεις; Και τι θα μου πεις τώρα; Ότι ήταν για καλό; Να το δω θετικά; Μη διανοηθείς να μου πεις καμιά τέτοια εξυπνάδα, Αλκίνοε».
Εκείνος πήγε να ανοίξει το στόμα του να πει κάτι, μα τον έκοψα πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη.
«Κλείσ’ το!», του φώναξα. «Δεν θα γεμίσεις ξανά το κεφάλι μου με κούφια λόγια! Κλείνω τα μάτια μου να σκεφτώ κι ακούω τη δική σου φωνή να μιλάει, να λέει αυτές τις βαρύγδουπες, στομφώδεις ανοησίες, ενώ κόσμος πεθαίνει! Βούλωσ’ το πια!»
Φάνηκε να ξαφνιάστηκε από την επίθεσή μου και έκανε ένα βήμα πίσω. Έσμιξε τα φρύδια του, έσκυψε το βλέμμα και έμεινε σιωπηλός. Αρχίσαμε να περπατάμε προς το κέντρο της πόλης, χωρίς να ανταλλάσουμε άλλη κουβέντα.   
Τόσο απορροφημένοι ήμασταν και οι δύο μες στις σκέψεις μας, που δεν είδαμε το τεράστιο μαυροφορεμένο πλήθος που είχε περιστοιχίσει τη Βουλή. Ούτε τις φωτιές στους κάδους ολόγυρα. Ούτε τους αστυνομικούς με τα όπλα πεταμένα στα πόδια τους. Ούτε καν τον άντρα που είχε σκαρφαλώσει στο κοντάρι της σημαίας πάνω από το κτήριο της Βουλής και κάτι φώναζε.
«Τι γίνεται εδώ ρε συ;», είπε ο Αλκίνοος με τα μάτια ορθάνοιχτα, σπάζοντας την πολύλεπτη σιωπή μεταξύ μας.
Εγώ απλά κοιτούσα προβληματισμένος, ανήσυχος, έτοιμος για τα πάντα ύστερα από όσα είχαν δει τα μάτια μου τελευταία.
Προχωρήσαμε και ενσωματωθήκαμε με το πλήθος. Κανείς δεν μας σταμάτησε. Κανείς δεν έκανε την παραμικρή απόπειρα να σβήσει τις φωτιές που έκαιγαν ολόγυρα από τη Βουλή. Κόσμος μαυροφορεμένος, με κουκούλες στα κεφάλια, πολλοί από αυτούς με μάσκες να καλύπτουν το πρόσωπό τους, άντρες, γυναίκες, παιδιά κάθε ηλικίας. Όλοι να κοιτούν προς ένα σημείο.
Οι αστυνομικοί, με τις ασπίδες και τα ρόπαλα ριγμένα κατά γης, αραδιασμένα πυρομαχικά στα πόδια τους, είχαν στυλώσει τα μάτια τους εκεί που κοιτούσε και το μαγνητισμένο πλήθος. Στην κορυφή του κτηρίου της Βουλής. Στον άντρα που κρεμόταν από τη σημαία.
Ο Αλκίνοος προσπάθησε να περάσει μέσα από το πλήθος που έμοιαζε με ένα πυκνό σμάρι μύγες. Στο κατόπι κι εγώ. Καταφέραμε να βρεθούμε μπροστά από το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, πλάι σε έναν γεροδεμένο τσολιά, που είχε παρατήσει το πόστο του και κοιτούσε κι εκείνος εκστατικός ψηλά τον σκαρφαλωμένο άντρα. Η σημαία, με διαδοχικές ριπές ανέμου, τον μαστίγωνε δυνατά, σαν μάνα που έδερνε το άτακτο τέκνο της. Σαν τις, παρά μία τεσσαράκοντα, βουρδουλιές που είχε δεχθεί ο Χριστός. Ο άντρας όμως, δεν έλεγε να αφεθεί. Τότε ήταν που κατάφερα να διακρίνω το πρόσωπό του. Ήταν ο πρωθυπουργός.
Με φωνή τρεμάμενη, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια για να ακουστεί μέχρι κάτω στο πλήθος, ανάμεσα σε αναφιλητά και κραυγές, μίλησε:
«Είμαι ένας ανάξιος! Συγχωρέστε με! Είμαι ένας άχρηστος! Ένας κωλοτούμπας! Πήρα τη λαϊκή εντολή και την πούλησα! Σας πούλησα! Πρόδωσα την εμπιστοσύνη σας! Δεν σας άξιζε τέτοια μοίρα! Δεν άξιζε στην Ελλάδα τέτοια ξεφτίλα! Κι εμένα δεν μου αξίζει η ζωή! Αφήστε με να πεθάνω! Ντροπή μου που υπάρχω ανάμεσά σας! Ντροπή μούούού!».
Ξεφωνίζοντας, έδωσε μια και αποτινάχτηκε από το στύλο της σημαίας που ήταν γραπωμένος μέχρι τώρα. Κουνώντας χέρια και πόδια ζωηρά σαν βρέφος και ουρλιάζοντας τα τελευταία του λόγια, “ντροπή μου”, έσκασε στο κράσπεδο λίγα μέτρα μακριά από τον Αλκίνοο, με ένα βαρύ γδούπο. Αίμα έτρεξε από το σπασμένο κρανίο. Σαν ένα δοχείο γεμάτο κόκκινη, πηχτή μπογιά, ξεχύθηκε από μάτια, μύτη και στόμα στις πλάκες του μνημείου.
Και το πλήθος; Το πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, σε δυνατούς αλαλαγμούς θριάμβου, λες και η εθνική τους ομάδα είχε βάλει ένα αιματοβαμμένο γκολ στον πιο μισητό αντίπαλο. Κανένας δεν κίνησε να πλησιάσει τη σορό του άψυχου πρωθυπουργού. Μονάχα μετά από ώρα, ένας από τους δύο ευζώνους πλησίασε και του έκλεισε τα μάτια.
Ο Αλκίνοος με έψαξε με το βλέμμα. Μέχρι πριν λίγο στεκόμουν παραδίπλα, να δαγκώνω τα χείλη μου. Δεν άντεξα όμως άλλο. Με βρήκε πεσμένο στα τέσσερα να κάνω εμετό σε μια γωνιά.
Πριν καλά-καλά συνέλθω από το σοκ, ξεπρόβαλε και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης από ένα παράθυρο πιο κάτω. Άραγε θα άρχιζε να βγάζει κανένα στομφώδη λόγο για το συμβάν; Θα έδειχνε ανωτερότητα; Θα συλλυπούνταν; Θα έπαιζε θέατρο ότι στεναχωρήθηκε; Τι θα έκανε;
Ο πολιτικός δεν έκανε τίποτα απ’ αυτά όμως. Απλά σιωπηλά, χωρίς να βγάλει κιχ, με μάτια καρφωμένα στο υπερπέραν, ανέβασε το πόδι του στο περβάζι, κατόπιν βγήκε ολόκληρος και… Πήδηξε κι εκείνος στο κενό. Άλλη μια άμορφη, ματωμένη μάζα από κρέας και κόκκαλα ήρθε να προστεθεί δίπλα στην προηγούμενη. Το πλήθος ξέσπασε ξανά σε άγρια χειροκροτήματα.
Πριν προλάβει να κοπάσει το χειροκρότημα, ένα-ένα τα παράθυρα της Βουλής γέμισαν από βουλευτές. Βουλευτές όλων των κομμάτων, υπουργοί, υφυπουργοί και παρατρεχάμενοι, βρίσκονταν όλοι στα παράθυρα. Και ένας-ένας, σαν ένα μακάβριο τσίρκο, έκαναν το σάλτο μορτάλε, όπως ο αρχηγός της αντιπολίτευσης και ο πρωθυπουργός πριν από αυτούς. Ένας-ένας, βγαίνοντας στα παράθυρα, ανεβαίνοντας στα περβάζια, με μάτια καρφωμένα στο υπερπέραν, έπεφταν στο κενό και έσκαγαν με δύναμη κάτω, στα πόδια του μαινόμενου πλήθους. Καθένας φώναζε διάφορα συνθήματα. 
«Πήήήδα! Πήήήδα!», ακουγόταν διάχυτο από διάφορα στόματα. Άλλοι παριστάνοντας τους θεατές της ρωμαϊκής αρένας, έτειναν προς τα κάτω τους αντίχειρες γελώντας τρανταχτά. Και αλήθεια, πόσο πολύ έμοιαζε με μια αρχαία ρωμαϊκή αρένα όλο αυτό το σκηνικό. Μόνο που σ’ αυτήν εδώ είχε βουτήξει ο ίδιος ο αυτοκράτορας και οι αυλικοί του. Τα πάνω-κάτω.
Το άρρωστο θέαμα της πτώσης των βουλευτών συνεχίστηκε προς τέρψη όλων των παρευρισκομένων, συμπεριλαμβανομένου του Αλκίνοου. Μάταια τον έπιανα από τους ώμους με δάκρυα στα μάτια και τον ταρακουνούσα φωνάζοντάς του “φτάνει, φτάνει” και ό, τι άλλο μου κατέβαινε μπας και τον κάνω να συνέλθει. Ο Αλκίνοος, το μόνο που έβλεπε ήταν ένα στόμα να ανοιγοκλείνει, εμένα σε αργή κίνηση και τα πτώματα να συντάσσονται στην πλατεία Συντάγματος σε αποτρόπαιες, γκροτέσκες πόζες.
Του ήταν αδύνατο να ακούσει. Όχι. Πού να ακούσει μέσα σε τέτοιο μεθύσι; Είχε ένα βλέμμα αγαλλίασης, που μεγάλωνε με το γδούπο κάθε κορμιού που βροντούσε και κομματιαζόταν στο κράσπεδο.
«Κάθε νεκρός βουλευτής και ένας σπασμένος κρίκος από την αλυσίδα που κρατά δέσμιο το λαό!», φώναξε, όχι τόσο σε μένα, αλλά σε όσους βρίσκονταν τριγύρω και μπορούσαν να τον ακούσουν.
Ο φρενήρης αλαλαγμός του πλήθους κορυφώθηκε όταν έπεσε πια κι ο τελευταίος βουλευτής νεκρός. Τριακόσια άψυχα κορμιά, στραπατσαρισμένα στο πεζοδρόμιο.
Τότε πια ο κόσμος πέταξε τις μάσκες από τα πρόσωπα, έβγαλε τις κουκούλες και σφιχταγκαλιάστηκε με τον διπλανό του. Οι αστυνομικοί είχαν γίνει ένα με τους διαδηλωτές και μαζί πιασμένοι έκαναν χάζι τα κουφάρια. Κάτι αναρχικοί έβγαλαν το στουπί από τις μολότοφ που τους είχαν περισσέψει και τσουγκρίζοντας τα μπουκάλια κάνοντας “στην υγειά μας”, τις άδειασαν μονορούφι.
Μέσα σε μερικά λεπτά, απορριμματοφόρα και φορτηγά έκαναν την εμφάνισή τους από το βάθος του δρόμου, μαζεύοντας τους νεκρούς και ρίχνοντάς τους σε ένα μεγάλο κοντέινερ για τα μπάζα. Άλλα οχήματα κατέφθασαν από την αντίθετη κατεύθυνση και με μάνικες νερού καθάρισαν το χώρο από τα αίματα, έτσι που μέσα σε μισή ώρα τίποτα δεν θύμιζε το ανείπωτο γεγονός που είχε συντελεστεί.
Σιγά-σιγά ο όχλος διαλύθηκε, ήρεμος και ευτυχισμένος. Βλέμματα στωικά σαν ινδικές αγελάδες. Οι περισσότεροι μουρμουρίζοντας για κάποια συναυλία που έπρεπε να προλάβουν.


14

Ο Αλκίνοος με βήμα ανάλαφρο, χαμογελαστός με τα χέρια στις τσέπες, με πλησίασε εκεί που βρισκόμουν λίγα μέτρα παραπέρα, καθισμένος καταγής, με τα πόδια μου αγκαλιασμένα σφιχτά πάνω στο στήθος μου και το κεφάλι μου χωμένο ανάμεσα, να κουνιέμαι νευρικά μπρος-πίσω.
«Ιάσονα;»
Έκανα προσπάθεια να του μιλήσω, αλλά σε κάθε αναπνοή, μού ερχόταν αναγούλα.
«Ιάσονα σήκω!», συνέχισε εκστασιασμένος. «Είδες; Είδες που στα ‘λεγα; Τι ζούμε ρε φίλε; Είναι απίστευτο, έτσι; Έγινε επιτέλους αυτό που θέλαμε όλοι! Ο κόσμος έχει ανανήψει! Ο κόσμος πάει μπροστά! Βιώνουμε ιστορικές στιγμές! Απόλαυσέ το! Είναι μαγικό!».
«Είσαι τρελός; Πας καλά; Πώς μπορείς… » κι εκείνη τη στιγμή έγειρα στο πλάι και ξαναέκανα εμετό. Το μυαλό μου ήταν στοιχειωμένο από τις φρικιαστικές εικόνες των πτωμάτων.
«Τι… Τι συνέβη; Τι συμβαίνει εδώ; Θα τρελαθώ τελείως! Δεν είμαι καλά!».
Δεν είχα λόγια. Έτρεμα ολόκληρος. Ο παραλογισμός δεν είχε τελειωμό. Ήταν σαν να ήμουν σε διαρκή πτώση και με το που έβλεπα έδαφος, αυτό εξαφανιζόταν και συνέχιζα να πέφτω ακόμα πιο βαθιά. Είχα διαλυθεί και δεν είχα κανέναν για να μιλήσω.
Ο κόσμος είχε αλλάξει, είχε γίνει φρικιαστικός και αποτρόπαιος. Και η φρίκη αυτή ήταν ασταμάτητη. Όσο πήγαινε χειροτέρευε περισσότερο κι εγώ δεν μπορούσα να συλλάβω τον καταιγισμό αυτών των αλλαγών. Βίωνα την απόλυτη παράνοια.
Έφυγα μακριά. Αφού περπάτησα ένα μισάωρο και χάθηκα μέσα στο χάος των σκέψεών μου, κάθισα σε ένα μικρό παρκάκι. Ένιωθα πως ήμουν στην μέση ενός στροβίλου, όπου τα πάντα τριγύρω γυρνούσαν και μεταβάλλονταν διαρκώς. Έστριψα ένα τσιγάρο και κοίταξα τον ουρανό. Εκείνη την στιγμή το λαχτάρησα πραγματικά. Ήθελα να με ηρεμήσει ο καπνός του.
          Το άναψα και παραδόθηκα. Πέρασε από μπροστά μου μια κοπελίτσα που τραγουδούσε κάποιου πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη το τραγούδι. Απ' όσο μπορώ να θυμηθώ πήγαινε κάπως έτσι...

[1]Και όπως ψήφιζα εμφανίζεσαι στην κάλπη
εκεί που κάναμε κατάληψη παιδιά,
τρέχω κοντά για να σου πω
“Όπως παλιά, αριστερά”.
Βλέπω πως ντρέπεσαι, τα μάτια κατεβάζεις,
ρωτάω “σύντροφε, πώς είσαι, πώς περνάς”
ενώ σε βλέπω να διστάζεις
και δειλά μου απαντάς.
“Πολιτεύομαι”, μου λες και εγώ μπερδεύομαι
Σκέφτομαι μήπως ξέπεσες και κίνησες κατά τη δεξιά
“Πολιτεύομαι, με τη ΝΔ πορεύομαι”
Για σένα τόσο ντρέπομαι
ξεπούλησες αρχές και ιδανικά
Σ’ αφήνω, στέκομαι και σιγομουρμουράω
σε δυο λακέδες παρακάτω εσύ μιλάς
μέσα μου ξέρεις σιχτιράω
που ‘χεις το θράσος να γελάς
και εκεί που νόμιζα πως είχα δει τα πάντα
γυρνάς στο μέρος μου, τα χείλη σου κουνάς
θαρρώ συγγνώμη μου ζητάς
μα τ' exit polls λοξοκοιτάς.

Και πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσω τι είχα μόλις ακούσει, παρακάτω ένα ζευγάρι γκάριζε και λογομαχούσε:
«Παρ’ το χαμπάρι αγοράκι μου επιτέλους. Τελειώσαμε! Που θα μου πεις εμένα ότι η ηθική είναι παρούσα στην ενόραση του πρακτικού λόγου! Νούμερο, ε νούμερο! Τέ-λειώ-σά-με!!!»
«Εννοείται πως τελειώσαμε!», της απάντησε το αγόρι. «Τόλμησες να με πεις καντιανό; Εμένα καντιανό;  Που αν σιχαίνομαι κάτι όσο τίποτα άλλο είναι οι a priori κρίσεις; Άντε στο διάολο κοριτσάκι μου. Δεν με ανέθρεψαν έτσι εμένανε».
«Όχι! Όχι! Όχι! Όχι!!!» Φώναζα σαν τρελός. «Δεν αντέχω άλλο! Δεν αντέχω ούτε μια μέρα παραπάνω! Ούτε μια μέρα! Είναι παράνοια! Καθαρή παράνοια!».










[1] Παράφραση του λαϊκού τραγουδιού “Συνοδεύομαι”, του οποίου ο δημιουργός, ο ταλαντούχος νεαρός Παντελής Παντελίδης, βρήκε τραγικό θάνατο σε τροχαίο δυστύχημα. Την επομένη του θανάτου του, προκηρύχθηκαν δέκα χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας για ανέργους δημοσιογράφους, με σκοπό να καλυφθεί τηλεοπτικά και μη, το άτυχο συμβάν. Την μεθεπόμενη ημέρα, αφού τα ΜΜΕ καπηλεύτηκαν σε όλα τα μήκη και πλάτη τον θάνατο του τραγουδιστή, οι νεοπροσληφθέντες δημοσιογράφοι απολύθηκαν και νέο θέμα φυτεύτηκε στην επικαιρότητα. Ο πρωθυπουργός δήλωσε πως είναι καθήκον του, όπως είχε πει και προεκλογικά, να μειώσει τα ποσοστά ανεργίας, κάνοντας πράξη τις υποσχέσεις του.