Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»   

φιλοξενεί ένα διήγημα 

               του Δημήτρη Μπούκουρα               
                  

«Η τροχιά της μοίρας»

    



     Οι οδηγίες του αρχηγού ήσαν σαφείς:
   
-Να τηρηθεί απόλυτη μυστικότητα. Αυτός  ο δόκτωρ Χέρμαν είναι πανέξυπνος. Αλεπού. Οι τελευταίες πληροφορίες  λένε ότι μένει στην πανσιόν «Γλάρος». Στη Μύκονο. Θέλει παρακολούθηση με μεγάλη διακριτικότητα.  Αύριο κι όλας πρωί-πρωί παίρνεις την ομάδα σου και φεύγεις για το νησί. Και πού είσαι… Απαραιτήτως θα είστε οπλισμένοι. Σαν παλιός αξιωματικός των Ες Ες είναι επικίνδυνος. Και έχει μαζί του άτομα εκπαιδευμένα.
   -Αλλά γιατί στη Μύκονο; Εκεί δεν υπάρχουν αρχαία.
   -Ποιος ξέρει τι έχει στο μυαλό του. Γι' αυτό θα γίνετε κολλητοί του. Καμιά απορία, κύριε Δημητριάδη;
   -Νομίζω ότι ο φάκελος που μας δώσατε είναι τόσο εμπεριστατωμένος, ώστε δεν χωράει καμιάν απορία, κύριε Διοικητά.
   
Ο Πέτρος Δημητριάδης, χαιρέτησε τον ανώτερό του και κατόπιν συναντήθηκε με τους κατωτέρους του, με τους οποίους θα επιχειρούσαν. Αφού κανόνισαν  τις τελευταίες λεπτομέρειες έφυγε για το σπίτι του. Οι σκέψεις του ήσαν κυριαρχημένες από αυτή τη νέα δουλειά, που είχε σκάσει όταν η Ιντερπόλ τους είχε ενημερώσει για τον ερχομό αυτού του Γερμανού. Ο φάκελος που συνόδευε την υπόθεση ήταν πολύ φουσκωμένος. Ο εν λόγω είχε πλούσια δράση στον τομέα των έργων τέχνης και των αρχαιοτήτων. Στο Παρίσι που υπηρέτησε αμέσως μετά την κατάληψή του, είχε επιδοθεί στη συγκέντρωση έργων τέχνης  ανυπολόγιστης αξίας. Λένε πως έχει κρύψει πολλά από αυτά σε διάφορες κρυψώνες. Στην Ελλάδα υπηρετούσε στην Αθήνα, αλλά τα ταξίδια του στους διάφορους αρχαιολογικούς χώρους πολλά. Υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει αρπάξει και από τη χώρα μας αρχαιολογικούς θησαυρούς. Έτσι λοιπόν, η επίσκεψη στην Ελλάδα είναι ύποπτη. Τι άραγε ήρθε να κάνει εδώ; Το πιθανότερο είναι πως κάτι έχει κρύψει. Κάτι που δε πρόλαβε να πάρει μαζί του, όταν οι κατακτητές εγκατέλειπαν την χώρα μας όπως όπως…
   
Η παρακολούθηση έδειξε ότι ο ύποπτος δεν είχε έρθει για τουρισμό. Και όταν κατέβηκε στο λιμάνι και προσέγγισε διάφορους ψαράδες, που όπως έμαθε τους ζητούσε να τον πάνε με το καΐκι τους κάπου  χωρίς να τους λέει πού, ο έξυπνος αστυνομικός κατάλαβε την πρόθεσή του. Ο πιθανός προορισμός θα ήταν μάλλον η Δήλος. Ο Γερμανός τα βρήκε με κάποιο ψαρά, και βέβαια η έκπληξη του Πέτρου ήταν μεγάλη, καθώς ο ύποπτος ξένος επιβιβάστηκε στο καΐκι μαζί με τη συνοδεία του, κάποιους μπράβους που είχε φέρει μαζί του, μέρα μεσημέρι. Οπότε η θεωρία του για τη Δήλο πήγε περίπατο, καθώς δεν πας τέτοια ώρα να ψάξεις σε έναν αρχαιολογικό χώρο τόσο καλά φυλασσόμενο. Γιατί την εποχή για την οποία μιλάμε, το 1975, οι αρχαιολογικοί χώροι φυλάσσονταν επαρκώς. Και όχι όπως σήμερα που είναι «εμπάτε σκύλοι αλέστε», αφού η κρίση έχει οδηγήσει σε απολύσεις μεγάλου αριθμού αρχαιοφυλάκων. Αμέσως, μη χάνοντας καιρό, έδωσε εντολή στους δύο συνεργάτες του και όλοι μαζί πήδησαν  σε ένα καΐκι που για κάποιο λόγο είχε αναμμένη τη μηχανή, έδειξαν τις ταυτότητές τους στον ψαρά και ξεκίνησαν την παρακολούθηση.
   
Το προπορευόμενο καΐκι αρχικά φάνηκε να έχει ρότα για Δήλο, πράγμα που ενίσχυσε την απορία της ομάδας για τον χρόνο που είχε επιλεγεί από τον Γερμανό, αν επρόκειτο βέβαια να προβεί  σε κάποια παράνομη ενέργεια.  Όμως, μετά από λίγο διαπιστώθηκε ότι ο προορισμός δεν ήταν η Δήλος, την οποία  οι παρακολουθούμενοι άφησαν στα αριστερά τους και συνέχισαν κατευθυνόμενοι προς το ερημικό νησί της Ρήνιας.
   Το  προπορευόμενο καΐκι,  κατευθύνθηκε στον ορμίσκο  που βρίσκεται απέναντι από τη Δήλο, και οι αστυνομικοί, για να μη τους καταλάβουν συνέχισαν την πορεία τους. Μόλις καβατζάρισαν τον επόμενο κάβο, πλησίασαν μιαν παραλία και αποβιβάστηκαν με σπουδή.
   Οι Γερμανοί, αφού κι αυτοί βγήκαν έξω, άρχισαν να περιεργάζονται το μέρος. Τον ψαρά τον είχαν διώξει. Του είχαν πει να έρθει να τους πάρει το απόγευμα, όταν θα είχαν τελειώσει το μπάνιο τους. Με τη βοήθεια ενός χειρόγραφου χάρτη, ο επικεφαλής κατευθύνθηκε δεξιά, προς τα εκεί όπου είχαν αποβιβαστεί οι διώχτες τους οι οποίοι δεν φαίνονταν, καθ’ όσον κρύβονταν από τα απότομα βράχια του κάβου.
   
Κάποτε έφτασαν σε ένα μικρό ανάχωμα.  Φαίνεται ότι εκεί βρισκόταν το μέρος όπου ο Χέρμαν είχε σημειώσει στον χάρτη. Άνοιξαν τους σάκους, έβγαλαν τα εργαλεία που κουβαλούσαν,  και άρχισαν να σκάβουν.
   
Εν τω μεταξύ η ομάδα του Πέτρου,  άρχισε να κατευθύνεται με μεγάλη προσοχή προς τα αριστερά. Τώρα ένας σχηματισμός από βράχους τους χώριζε από το σημείο απ’ όπου θα μπορούσαν να έχουν οπτική επαφή με τους κακοποιούς. Ο Πέτρος σκαρφάλωσε τα λίγα μέτρα που χρειάζονταν και φτάνοντας στην κορυφή είδε τους Γερμανούς να σκάβουν. «Αυτό είναι», σκέφτηκε, «κάποιο άγαλμα θα πρέπει να έχουν θάψει εδώ. Ο προνοητικός Γερμανός που ήξερε ότι κάποτε θα ξαναρχόταν να ψάξει γι’ αυτό που είχε κρύψει, είχε προτιμήσει την ερημική Ρήνεια».
   
Η απόσταση ήταν πολύ μικρή. Μόνο τα παρεμβαλλόμενα βράχια έκρυβαν τις δύο ομάδες. Όμως οι ήχοι έφταναν καθαρά μέχρι τους δικούς μας. Το σκάψιμο ακουγόταν καθαρά,  όπως καθαρά ακούστηκε και ο γδούπος της αξίας πάνω σε κάποιο κασόνι. Ο επικεφαλής των αστυνομικών έκανε λίγο δεξιά εκεί που κάποιος θάμνος θα επέτρεπε να σηκώσει λίγο το κεφάλι του χωρίς να τον δουν οι άλλοι. Αυτό έγινε. Και τότε είδε καθαρά τους Γερμανούς να έχουν ανασύρει το κασόνι και να αλαλάζουν από χαρά. Αυτό που είχε το κασόνι δεν ήταν άλλο παρά χιλιάδες χρυσά και ασημένια νομίσματα που είχαν διασωθεί από την περίφημη αρπαγή του θησαυρού των Δηλίων από τους συμμάχους τους Αθηναίους, για να τα βρει ο Χέρμαν, όταν έκανε τη δική του ανασκαφή στη Δήλο.   
   Η ώρα της επέμβασης είχε φτάσει. Ένας από την ομάδα είχε ήδη ετοιμάσει την φωτογραφική του μηχανή, και ήταν έτοιμος να απαθανατίσει την σκηνή οπου οι τρελαμένοι Γερμανοί γέμιζαν τις χούφτες τους με τα πολύτιμα νομίσματα και τα πέταγαν ψηλά.  Ήταν το λάφυρό τους.
   
"Αλτ!"... ακούστηκε η φωνή του Πέτρου καθώς  οι αστυνομικοί σηκώθηκαν όρθιοι, και δρασκελίζοντας τα βράχια της κορυφής άρχισαν να τρέχουν προς τους αρχαιοκάπηλους. Και τότες εκείνοι έκαναν αυτό για το οποίο ήσαν καλά προετοιμασμένοι και εκπαιδευμένοι: Έβγαλαν τα πιστόλια τους και πυροβόλησαν εναντίον τους.  Ένας της ομάδας έπεσε κάτω σφαδάζοντας.  Οι αστυνομικοί ανταπέδωσαν τα πυρά. Ο ένας από τους δύο μπράβους χτυπήθηκε. Ο Χέρμαν βλέποντας ότι κινδυνεύει να χάσει το παιχνίδι, έβγαλε και αυτός το όπλο του αλλά δεν πρόλαβε να πυροβολήσει. Η σφαίρα από το όπλο του Πέτρου τον βρήκε στο κεφάλι Ο Γερμανός έπεσε κάτω ξερός. Ο άλλος μπράβος πέταξε το πιστόλι του και σήκωσε τα χέρια ψηλά. Όλα είχαν τελειώσει εδώ…
   Ο Πέτρος πλησίασε με προσοχή. Ο αρχηγός των αρχαιοκαπήλων είχε πέσει μέσα στο λάκκο  και κάλυπτε με το νεκρό   του κορμί τον θησαυρό. Ήταν ένας ωραίος  άντρας γύρω στα εξήντα. Ο Πέτρος τον γύρισε και έβαλε το χέρι του για να βρει το πορτοφόλι του. Το βρήκε, και άρχισε να ψάχνει.  Μια γερμανική ταυτότητα, μερικές κάρτες, χρήματα και μια ζελατίνα με μια παλιά μαυρόασπρη φωτογραφία. Την κοίταξε και έμεινε αποσβολωμένος. Ήταν μια φωτογραφία της μητέρας του η ίδια που του χαμογελούσε κάθε πρωί μέσα από την κορνίζα της  πάνω στον μπουφέ του σπιτιού του.
     
Η μάνα του, που μόλις πέρυσι, έφυγε από αυτή τη ζωή, του τα είχε πει όλα: Ότι δηλαδή είναι εξώγαμο παιδί ενός Γερμανού αξιωματικού, με τον οποίο είχε σχέση κατά την κατοχή. 

"Δεν μπορείς να καταλάβεις", του είχε πει, "πώς έφτασα εκεί. Είχα ήδη κάνει το κοριτσάκι, το ορφανό που μου είχε αφήσει ο άντρας μου, όταν σκοτώθηκε στο μέτωπο της Αλβανίας. Το κακόμοιρο. Ήταν φιλάσθενο και έπρεπε να το βοηθήσω πάση θυσία. Και οι καιροί ήσαν δύσκολοι. Έτσι  κατέφυγα στην εύκολη λύση. Τώρα, για να σου πω την αλήθεια, ήταν από την μια η ομορφιά του και από την άλλη η καλοσύνη του που με έκαναν να τον αγαπήσω. Ιδίως όταν πέθανε το κοριτσάκι μου για το οποίο έκανε τα πάντα όταν εκείνο αρρώστησε πολύ βαριά πια. Η αγάπη μου και η εκτίμησή μου μεγάλωσε τόσο, ώστε όταν έμεινα έγκυος θέλησα να κρατήσω το παιδί μου. Εσένα δηλαδή. Ήμουν αποφασισμένη να υποστώ όλες τις συνέπειες  αρκεί να έχω ένα παιδί στη θέση εκείνου που είχα χάσει".
   
Ο Πέτρος είχε καταλάβει τη μάνα του, και το μόνο που είχε να αντιμετωπίσει ήταν η περιφρόνηση της κοινωνίας. Η μάνα του τον μεγάλωσε με τα χίλια ζόρια. Και αυτός, κατάφερε να βγάλει το νυχτερινό Γυμνάσιο και να δώσει εξετάσεις στη Σχολή της Αστυνομίας απ’ όπου απεφοίτησε με άριστα.  Πέρασε από κάνα δύο Υπηρεσίες και αφού παρακολούθησε ειδικά σεμινάρια ιστορίας της Τέχνης και Αρχαιολογίας  κατέληξε στην Υπηρεσία Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας. 
  Και  αυτή η Δίωξη ήταν που τον έφερε τώρα αντιμέτωπο με αυτό το παιχνίδι της μοίρας.
   
Δεν είπε τίποτα, παρά μόνο ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό του καθώς χάιδεψε τα γκρίζα μαλλιά του πατέρα του…

Δημήτρης Μπούκουρας

(Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στη δημοσιογραφική σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια στην εφημερίδα  «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα τη δημοσιογραφική του καριέρα, αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες  ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γεια σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και  «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το αυτοβιογραφικό  αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που ετοιμάζεται να εκδοθεί.Ποιήματά του, καθώς και διηγήματα, έχουν βραβευτεί σε αντίστοιχους διαγωνισμούς)