Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Ο Αλκίνοος ή ο Αννίδης
(μυθιστόρημα των Βαγγέλη Μαμανέα και Παναγιώτη Φωτόπουλου)

                                                          

Ένα βιβλίο-γροθιά
στο βαριεστημένο…





Μέρος Πρώτο




Διαλεκτικός υλισμός; Αδιάλλακτος εντελώς.
Κουβέντα δεν του παίρνεις.




1


Ήταν της Αναλήψεως της Ατόκου. Ημέρα βαθιάς πίστης και θρησκευτικής κατάνυξης. Οι καμπάνες είχαν σημάνει την απογευματινή ακολουθία και οι πιστοί συναθροίζονταν στον ιερό τόπο.
Η ατμόσφαιρα ήταν επιβλητική και πομπώδης. Ο ήλιος βρισκόταν στην δύση του.
Όλοι είχαν τώρα πια δολαγριοποιηθεί, διότι το δολάριο, πέραν του ότι είναι άγριο, κρύβει μέσα του και τον δόλο.
Στον ψηλό τρούλο αυτής της σύγχρονης εκκλησίας δέσποζε ο Παντοδύναμος, που δανειοδοτούσε κατά το δοκούν και το συμφέρον. Μέρος του ποιμνίου έφερνε τα ομόλογά του ενώπιόν Του για εξομολόγηση και άφεση αμαρτιών.
Αχνά, από το βάθος, σαν να ερχόταν μέσα από πηγάδι, ένα μοιρολόι διαχεόταν στον χώρο, δίνοντας την αίσθηση ψαλμωδίας. Κάποιος πατέρας, γονατιστός μπροστά στους κληρικούς, δεν μπορούσε να αποπληρώσει την δόση και έχανε το σπίτι του.
Παρακάτω, σε ένα από τα στασίδια, μια γιαγιούλα κρατώντας σφιχτά στα χέρια της ένα προσευχητάρι αναλήψεων, αγωνιούσε για το μέλλον της πατρίδας της.
Από πάνω, μέσα από μια αγιογραφία, ο Απόστολος Γερμανικός Μάρκος ο Ευαγγελιστής, που πρόσφατα είχε προσεταιριστεί από την εκκλησία, με τρία δάχτυλα υψωμένα, προσέφερε τον οίκτο και την περιφρόνηση στους προσκυνητές της ελεημοσύνης. Δίπλα, ο Ιωάννης Δανειστής ο Πρόδρομος, ζωγραφισμένος σε ποταμό να πλένει το νέο νόμισμα. Εκπληκτικές αγιογραφίες ακολουθούσαν σε όλο το εσωτερικό του οικοδομήματος.
Ο διευθυντής της εκκλησίας, κουστουμαρισμένος με το χρυσοποίκιλτο ράσο του, βγήκε από την Αγία Τράπεζα με τρεις δεσμίδες ομοούσιων και αχώριστων χαρτονομισμάτων ανά χείρας, σύμβολο της Αγίας Τριάδας, και αφού τα ευλόγησε, προχώρησε ευλαβικά προς το ΑΤΜ. Οι πιστοί σταυροκοπήθηκαν αναφωνώντας διαμιάς “Τροφοδότησον αυτό! Τροφοδότησον!” και ο διάκονος απάντησε “Ααααμήήήήν”. Με ύφος θεοσεβούμενο, ο διευθυντής ολοκλήρωσε το μυστήριο της Κατάθεσης. Το χρυσεπώνυμο πλήθος έσπευσε με τα μικρά του βαλάντια να μεταλάβει.
Εγώ, ήρεμα, έκανα την συναλλαγή μου. Όταν ολοκλήρωσα το προσκύνημα, προχώρησα προς την έξοδο και αφού έκανα τον σταυρό μου με το χαρτονόμισμα στο χέρι, όπως είθισται από την παράδο(κ)ση, στάθηκα στο μανουάλι και άναψα ένα τσιγάρο στον Άγιο Σκλαβενίτη, τον προστάτη των καταναλωτών, να μας έχει όλους καλά.
Ήταν ένα όμορφο, όπως όλα τα προηγούμενα, κυριακάτικο απόγευμα.


2


Πάντοτε τις Κυριακές, ύστερα από την επίσκεψη στην εκκλησία, κάνω μια βόλτα στην αγορά της περιοχής μου. Μ’ αρέσει να χαζεύω τις βιτρίνες των μαγαζιών όταν είναι κλειστά. Απολαμβάνω την ηρεμία στην ατμόσφαιρα όταν πια έχει καταλαγιάσει ο θόρυβος και η βαβούρα του κόσμου.
Προχώρησα στην συνηθισμένη μου διαδρομή, πότε σταματώντας και πότε επιταχύνοντας τον βηματισμό μου. Έφτασα στο σημείο όπου αρχίζω και παίρνω τον δρόμο του γυρισμού, όταν σήκωσα το βλέμμα μου μακριά παρακάτω και είδα έναν νεαρό που φορούσε καρό, κοκκινόμαυρο πουκάμισο, με τα μακριά, μαύρα του μαλλιά να μπλέκονται στα χρώματα του πουκαμίσου.    Στεκόταν ακίνητος μπροστά από μια βιτρίνα και την κοιτούσε. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν πως η βιτρίνα αυτή, πέρα από ένα ανεπαίσθητο φωτισμό, ήταν σκοτεινή. Κοντοστάθηκα.
Το στήσιμο του νεαρού και η όψη του κάτι μου θύμισε για μια στιγμή, αλλά δεν πρόλαβα να κάνω τον συσχετισμό, διότι με ξάφνιασαν οι πράξεις του.
Πλησίασε το σιδερένιο μεταλλικό πλέγμα της βιτρίνας και φάνηκε σαν να προσπαθούσε να το σηκώσει. Αφού δεν το κατάφερε, γύρισε προς τα πίσω, κοίταξε χαμηλά και γρήγορα έτρεξε στο πεζούλι του πεζοδρομίου, άρπαξε ένα σπασμένο, μεγάλο κομμάτι μπετόν και πριν καλά-καλά συνειδητοποιήσω τι πήγαινε να κάνει, σαν αθλητής σφαιροβολίας, με όση δύναμη είχε, σήκωσε πάνω από τον δεξί του ώμο την κοτρώνα και με δύο βήματα την πέταξε πάνω στην τζαμαρία του μαγαζιού.
Η πρόσοψη έγινε χίλια κομμάτια και καταθρυμματίστηκε μπροστά στα πόδια του.
Πάγωσα. Έκρυψα το σώμα μου πίσω από μια κολώνα κτιρίου, με το κεφάλι μου να εξέχει ίσα-ίσα ώστε να τον βλέπω. Ώρα είναι να μπλεχτώ σε καμιά φασαρία με αναρχικούς ή τρομοκράτες.
Ο συναγερμός του καταστήματος άρχισε να χτυπάει, ενώ ταυτόχρονα,
διακεκομμένος φωτισμός σειρήνας έριχνε πάνω στον νεαρό κόκκινο φως.  Εκείνος πλησίασε περισσότερο την κατεστραμμένη πρόσοψη, και αφού έπεσε στα γόνατα, έτεινε το χέρι του ψιθυρίζοντας.
Μέσα από τα συντρίμμια, δειλά, πρώτα το μισό και μετά ολόκληρο, φάνηκε να ξεπροβάλλει ένα καστανό γατάκι. Προχώρησε ανιχνευτικά και μπήκε στην αγκαλιά του. Ο νεαρός σηκώθηκε και το χάιδεψε στα χέρια του. Μου φάνηκε πως κάτι του ψέλλισε κιόλας.
Στα μπαλκόνια τριγύρω είχε βγει κόσμος και κοιτούσε ενώ κάποιοι φώναζαν. Δεν μπορούσα να ακούσω καθαρά. Στην άλλη γωνία ένας κύριος που έβγαζε βόλτα τον σκύλο του πλησίαζε -θαρραλέο τον θεώρησα για τα δεδομένα μου.
Ο νεαρός όμως δεν κάθισε παραπάνω, και γυρνώντας την πλάτη του έκανε να φύγει. Κόσμος είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται στην απέναντι πλατεία από τα γύρω μαγαζιά και στα πρόσωπά τους εναλλάσσονταν τα χρώματα του μπλε και του κόκκινου από τις μηχανές των αστυνομικών ΔΙΑΣ που κατέφθαναν από τα στενά.
«Άφησε την γάτα με αργές κινήσεις κάτω», ακούστηκε από μια ντουντούκα. Ο νεαρός τους κοίταξε και εκείνοι επανέλαβαν την ίδια προσταγή. Κράτησε το γατάκι στο ένα του χέρι και δείχνοντας προς την βιτρίνα του μαγαζιού είπε:
«Ήταν μέσα εκεί, εγκλωβισμένο».
«Άφησε την γάτα με αργές κινήσεις κάτω νεαρέ! Τώρα!», επανέλαβαν για τρίτη φορά οι αστυνομικοί, ενώ δυο από αυτούς πλησίαζαν και είχαν το ένα χέρι έτοιμο στο πιστόλι. Ο νεαρός την άφησε τρυφερά στο πεζοδρόμιο και εκείνη έφυγε κακήν κακώς. Οι αστυνομικοί όρμηξαν πάνω του, του λύγισαν τα χέρια πίσω από την πλάτη και τον οδήγησαν στο περιπολικό, ενώ ο κόσμος είχε αυξηθεί στην πλατεία και κοιτούσε. Κάποιοι τραβούσαν βίντεο με τα κινητά τους. Ο νεαρός γύρισε προς το μέρος του κυρίου που είχε βγάλει βόλτα τον σκύλο του.
«Δεν μιλάς εσύ ρε φίλε;», του φώναξε. «Τι φιλόζωος είσαι ρέέέέ;»
Ο κύριος έμεινε να τον κοιτάει ασάλευτος και ο νεαρός γύρισε προς το συγκεντρωμένο πλήθος και φώναζε, ενώ οι αστυνομικοί τον έχωναν όπως-όπως, σκύβοντάς του το κεφάλι, μέσα στο περιπολικό. 
«Πού είστε όλοι εσείς ρε φιλόζωοι; Έέέ;;; Πού είστε όλοι εσείς να διαδηλώσετε για μένα; Μόνο να ανεβάζετε φωτογραφίες στο διαδίκτυο από χαμένα ζωάκια και να λυπάστε ξέρετε; Ηλίθιοι υποκριτές; Πού είστε ρέέέ;»
Τα τελευταία του λόγια ακούστηκαν υπόκωφα καθώς η πόρτα είχε κλείσει στο όχημα και με γρήγορο μαρσάρισμα χάθηκε, υπέθεσα προς το αστυνομικό τμήμα.
Ήμουν σχεδόν βέβαιος πως αυτή τη φωνή κάπου την ήξερα.



3


Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, χώρος σπουδής και περισυλλογής εκατοντάδων νέων. Έδινα μάθημα σήμερα, “Τροχαίο δυστύχημα και Μάρκετινγκ”. Το πιο δύσκολο του εξαμήνου. Δεν ήμουν διαβασμένος, αλλά κάτι είχε πάρει το μάτι μου σε κανα-δυο φυλλάδες. Λίγη θεωρία θα την έγραφα.
Στην είσοδο με καλωσόρισε το ζεστό χαμόγελο μιας γνωστής Κύπριας αοιδού, από μια αφίσα της ΔΑΠ για κάποιο επερχόμενο πάρτυ της. Έσβησα το τσιγάρο μου στο μάτι της και προχώρησα. Προσπέρασα βιαστικά τον λαδοπόντικα αφισοκολλητή της ΚΝΕ.
Όχι, γιατί να προσφέρω οικονομική ενίσχυση στο κόμμα; Άλλωστε κυβέρνηση δεν θέλετε να βγείτε. Κι ύστερα, σε μένα ποιος θα προσφέρει οικονομική ενίσχυση; Με ένα αποσμητικό όμως εσένα μπορώ να σε ενισχύσω. Έλα, αστειευόμενος το λέω. Φεύγεις; Καλά κάνεις, ούτε εγώ σε πάω.
Έξω από την αίθουσα, έπεσα πάνω σε έναν “ζητιάνο/εφευρέτη”, που στεκόταν στο προαύλιο. Απόφοιτος πολυτεχνείου και άνεργος κατά σειρά ετών. Έτσι έγραφε η ταμπέλα που κρατούσε. Πουλούσε λέει τεχνητή ελεημοσύνη σε όσους δεν είχαν να δώσουν πραγματική. “Artificial οικτ-elligence”. Με κατοχύρωση πατέντας copyright, έγραφε ένα χαρτί που κρατούσε στο δεξί του χέρι. Το είχε κυκλοφορήσει και σαν εφαρμογή για smartphones.
Μπράβο στο παλικάρι. Για να ξεφύγουμε από την κρίση θέλει όραμα και επιχειρηματικές ιδέες. Έβγαλα το κινητό μου και συνδέθηκα στο ίντερνετ. Του πέταξα ένα bitcoin και εκείνος έκανε πως το έπιασε στον αέρα, γνέφοντάς μου “ευχαριστώ”. Μπήκα στην αίθουσα με καθαρή συνείδηση. Πάντα μου αρέσει να δίνω ελεημοσύνη.


4


Έκατσα σε μια γωνία στα πίσω δεξιά έδρανα. Μπορούσα να δω, δεν μπορούσαν να με δουν. Κάλυψη-απόκρυψη. Όταν δεν είσαι καλά διαβασμένος, το μυαλό παίρνει παραπάνω στροφές, οξύνονται οι αισθήσεις. Είναι τακτική επιβίωσης, ο “εξαίσιος ίλιγγος”. Σε λίγο η αίθουσα γέμισε και οι κόλλες με τα θέματα δόθηκαν. Έριξα μια σύντομη ματιά στις ερωτήσεις και ζύγισα τις πιθανότητές μου. Θα το περνούσα οριακά ή θα κοβόμουν ηρωικά. Είπα να το παίξω ήρωας για σήμερα.
Όταν ξεκίνησα να γράφω όμως, όλο σκόνταφτα. Η γραφή μου δεν είχε ροή κι οι σάλτσες που έβαζα δεν έδεναν. Ένιωσα την παραπληροφόρηση των φυλλάδων στο πετσί μου. Τότε είδα μπροστά μου μια οχλαγωγία, μια διακριτική αναστάτωση γραπτών και γραφόντων. Κόλλες γέμιζαν με προτάσεις κι ύστερα με παραγράφους. Κατόπιν, άλλαζαν χέρια με ταχυδακτυλουργική χάρη. Κρυφά κι ένοχα χαμόγελα διακρίνονταν στα πρόσωπα των συμφοιτητών μου και εξαπλώνονταν σαν πυρκαγιά. Ήταν φανερό πως είχε βρεθεί ένας “φωστήρας” και γινόταν αντιγραφή. Θολωμένος όπως ήμουν από την πίεση του χρόνου, με συνεπήρε κι εμένα η ιδέα να μεταλάβω από την πηγή της γνώσης. Ανασήκωσα το κεφάλι και τον εντόπισα δύο σειρές παρακάτω.
Ένας τύπος με καρό, κοκκινόμαυρο πουκάμισο και μαύρα, μακριά μαλλιά. Μια φευγαλέα εικόνα του παρελθόντος πέρασε από το μυαλό μου με αυτήν ακριβώς τη μορφή. Άπλωσα το χέρι και τον σκούντηξα στη μέση. Εκείνος έστησε αφτί και μου έγνεψε διακριτικά με το κεφάλι. Του ζήτησα το τρίτο θέμα και μου πέρασε ένα χαρτάκι.
«Τα υπογραμμισμένα», ψιθύρισε κοιτώντας με λοξά. Τον ευχαρίστησα και γύρισα στο γραπτό μου.
Βγαίνοντας από την αίθουσα, χαλαρός πλέον από την ένταση της εξέτασης, γύρισα και τον είδα καθαρά. Και τότε συνειδητοποίησα διαμιάς  πως επρόκειτο για τον ίδιο τύπο που λίγες εβδομάδες νωρίτερα είχε σπάσει εκείνη τη βιτρίνα.
Μετά από μερικές μέρες βγήκαν τα αποτελέσματα.
“Τροχαίο δυστύχημα και Μάρκετινγκ”… Αννίδης Ιάσονας… 9. Όπως και οι περισσότεροι που κάθονταν γύρω μου. Και ανάμεσά τους, ένα και μοναδικό δεκάρι. Πλέον ήξερα και το όνομά του.


                                        
5


Η εξεταστική περίοδος παρήλθε και σε γενικές γραμμές έμεινα ευχαριστημένος από τις επιδόσεις μου. Στην αυγή του νέου εξαμήνου, το ψιλόβροχο με βρήκε να περπατάω στο κέντρο της Αθήνας για να προμηθευτώ  τα βιβλία των καινούριων μαθημάτων. Ο καιρός ήταν μουντός και τα σύννεφα πύκνωναν απειλητικά στον ουρανό. Ένιωθα μέσα μου μια πικρία και μια αδικαιολόγητη θλίψη. Εκείνοι που επηρεάζονται από τον καιρό έχουν ψυχολογικά προβλήματα, ισχυρίζονται οι ψυχολόγοι, προτείνοντας τους εαυτούς τους ως ειδικούς. Δεν πιστεύω στο θαύμα της επί πληρωμή συνεδρίας. Αν δεν έχεις φίλους όμως είναι μια διέξοδος.
Άρχισε να ψιχαλίζει δυνατότερα, όταν έβαλα το χέρι στην τσέπη και μπήκα να αγοράσω έναν καφέ. Στην είσοδο της καφετέριας καθόταν ένας τύπος με σκισμένο παντελόνι και τρύπια παπούτσια. Τα άλουστα μαλλιά του είχαν κολλήσει στο μέτωπο και το μούσι του φούντωνε ως το στήθος.
Κρατούσε ένα χάρτινο κύπελλο στο χέρι. Μέτρησα τα ψιλά και χαμογελώντας του, πέταξα το περισσευούμενο κέρμα μέσα στο κύπελλο. Εκείνος τίναξε τους ώμους του και με κοίταξε ξαφνιασμένος.
«Τι κάνεις ρε ηλίθιε», μου είπε με μάτια εκνευρισμένα και κόκκινα. Ξαφνιάστηκα.
«Απάντα μου τώρα! Τι κάνεις! Γυρεύεις τσαμπουκάδες;»
Έβαλε το χέρι στο πεζούλι και σηκώθηκε όρθιος, κολλώντας το πρόσωπό του στο δικό μου.
«Συγγνώμη φιλαράκι, εγώ απλά... », και έκανα ένα βήμα πίσω.
«Γιατί μου πέταξες κέρμα μέσ’τον καφέ μου ρε μαλάκα; Έ;» και με έσπρωξε με δύναμη.
«Όχι, όχι, χίλια συγγνώμη. Νόμιζα ότι...όχι, συγγνώμη. Με συγχωρείς. Θα σου αγοράσω άλλον. Τώρα κιόλας. Κατά λάθος. Νόμιζα ότι... Πωπω! Ρε φίλε μπερδεύτηκα, με συγχωρείς. Έναν καφέ για τον φίλο σας παρακαλώ. Ό, τι θέλει. Τον κερνάω εγώ».
Εκείνος χαλάρωσε τα χέρια και στράβωσε τα χείλη ρίχνωντας το κεφάλι στο πλάι.
«Τι να πω... πραγματικά. Τι μαλάκες υπάρχουν, Θεέ μου», συμπλήρωσε.
«Μου ξέφυγε. Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Η φιλανθρωπία που έγινε λατρεία, βλέπεις. Μπερδεύτηκα. Συνήθεια, τι να πω. Η δεύτερη φύση του ανθρώπου».
Άρπαξα τον καφέ μου και έφυγα όπως-όπως, μην κοιτώντας πίσω, ενώ εκείνος έβριζε μαζί με έναν άλλον θαμώνα. Περπάτησα στο στενό πεζοδρόμιο με τους χτύπους της καρδιάς μου να επανέρχονται σιγά-σιγά στα φυσιολογικά. Δεν θα σκάσω κιόλας. Ούτε να τους ξεχωρίσεις δεν μπορείς πλέον τους ζητιάνους από τους χίπστερς.
Μπήκα στην βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου και δανείστηκα κάποια βιβλία που δεν τα είχα γραμμένα στην λίστα μου. Το ψιλόβροχο συνέχιζε και επιτάχυνα το διασκελισμό μέχρι το μετρό. Από το απέναντι πεζοδρόμιο πλησίασε προς το μέρος μου μια γύφτισσα.
«Έλα, σε παρακαλώ, δώσε κάτι».
Της μόρφασα ότι δεν είχα ψιλά πάνω μου. Αρκετά για σήμερα. Δεν την ξαναπατάω. Θα κάνω ασφαλή φιλανθρωπία από δω και στο εξής. Ένα “like” στο “Facebook”, ένα χιλιομπαλωμένο παπούτσι, ένα πακέτο ρύζι...Έτσι γίνεται. Δεν χρειάζεται να στερηθείς κάτι. Δεν χρειάζεται να στερηθείς ούτε εκείνο που δεν χρειάζεσαι. Οι καιροί που ζούμε είναι ό, τι πρέπει για καθαρές συνειδήσεις. Στην γειτονιά μου μάλιστα έχει ανοίξει, όχι πάνω από μήνα, ένα πλυντήριο συνειδήσεων. Έχουν και σλόγκαν για να θυμούνται οι παλιοί. Παράφραση: “Εικοσιεννιά καταχραστές συνειδήσεων συνιστούν sleep... αυτοί ξέρουν”.
Δεν το κρύβω πως νιώθω μια θλίψη για όλα αυτά. Ίσως να φταίει ο καιρός... Ίσως η τάση της εποχής... Είναι της μόδας να λυπάσαι. Δεν λέω. Αλλά αυτήν την δουλειά θα κάνουμε; Η γύφτισσα όμως επέμενε.
«Έλα, σε παρακαλώ. Πάρε έστω ένα γαλατάκι για το παιδάκι μου».
Μόλις το θέμα μετατοπίστηκε από τα χρήματα και έγινε γαλατάκι για μωρό, το ξανασκέφτηκα. Σίγουρα ένα γαλατάκι θα μπορούσα να το προσφέρω.
«Πάμε» της έγνεψα και εκείνη με γράπωσε από το χέρι, με έσυρε στο μαγαζί και με χρέωσε τρία γάλατα και ένα baby doll. Φιλανθρωπία για έναν χρόνο, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό μου. Καλά είναι για φέτος. Είναι διαφορετικό να συζητάς για τέτοια ζητήματα και διαφορετικό να εμπλέκεσαι σε αυτά. Όταν είμαι μακριά από ένα περιστατικό, μπορώ και το περιφρονώ. Αλλά όταν είναι δίπλα μου και μπορώ να κάνω κάτι, τα αντανακλαστικά μου με προδίδουν. Γι' αυτό πιστεύω πως το “κακό” είναι θέμα απόστασης. “Πέραν του καλού και του κακού”, λέει ο φιλόσοφος. Αλλά δεν μπορεί να πάει λίγο ακόμα πιο πέρα, γιατί με ενοχλεί να μπλέκεται στα πόδια μου και με αναγκάζει να παίρνω θέση; 
Το πρόσχημα όλων είναι που με εκνευρίζει, πως δηλαδή τα ψιλά που σου ζητούν είναι κάτι ευκαταφρόνητο. Ας τα βάλω κάτω όμως. Πενήντα λεπτά  η Greenpeace για τις σαρδέλες που υποφέρουν στις ακτές της Σάμου, ένα ευρώ ο Σαμίρ που δεν μπορεί να πάει πενθήμερη, δυο ευρώ η καλλιέργεια tulipus lipus στο Λαύριο, κάτσε, είναι και παραείναι κάτι στην τελική. Ο μόνος λόγος που έχω αυτό το χόμπυ, είναι επειδή αποτελώ κομμάτι της ατιμασμένης ανθρώπινης φυλής και αναγνωρίζω, λόγω αυτού, το μερίδιο που μου αναλογεί στην αδικία.
            Άφησα την γύφτισσα πίσω μου και με τα βιβλία ανά χείρας προχώρησα προς το μετρό. Μια τεράστια ουρά από κυρίες και μεγαλοκοπέλες είχε σχηματιστεί έξω από ένα διπλανό κατάστημα. Σταμάτησα και κοίταξα περίεργος να δω τι περίμεναν. Μια κυρία γύρισε και μου είπε:
«Έχουν βγάλει σε προσφορά ένα νέο όργανο παθητικής γυμναστικής που έχει φανταστικά αποτελέσματα. Μια μπάλα για καθίσματα. Με πέντε λεπτά τη μέρα αποκτάς σφιχτά μπούτια χωρίς κυτταρίτιδα. Και κάνει μόνο εκατόν ενενηνταεννιά ευρώ».
«Α, ναι; Μόνο; Και πώς λειτουργεί;», την ρώτησα.
«Τίποτα, απλά κάθεσαι και περιμένεις. Αυτό είναι το ωραίο!», μου απάντησε.
«Καλά, αυτοί είναι ικανοί να σας πουλήσουν ακόμα και κρέμα αδυνατίσματος, που δεν χρειάζεται καν να την βάλεις, κι εσείς θα κάνατε ουρά για να την αγοράσετε».
  «Α, τέτοια πήρα χθες καλέ. Τις πουλάνε δυο στενά πιο κάτω».
Μπήκα στο μετρό και έφτασα στο αυτοκίνητό μου. Η βροχή συνέχιζε σταθερά και είχα πέσει σε περισυλλογή. Στο φανάρι κοντά στο σπίτι μου, με έπιασε κόκκινο και έβαλα το χέρι στην σακούλα με τα νεοαποκτηθέντα βιβλία, αρπάζοντας ένα από αυτά. Το άνοιξα και ξεκίνησα να διαβάζω.
Πλησιάζει ο Πακιστανός να μου πλύνει τα τζάμια. Πολιτισμένα κουνάω υποτιμητικά το χέρι όπως όταν έχω μύγα στην σαλάτα μου. Δεν φεύγει. Πολιτισμένα απαξιώ και υποκρίνομαι ότι δεν τον βλέπω. Κάνω μάλιστα και το αμάξι ένα εκατοστό πιο μπροστά –πόσο πιο πολιτισμένα. Εκείνος όμως επέμεινε, εξαντλώντας την υπομονή μου. Άνοιξα το παράθυρο και ο αέρας πήρε μαζί του τους καθωσπρεπισμούς και όλη μου την ανωτερότητα.
«Ρε φιλαράκο, δεν βλέπεις γαμώ το κέρατό μου, ότι προσπαθώ να διαβάσω ένα δύσκολο δοκίμιο πάνω στην φιλανθρωπία, τους λαθρομετανάστες, την ανισότητα και την ένδεια; Τι μου πρήζεις και δεν φεύγεις τόση ώρα από μπροστά μου; Σου είπα ότι δεν θέλω. ΔΕΝ ΘΕΛΩ! Πώς το λένε στην βρωμογλώσσα σου;»
Όσο κι αν προσπάθησα μετά δεν κατάφερα να συγκεντρωθώ και άναψε και το φανάρι. Είναι θέμα παιδείας. Αν δεν υπήρχε αδικία στον κόσμο, εγώ τώρα θα είχα διαβάσει μια ώρα αρχύτερα το βιβλίο μου. Δεν φταίει η παιδεία για την ανισότητα οπότε, αλλά το ανάποδο.
            Έφτασα στο σπίτι και παρκάρισα το αμάξι κάπως μακρύτερα απ’ ότι συνήθως. Οδεύοντας προς την πολυκατοικία μου, πέρασα μπροστά από το “Φιλανθρωpet City”. Ένα νεαρό ζευγάρι στο ταμείο επέστρεφε ένα μαυράκι από την Αιθιοπία που είχε νοικιάσει δοκιμαστικά για έναν μήνα.
«Δεν ταιριάζει με την ταπετσαρία μας. Το έχετε σε άλλο χρώμα; Λίγο πιο σοκολατί;» άκουσα την κοπέλα να λέει.
Εντάξει. Συμβαίνουν αυτά. Κυρίως στις καλύτερες οικογένειες. Συνέχισα και μπήκα στο σπίτι. Είχα αρκετό διάβασμα για την σχολή αυτό το εξάμηνο.



6


Η παρακολούθηση ενός μαθήματος είχε πάντα μια ιδιαίτερη επίδραση πάνω μου. Αν το μάθημα ήταν ενδιαφέρον, μου εξήπτε τη διάθεση για συζήτηση όταν τελείωνε η παράδοση. Αν δεν ήταν,  μου εξήπτε τη διάθεση για συζήτηση κατά τη διάρκεια της παράδοσης.
Το μάθημα αυτής της ημέρας ανήκε στην πρώτη κατηγορία. Βγήκα έξω απ’ την αίθουσα και άνοιξα συζήτηση με έναν συμφοιτητή μου σχετικά με τη χειραγώγηση των μαζών, την απολυταρχία των καπιταλιστικών και κομμουνιστικών μοντέλων, τον κορπορατισμό και τη χρεία άμεσης δια βοής δημοκρατίας, όταν ξεπρόβαλε από το βάθος ο αριστούχος του Μάρκετινγκ, ο ίδιος που με είχε βοηθήσει -όπως και πολλούς άλλους- να το περάσω.
Του όφειλα χάρη, ασυζητητί. Όπως ακριβώς και εκείνο το παγιδευμένο γατάκι. Μόνο που εγώ μπορούσα να του την ανταποδώσω. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευα. Διέκοψα απότομα την κουβέντα με τον συμφοιτητή μου και ακολούθησα τον αριστούχο με τα μάτια. Περίμενα μέχρι να πλησιάσει αρκετά και είπα μεγαλόφωνα, σίγουρος πως με ακούνε και οι δύο:
«Πρόσεξε συνάδελφε, οι προλετάριοι δεν έχουν τίποτα να χάσουν, παρά μόνο τις αλυσίδες τους, όπως είπε ο Καρλ Μαρξ».
Ο αριστούχος σταμάτησε και γύρισε προς το μέρος μου. Το κόλπο έπιασε. Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια.
«Σταμάτα βρε με τα τσιτάτα σου εσύ, μπούμπη», είπε και συνέχισε το δρόμο του.
Ένιωσα ένα άδειασμα στο στήθος. Ο συνομιλητής μου κάγχασε και με έπιασε απ’ τον ώμο.
«Βρήκες κι εσύ ρε Αννίδη ατάκα να πετάξεις μπροστά του. Δεν ξέρεις ποιος είναι αυτός;»
«Τι να ξέρω; Τον είχα πετύχει τυχαία μια φορά πριν κάμποσο καιρό να σπάει μια βιτρίνα, και άλλη μια που με βοήθησε να περάσω ένα μάθημα».
«Ναι, ναι ξέρω. Όλο κάτι τέτοια κάνει ο Αλκίνοος. Δεν τον πιάνεις πουθενά. Σκέψου ότι είναι τέτοια περίπτωση, που μια φορά έκατσε και ζωγράφισε τον δικό του Εσταυρωμένο. Έναν μεγάλο, επιβλητικό πίνακα. Τον πήρε και τον πήγε στο Σύνταγμα, στήνοντάς τον δίπλα από τον Άγνωστο Στρατιώτη. “Μνημείο στον Άγνωστο Εσταυρωμένο” το είχε ονομάσει ο τρελός. Διότι πολλοί, έλεγε, σταυρώθηκαν, αλλά ένας πήρε όλη την δόξα. “Όχι, δεν είναι ο Χριστός!”, “Όχι, δεν είναι έκθεση ζωγραφικής”, “Όχι, δεν θέλω χρήματα”, έλεγε στον κόσμο που μαζευόταν. “Φόρος τιμής είναι άνθρωποί μου, φόρος τιμής” να τους φωνάζει. Τίποτα όμως εκείνοι, με το ζόρι να δώσουν τα ψιλά τους, λες και συμμετείχαν σε κάποιο διαγωνισμό για την καλύτερη πράξη της ημέρας. Είχε γράψει ακόμα και υπότιτλο στο έργο, “Αυτός, δεν είναι ο Ιησούς”, με επιρροές από Ρενέ Μαγκρίτ».
«Και τελικά τι έγινε;», τον ρώτησα.
«Τι να γίνει; Ήρθαν οι μπάτσοι και τον έδιωξαν. Κλασικά».
«Α. Μάλιστα. Κατάλαβα».
«Ναι, αλλά περίμενε», συνέχισε ο συμφοιτητής μου, «μη νομίζεις ότι είναι κανένας βλάκας σαν αυτούς τους γραφικούς. Είναι διαβασμένος μέχρι αηδίας. Aν δεις όσα μαθήματα έχει δώσει, είναι όλα στρογγυλά δεκάρια. Δεν είναι να έρθεις σε αντιδικία μαζί του. Ούτε οι καθηγητές δεν το τολμούν. Ειδικά έναν οικονομολόγο μια φορά τον ταπείνωσε τόσο άσχημα, που δεν ήξερε από πού να φύγει. Τι να σου λέω τώρα, άμα τον ακούσεις θα καταλάβεις»
«Εντάξει», του είπα, τον χαιρέτησα κι έφυγα. Δεν είχα διάθεση να ακούσω παραπάνω και ήμουν ακόμα ενοχλημένος με τον τρόπο που με είχε αποκαλέσει ο Αλκίνοος.
Προχώρησα προς το μέρος που πήγαινε. Σκεπτόμουν μήπως τον πιάσω και του ζητήσω το λόγο. Εκείνη τη στιγμή μπήκε σε μια παρέα φοιτητών που ήταν μαζεμένη λίγο παρακάτω. Κοντοστάθηκα. Έβγαλα το κινητό μου και έκανα πως κάτι διαβάζω, οργανώνοντας παράλληλα την επόμενή μου κίνηση. Τον άκουσα που άρχισε να μιλάει. Αναθεώρησα τη στρατηγική μου και αρκέστηκα στο να περιμένω μέχρι να τον βρω μόνο του.



7


«Για πείτε και σε μένα ρε παιδιά, τι συζητάτε με τόση προσήλωση;» Απηύθυνε ο Αλκίνοος στην παρέα.
«Σχολιάζουμε μια ανάρτηση που έκανε εδώ ο φίλος μου στο Facebook», του απάντησε ένας φοιτητής, «σχετικά με την πεμπτουσία της επανάστασης».
«Για συνέχισε! Η επανάσταση μ' ενδιαφέρει πολύ».
«Στις επαναστάσεις υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων: εκείνοι που τις κάνουν κι εκείνοι που επωφελούνται. Δυστυχώς, κάθε επανάσταση εξατμίζεται και αφήνει ένα κατακάθι γραφειοκρατίας».
«Μπράβο!», αναφώνησε ο Αλκίνοος και τα πρόσωπά τους έλαμψαν από την επιδοκιμασία του.
«Ο Άρης Βελουχιώτης ζει ανάμεσά μας! Κι απ' ό,τι φαίνεται κάνει και αναρτήσεις στο διαδίκτυο!», συνέχισε.
Οι εκφράσεις τους τώρα σκοτείνιασαν από δυσπιστία.
«Έρχεται μια στιγμή στη ζωή κάθε επαναστατημένου ανθρώπου που ματώνει για το κοινωνικό γίγνεσθαι, και με ρίγος ευθύνης απέναντι στην αδικία και την καταβαράθρωση των αξιών, το χέρι του οπλίζεται. Τότε -και μόνο τότε- γράφει ένα τέτοιο σχόλιο στο Facebook, ενώ παράλληλα με το άλλο χέρι τρώει ένα πεϊνιρλί, περιμένοντας το επόμενο σκάνδαλο για να επαναστατήσει ξανά»
«Εντάξει. Καταλάβαμε τις απόψεις σου, Αλκίνοε», του απάντησε ο φοιτητής που είχε κάνει την ανάρτηση.
«Φιλαράκο για μένα το ίδιο φυλακισμένοι είστε όλοι ανεξαρτήτως. Άκου τι λέει... Η διαφορά αγόρι μου είναι η εξής. Ενώ οι μεν νοιάζονται για το προσωπικό τους συμφέρον, οι δε νοιάζονται για το συμφέρον των άλλων. Το οποίο καταλήγει να είναι και αυτό προσωπικό. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ δεξιών και αριστερών. Το ίδιο πράγμα δηλαδή. Μπορεί ένα νόμισμα να είναι δέκα λεπτά από την μια και είκοσι από την άλλη; Όχι. Το ίδιο νόμισμα είναι».
«Και τότε τι έχεις να προτείνεις εσύ, ρε Αλκίνοε; Να μένουμε με τα χέρια σταυρωμένα και να κοιτάμε;», τον ρώτησε ένας από τους φοιτητές που βρίσκονταν γύρω του.
«Όχι. Το ακριβώς αντίθετο. Καταρχάς να σου ξεκαθαρίσω, με κίνδυνο να σε στενοχωρήσω, πως το να γράφεις σχόλια και κειμενάκια στο ίντερνετ, παρ’ότι τα χέρια δεν είναι σταυρωμένα, δεν είναι επανάσταση. Να δράσετε, αυτό έχει μείνει. Μεμονωμένα. Ο καθένας σύμφωνα με αυτά που πιστεύει, αλλά στην δράση. Η κουβέντα δεν είναι δράση. Χρειάζεται, αλλά μόνο για να δίνει κατεύθυνση. Αφήστε τα πολλά λόγια και τις φλυαρίες. Να βγεις εκεί έξω, συνάδελφε, και να εκτεθείς. Αυτός είναι ο τρόπος ενός ελεύθερου όντος. Να δράσεις, το καταλαβαίνεις; Να δράσεις! Αυτό που θεωρείς σωστό και δίκαιο, χωρίς να σκέφτεσαι τις συνέπειες και χωρίς να σε νοιάζει τι θα γίνει. Με τα όπλα που σου δόθηκαν. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα παραπάνω. Τι αξία έχει να αναλώνεστε σε θεωρίες; Τις ξέρω. Κι εσείς -μάλλον. Να μελετάτε και να δράτε. Απλά πράγματα. Πρώτα μελέτη και ύστερα δράση. Αν έχετε παρατηρήσει, η απόσταση ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και ένα βιβλίο είναι την περισσότερη ώρα της ημέρας μηδαμινή. Ένα τσακ κάνεις και το πιάνεις το διαολεμένο. Πώς γίνεται όμως το τηλεκοντρόλ πάντα να είναι ακριβώς όσο χρειάζεται, ώστε να το φθάνεις χωρίς καν να ανασηκώσεις την ράχη σου από τον καναπέ; Σωστά; Πάω στοίχημα ότι σας συμβαίνει πιο συχνά και από όταν  πάτε στην τουαλέτα. Νόμος του Μέρφυ, που μάλλον του διέφυγε».
«Ωραία τα λες», πετάχτηκε ένας άλλος παραδίπλα, «αλλά δεν έχουμε όλοι την άνεση και τον χρόνο για να φερόμαστε όπως λες εσύ. Πρέπει να δουλεύουμε, να συνεισφέρουμε στην οικογένειά μας. Άιντε λες μια κουβέντα και όποιον πάρει ο χάρος; Κάτσε, δεν είναι έτσι τα πράγματα στην πράξη. Εσύ πώς ζεις δηλαδή;»
«Εγώ, μιας και ρωτάς, έχω τόσο πολύ ελεύθερο χρόνο, που δεν μου μένει καθόλου επαγγελματικός. Δεν είμαι ευλογημένος σαν όλους εσάς που πνίγεστε, τρέχετε ολημερίς και δεν προλαβαίνετε να σκεφτείτε. Άντε. Anticomfortable dumbs μού έχετε γίνει. Όλα δικά σας τα θέλετε και κάπου κάπου να πετάτε και καμιά αερολογία δήθεν φιλοσοφημένη και το ονομάζετε αντίσταση και πλήγμα στο κατεστημένο».
«Αλκίνοε», μια κοπελίτσα θιγμένη τον διέκοψε, «μια χαρά παιδεία έχουμε κι εμείς. Και σχολείο πήγαμε, και πανεπιστημίο, και όλα τα κάνουμε».
 «Ναι, ξέρω», της απάντησε. «Δημόσια παιδεία και σχολεία. Πήγα κι εγώ. Δεν διαφωνώ. Στα σχολεία η ώρα του επαγγελματικού προσανατολισμού είναι η πιο χρήσιμη και το μοναδικό ενθαρρυντικό στοιχείο στο εκπαιδευτικό σύστημα. Είναι υποχρεωμένοι οι καθηγητές να σε προσανατολίσουν επαγγελματικά. Να ψάξουν μαζί με τον μαθητή την χώρα στην οποία θα πάει να βρει δουλειά και να ζήσει μια αξιοπρεπή ζωή. Θα’ ναι η Αγγλία, η Γαλλία, η Γερμανία, ο Καναδάς; Δεν έχει σημασία. Σωστά δεν τα λέω, δεσποινίς; Εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του μαθητή. Αλλά ακόμα και αυτήν την άγια ώρα, την έχουν κάνει διάλειμμα και καφέ. Ύστερα φθάνει η στιγμή να συμπληρώσουν οι μαθητές το μηχανογραφικό τους, που δεν είναι μηχανογραφικό, αλλά “μηχανορραφικό”, με τόση δολοπλοκία και ραδιουργία στις πλάτες των νέων, και καταλήγουν να περνούν σε σχολές που δεν έχουν αντίκτυπο στην κοινωνία γιατί οι δομές απουσιάζουν. Οι αριθμοί ευημερούν και οι κοινωνίες δυστυχούν. Δεν μου λες εσύ, μιας και θέλεις να συμμετάσχεις στην κουβέντα. Τι ψήφισες, αν έχεις την καλοσύνη;»
«Σύ... σύριζα, αλλά δεν έχω πρόβλημα να βγει και η Νέα Δημοκρατία», απάντησε διστακτικά, χαζογελώντας στην διπλανή της. Δεν φάνηκε σίγουρη η καημένη για την σωστή απάντηση και θέλησε να τους ικανοποιήσει όλους.
«Βρε χαϊβάνιμπαλ που τρως κουτόχορτο», συνέχισε ο Αλκίνοος, «εδώ μιλάμε για το μέλλον μας, όχι για τον αγώνα Παναθηναϊκός- Άρσεναλ, που παίζεις στοίχημα στην Άρσεναλ για να πληρωθείς, αλλά δεν σε νοιάζει κι αν κερδίσει η ομάδα σου! Αϊντέέέέ! Εσύ τι σπουδάζεις;», σε ένα παλικάρι παραπέρα.
«Κοινωνική πολιτική», του απάντησε.
«Α. Social πώληση (policy), δηλαδή, ωραία. Γιατί ρε φίλε; Σε έπιασε ο πόνος για την κοινωνία; Αφού δεν σε νοιάζει και θα φύγεις για να αναζητήσεις δουλειά στην Σουηδία, καημένε μου. Άντε μια ώρα αρχύτερα να γλιτώνουμε από τους λεκέδες. Έχετε ξεπουλήσει τα πάντα πια και στις εξυπνάδες είστε πρώτοι. Και πού ’στε; Αν πάτε προς το Σύνταγμα, εσείς αγανακτισμένοι, ρίξτε μια επαναστασούλα πάνω σας. Κάνει ψόφο απόψε». 
Οι κοπέλες σηκώθηκαν να φύγουν και ένας τυπάκος που σιγά-σιγά και εκείνος σηκωνόταν, του είπε:
«Μπορεί να μην έχουμε τόσο χρόνο για να διαβάζουμε νυχθημερόν όπως εσύ, αλλά ενημερωνόμαστε. Δεν είμαστε αδιάφοροι. Μια χαρά διαβάζουμε εφημερίδες και βλέπουμε ειδήσεις για τις εξελίξεις».
«Α, μπράβο. Τώρα μιλάς σωστά. Εμπιστεύεσαι δηλάδη εσύ τους δημοσιογράφους; Αυτό θέλεις να μου πεις; Αυτό θεωρείς εσύ δημόσια παιδεία; Συγχαρητήρια. Αυτό δεν είναι δημόσια παιδεία και δεν πρόκειται περί δασκάλων. Κωλοφάρα ειναι. Ξυπνάτε. Το φαινόμενο “Χαρτζιλικολάου” το έχετε ακουστά; Το φαινόμενο κατά το οποίο οι δημοσιογράφοι παίρνουν το χαρτζιλίκι τους, το κατιτίς τους, για να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα; Αρκετούς αιώνες πριν, ο Ντεκάρτ τα ήξερε αυτά. Είχε μιλήσει για τον δαίμονα που μας παραπλανά. Δεν μπορεί να κρυφτεί όμως πλέον. Τουλάχιστον από μένα. Τώρα ξέρουμε ποιος είναι. Αλλά και που ξέρουμε, μήπως τον βγάζουμε από την ζωή μας; Και όσον αφορά τις εφημερίδες που είπες, αν παρατηρήσεις φίλτατε όλη αυτή τη μάχη για άρθρα και σχόλια, θα τρομάξεις. Ο καθένας έχει την θεωρία του, που φυσικά είναι καλύτερη από των άλλων, και δώσ’ του τσακωμοί επί τσακωμών στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης... δι-κτήνωσης... διένεξης; Δεν έχω καταλάβει ακριβώς πώς λέγονται. Πάντως πρόκειται για ρινγκ κανονικό. Χαμός! Ναι, φυσικά και μπορείς να είσαι διαφορετικός από μένα, αλλά για να σεβαστώ την γνώμη σου, βασική προϋπόθεση είναι να είσαι το ίδιο διαφορετικός με μένα, ειδάλλως δεν γίνεται δουλειά. Τα άρθρα και τα κείμενα έχουν για κάποιον λόγο χάσει την σαφήνειά τους και έχουν γίνει ακαταλαβίστικα. Διότι αν κάποιος δεν έχει κάτι ουσιαστικό να πει, θα το περιτυλίξει με ένα κάρο κορδέλες για να φαίνεται ότι είναι σημαντικό. Λεκτικοί ακροβατισμοί, δυσνόητες λέξεις, μακροσκελείς προτάσεις, νοήματα κρυφά... Πώπώπώ! Τι “θεαρθράλε” είναι αυτό!»
«Η χώρα μας είναι ο τόπος όπου γέννησε την δημοκρατία και έδωσε το φως της σε ολόκληρο τον κόσμο» πετάχτηκε ένας από τους εναπομείναντες φοιτητές. «Και μόνο με τον διάλογο και την κουβέντα, που εσύ απαξιώνεις τόσο απλά, θα βρεθεί λύση»
«Άντε ντε. Και έλεγα δεν θα το πει κάποιος κι αυτό; Σοβαρά; Αυτό έχεις να μου πεις; Μπορεί ο τόπος ετούτος να γέννησε τα ιδανικά που αναφέρεις, αλλά κατοικείται από λάθος ανθρώπους. Χεσμένους τους έχω λοιπόν, σου απαντάω. Ναι ναι, ξέρω. Προσβάλω τους αρχαίους υμών (τους δικούς σας) προγόνους. Είμαι ξεδιάντροπος. Χέστηκα! Δικοί μου πρόγονοι είναι; Τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με τους αρχαίους Έλληνες, πέρα από μια κουτσουρεμένη, κατακρεουργημένη, υπεραπλουστευμένη σκιά της γλώσσας τους και μια Ακρόπολη να με γεμίζει δάκρυα υπερηφάνειας και αφελή ενθουσιασμό; Καμία! Αυτά είναι για σας. Τους αχρείους υμών (των αρχαίων Ελλήνων αυτήν την φορά) απογόνους. Τι σου έχει μείνει ρε εξυπνάκια εσένα, πέρα από τον Πλάτωνα, που πάω στοίχημα πως ούτε που έχεις διαβάσει μια πρόταση από κάποιο βιβλίο του, και τον Παρθενώνα; Δεν θέλω να σκέφτομαι τι θα πάθεις, εάν γίνει κάνα αστείο και γκρεμιστεί. Δεν θα έχουμε τίποτα να αναρριγώμαστε μεταξύ μας και να θαυμάζουμε για το ποιοι είμαστε. Και τελικά φιλε μου, και θέλω απάντηση σε αυτό... Ποιοι είμαστε;»
Οι τελευταίοι φοιτητές είχαν και αυτοί ξεκινήσει να φεύγουν, εμφανώς δυσαρεστημένοι από την επιθετικότητα και το ύφος του Αλκίνοου. Εκείνος, κοιτώντας τους να διαλύουν την συγκέντρωση, τους έδειξε κουνώντας το χέρι υποτιμητικά και ολοκλήρωσε:
«Άντε. Άντε σιγά-σιγά να περίμενετε σε καμιά ουρά για να γραφτείτε στους Α.Α. Στους “Aνώνυμους Άνεργους”, για να κλαίγεστε μεταξύ σας και να πνίγετε τον πόνο σας. Καημένοι».


(συνεχίζεται)