Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

φιλοξενεί μια αφήγηση 

του Δημήτρη Μπούκουρα



«Αγράμματος»

      




   Ο μπάρμπας μου ο  Βασίλης ήταν κουρέας στην παλιά Αθήνα. Είχε το κουρείο του στου Ταμπάκη, στην οδό Ερμού, στο ύψος του Άγιου Φίλιππα. Σαν ήμουν πιτσιρικάς πήγαινα ταχτικά στο μαγαζί του και περνούσα την ώρα μου ακούγοντας τις ιστορίες που έλεγε στους πελάτες του την ώρα που τους κούρευε. Ποτέ του δεν είχε ταξιδέψει, εκτός από τότε που  ήταν φαντάρος. "Επτά χρόνια υπηρέτησα", έλεγε, "και αυτά πολεμώντας". Και πραγματικά. Είχε λάβει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, στον πόλεμο της Κριμαίας, και στη μικρασιατική εκστρατεία είχε φτάσει μέχρι το Αφιόν Καραχισάρ. Λάτρευε τον Βενιζέλο. "Στα εικονίσματα τον έχω… μαζί με τους αγίους" ήταν  η κατάληξη των Βενιζελιάδων με τις οποίες σαν γνήσιος κουρέας  ζάλιζε τους πελάτες του. Και δεν ήταν μόνο που μιλούσε. Παρίστανε κιόλας. Αφήνοντας τους πελάτες του με τις σαπουνάδες,  πήγαινε δυο τρία βήματα πίσω και κραδαίνοντας το ξυράφι μιλούσε για τον Κωνσταντίνο που "ήθελε λέει να πάει μέχρι το Μοναστήρι στη Σερβία" και "πώς διάβασε το τηλεγράφημα του Βενιζέλου" και "πώς αντέδρασε ο Αρχιστράτηγος, σκατά στην ψυχή του".
      
Οι κουβέντες του δεν ήσαν μόνο περί τα πολιτικά. Έλεγε κι άλλες ιστορίες, από αυτές που κι αυτός είχε ακούσει  στο περιπετειώδες διάβα της ζωής του.
 Μια ιστορία που του άρεσε και την έλεγε κάθε τόσο ήταν κι αυτή:
      
Ήταν, λέει, μια πολύ φτωχή οικογένεια στην Ήπειρο. Με πολλά παιδιά. Το μεγαλύτερο αγόρι ήταν πανέξυπνο.  Ήθελε να πάει να μάθει γράμματα. Όμως ο πατέρας του που είχε ανάγκη από ανθρώπους αλλά δεν είχε να τους πληρώσει, τον έστειλε στο βουνό να πάει να φυλάει τα πρόβατά τους. Πολύ βαριά το έφερνε το παιδί. Καθόλου δεν του άρεσε. Ένιωθε ότι αυτή η ζωή ήταν ζωή χωρίς καμιά προοπτική. Όταν  έφτασε στην ηλικία να βγάλει ταυτότητα, κατέβηκε στην πόλη, μπήκε καθώς το είχαν ορμηνέψει σ’ ένα φωτογραφείο, έβγαλε μια φωτογραφία και μετά κατ’ ευθείαν στη  χωροφυλακή. Απλές ήσαν τότες οι διαδικασίες.  Καρφίτσωναν  πάνω σε ένα χοντρό χαρτί διπλωμένο στα δύο τη φωτογραφία, τη σφράγιζαν και στο διπλανό κομμάτι έγραφαν το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, τον τόπο και τον χρόνο γέννησης. Πιο κάτω έγραφαν υπηκοότητα, θρήσκευμα και αυτό ήταν όλο. "Έτοιμος… υπογραφή". "Δεν ξέρω γράμματα". "Καλά" είπε ο χωροφύλακας και παίρνοντας πίσω την ταυτότητα έγραψε στο μέρος της υπογραφής: Αγράμματος

Ο νέος έβαλε την ταυτότητα στην κωλότσεπη και αντί να γυρίσει το βουνό, στα πρόβατα, έφυγε από το χωριό. Περπάτησε δύο ολόκληρες μέρες και έφτασε αργά το βράδυ σε ένα κεφαλοχώρι. Κοιμήθηκε κάτω από ένα δέντρο και όταν ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, άρχισε να περιδιαβαίνει τις γειτονιές μήπως και βρει καμιά δουλειά, πράγμα δύσκολο όπως αποδείχτηκε. Να όμως που έμαθε ότι προχτές είχε πεθάνει ο καντηλανάφτης της εκκλησιάς, και ότι ο παπάς έψαχνε έναν κατάλληλο για τη θέση. Πάει στον παπά:  "Παπά μου, ήρθα για την θέση του καντηλανάφτη". Ο παπάς  τον είδε τόσο νέο και δίστασε. "Πάρε με και θα δεις πόσο καλός είμαι". Τελικά ο νέος προσελήφθη και απέδειξε με την εργατικότητα του ότι πράγματι ήταν  άξιος. Υπάκουος, καθαρός και τίμιος. Είχε γίνει πια ο απαραίτητος βοηθός του παπά. Και κάποτε φτάνει στην ενορία μια επιστολή από τον Δεσπότη ο οποίος γνωστοποιούσε στον  εφημέριο ότι από τούδε και στο εξής, οι νεωκόροι θα πρέπει να γνωρίζουν γράμματα. Να έχουν βγάλει τουλάχιστον το Δημοτικό. Και όσοι δεν ξέρουν γράμματα, συνέχιζε η επιστολή, θα πρέπει να απολύονται και στη θέση τους να προσλαμβάνονται άλλοι, γραμματιζούμενοι. Ο παπάς στεναχωρήθηκε, αλλά τι να έκανε; Φωνάζει τον καλό νέο και του ανακοινώνει τα δυσάρεστα, λέγοντάς του ότι, βέβαια, ώσπου να βρει δουλειά θα μπορεί να κοιμάται στο μικρό σπιτάκι δίπλα στην εκκλησία, όπου κοιμόταν τόσο καιρό. 

Αυτό όμως δεν χρειάστηκε, μιας και ο νέος το αποφάσισε. Θα κατέβαινε στην πρωτεύουσα για να  βρει την τύχη του. Πράγμα που έγινε. Έφτασε στην Αθήνα. Με το κομπόδεμα που είχε κάνει, νοίκιασε ένα δωματιάκι σε μια αυλή στου Ψειρή. Δεν έχασε χρόνο. Την άλλη μέρα κιόλας πήγε στη Βαρβάκειο και έπιασε δουλειά σε ένα  μεγαλοχασάπη. Και πάλι, όπως και στην εκκλησία, ήταν τύπος και υπογραμμός που λένε. Κατάφερε  πολύ γρήγορα να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αφεντικού.  Μετά από δύο χρόνια, ήταν πια στα μέσα και στα έξω της επιχείρησης. Τώρα πια πήγαινε συχνά ταξίδια στην επαρχία όπου συναντούσε τους εκεί χοντρέμπορους κρεάτων και κανόνιζε τις αγορές αφού συζητούσε τις τιμές. Πέρασαν άλλα δυο χρόνια. Καθώς ήταν οικονόμος, στα όρια της τσιγκουνιάς θα λέγαμε, είχε μαζέψει αρκετά λεφτά. Και τότε κάνει το πρώτο βήμα. Ανοίγει δική του δουλειά, πάνω σε αυτό που ήξερε καλά να κάνει. Ύστερα προχώρησε και σε άλλους τομείς. Πέρασαν τα χρόνια και εξελίχτηκε σε μεγαλέμπορα. Μπήκε πια στην καλή κοινωνία.  Όπως από την αρχή είπαμε ήταν αγράμματος. Είχε μάθει να διαβάζει από τις εφημερίδες. Αυτό μόνο. Από γραφή τίποτα. Είχε κάνει μια αξιόλογη περιουσία με καταθέσεις στην τράπεζα όπου τον σέβονταν. Και κάποτε χρειάστηκε να πάει εκεί για μια σπουδαία συμφωνία που είχε κλείσει και ήθελε να κάνει ο ίδιος μία μεγάλη ανάληψη.
   
Έφτασε στην τράπεζα και  ο υπάλληλος τσακίστηκε να τον εξυπηρετήσει. Μόλις του είπε τι ήθελε,  αυτός πήρε κάποιον αριθμό στο εσωτερικό τηλέφωνο. "Παρακαλώ, θα ήθελε ο κύριος να περάσει στο γραφείο του κυρίου Γενικού;"
   Πήγε στο πολυτελές γραφείο, όπου ο Γενικός τσακίστηκε με τη σειρά του: "Καθίστε… τιμή μας που ήρθατε αυτοπροσώπως". Μίλησαν για λίγο γύρω από τα οικονομικά θέματα και πάνω εκεί καταφθάνει και ο υπάλληλος. "Έτοιμος. Θα πρέπει να  συμπληρώσετε και να υπογράψετε αυτό το χαρτί". Πήρε το χαρτί, το κράτησε για λίγο στο χέρι του και μετά γυρνώντας στον υπάλληλο: "Συμπλήρωσε το παιδί μου εσύ, γιατί εγώ γράμματα δεν ξέρω". Ο κύριος Γενικός έμεινε εμβρόντητος, "Καλά, δεν ξέρετε γράμματα κύριε  Ταλαγάνη;" τον ρώτησε γεμάτος απορία…
    "Αν ήξερα γράμματα, δεν θα ήμουν τώρα εδώ...θα ήμουν νεωκόρος στο χωριό μου… "
     
Τέτοιες ήταν οι ιστορίες του μπάρμπα μου του Βασίλη, μαζί με άλλες πολλές. Ιστορίες που –μικρό παιδί εγώ- τις ρουφούσα σαν σφουγγαράκι διαμορφώνοντας με αυτές από τότε τον χαρακτήρα μου.

Δημήτρης Μπούκουρας

(πίνακας του Γιάννη Τσαρούχη, Το κουρείο)

(Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στη δημοσιογραφική σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια στην εφημερίδα  «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα τη δημοσιογραφική του καριέρα, αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες  ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γεια σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και  «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το αυτοβιογραφικό  αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που ετοιμάζεται να εκδοθεί.Ποιήματά του, καθώς και διηγήματα, έχουν βραβευτεί σε αντίστοιχους διαγωνισμού