Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016


Η προφορική μαρτυρία
(μια υπεραιωνόβια Μικρασιάτισσα αφηγείται)

     


Μεγάλος δάσκαλος για τους ιστορικούς όλου του κόσμου ο Θουκυδίδης, ο πρώτος που προσπάθησε να συγκεντρώσει το υλικό του με επιστημονικές μεθόδους, και με βάση το υλικό αυτό να ερμηνεύσει γεγονότα και να αναλύσει συμπεριφορές. Μέσα στις μεθόδους αυτές κυρίαρχη θέση οπωσδήποτε κατέχει η διασταύρωση πληροφοριών, η συλλογή των απαραίτητων εκείνων μαρτυριών προκειμένου να συναγάγει τα συμπεράσματά του για τα γεγονότα στα οποία δεν μπορούσε ο ίδιος να είναι αυτόπτης μάρτυρας.
 Πριν από λίγα χρόνια, και με την ευκαιρία της επετείου της μικρασιατικής καταστροφής, στο βραχύβιο, τελικά, περιοδικό «Η εν λόγω τέχνη» (η ζωή του ήταν μόλις πενταετής) πήραμε μια συνέντευξη πολύτιμη, και για μας που είχαμε την τύχη να είμαστε παρόντες κατά τη διάρκειά της αλλά και για τους αναγνώστες μας, από την υπεραιωνόβια Μικρασιάτισσα κ. Φιλιώ Χαϊδεμένου, η οποία, 103 ετών τότε αλλά με μνήμη εξαιρετική, μας αφηγήθηκε όλη την ιστορία του τόπου της. Η ιδιαιτερότητα της μαρτυρίας της είναι ότι αφηγείται σήμερα μια γυναίκα που τότε (το 1922) ήταν 24 ετών, αρκετά μεγάλη ώστε να εννοεί απολύτως τα γεγονότα και, φυσικά, να τα βιώνει σε όλη τους τη δραματικότητα.

«Το δικό μας μέρος, λεγόταν Βουρλά, είχε 40000 κατοίκους, όταν εγώ πήγαινα σχολείο και μάθαινα για την πόλη μας κάθε λεπτομέρεια, ήταν λοιπόν 40000 κάτοικοι, και ήταν 35000 Έλληνες και οι 5000 ήταν Τούρκοι και Εβραίοι και Αρμεναίοι, οι οποίοι ήταν χωριστά… Εμείς ζούσαμε κάτω, στα παράλια και ζούσαμε με ευρωπαϊκό ρυθμό. Στην ανατολή, από το Αϊντίνι και πάνω μιλούσαν την  τουρκική και στο σχολείο και στην εκκλησιά, και υπήρχαν άνθρωποι που ήρθαν εδώ και πέθαναν και Ελληνικά δε μίλησαν, δεν μπορούσαν, γεννήθηκαν, μεγάλωσαν με την τουρκική γλώσσα˙ όσο ήταν στο βάθος της Μικράς Ασίας, τόσο είχαν τα ήθη και έθιμα τα τουρκικά…».
 Ο λόγος της απλός, ανεπιτήδευτος. Ξεκίνησε να μας μιλάει για τις συνθήκες ζωής στην πατρίδα της, τα Βουρλά, και μας παρέσυρε λίγο λίγο σε άλλη εποχή και σε άλλες συνθήκες, όταν ακόμα η ζωή εκεί έμοιαζε να κυλά χωρίς προβλήματα.

«Εδώ θα πω κάτι που δεν το έχω πει μέχρι σήμερα, αλλά από τα πολλά που έχω δει και τώρα μετά την καταστροφή, που πηγαίνουμε στη Μικρά Ασία, κι έχω ακούσει πολλά, προπαντός επάνω στα βάθη της Τουρκίας, στην Αττάλεια, στην Άγκυρα, σε κείνα τα σημεία, που ζούσαν μαζί, τα παιδιά ήταν ένα, ή ήταν τουρκόπουλα ή ήταν ελληνόπουλα ήταν το ίδιο, μαζί να παίξουν, μαζί να κοιμηθούν, ας πούμε με μια υπερβολική φιλία, καθώς και οι μεγάλοι, όταν είχαν ένα πρόβλημα στο σπίτι, το είχαν και όλοι οι φίλοι, κι ας ήταν Τούρκοι, πώς το λεν, ζούσαν μαζί…»

 Την έχουμε, βέβαια την ανάλογη πληροφορία και από άλλες πηγές, λογοτεχνικές και μη, για την αγαστή συνύπαρξη Ελλήνων και Τούρκων, αλλά τούτη εδώ μετράει διαφορετικά, όταν την ακούς από το στόμα της γραίας συνομιλήτριας που τα έζησε και στα διηγείται.

                       «Πριν το ’19 είχαμε το ’14 , γίνηκε η στράτευση, αλλά τα πράγματα είχανε καταπραϋνθεί. Άρχισαν λοιπόν να λένε ότι θα έρθουν οι Έλληνες στη Μικρά Ασία, και μεις περιμέναμε, είχαμε ράψει σημαίες, τις είχαμε στο μπαούλο μας, μαθαίναμε και οι μεγάλοι τραγούδια, ποιήματα, να τα πούμε στους Έλληνες, όταν έρθουν, μας φαίνονταν οι Έλληνες, ας πούμε, θεοί ! Και ήρθαν το ’19 οι Έλληνες στη Σμύρνη, στα Βουρλά, επίσημα και χωρίς έχθρα, αλλά δημιουργήθηκε ταυτόχρονα, άρχισαν τα πολυβόλα, άρχισε ο πόλεμος, κατακτούσαν τα μικρασιατικά παράλια και προχωρούσαν στο βάθος, και αυτό ήταν 3 χρόνια, και φτάσαμε στον Σαγγάριο ποταμό, και έξω από την Άγκυρα. Εκεί δόθηκε η τελευταία μάχη και γίνηκε και η υποχώρηση. Το 1920 στην Ελλάδα ήταν ο Βενιζέλος πρωθυπουργός. Είχανε περάσει τους Βαλκανικούς πολέμους, μεγάλη καταστροφή, τα αμπέλια τους ήταν ακαλλιέργητα, οι άνδρες στρατιώτες, γίνηκε και αυτό της Σμύρνης και μαζεύανε 19 χρονών τα παιδιά, τα στέλναν 3 μήνες στην Τρίπολη, τα γύμναζαν και τα έστελναν μετά στη Μικρά Ασία, στο μέτωπο. Ε, αυτό αυτοί οι άνθρωποι δεν το βαστούσαν εδώ. Και με το δίκιο τους. Άρχισαν οι διαμαρτυρίες εναντίον της κυβερνήσεως. Ο Βενιζέλος είδε την κατάσταση αυτή, ήταν και πονηρός άνθρωπος -δεν ήταν σωστός άνθρωπος για μένα, κι ας λένε για τον Βενιζέλο- και έκανε εκλογές, σίγουρος ότι θα πέσει, διότι, όπως ήταν πονηρός, έβλεπε ότι τα πράγματα εδώ ήταν δύσκολα, έβλεπε τη φτώχεια και την κακομοιριά, τι να κάνουν οι άνθρωποι. Είδε ποια ήταν τα πράγματα, έκανε τις εκλογές, στο 1920, για να γλιτώσει, γιατί σκέφτηκε ότι θα είναι ο υπαίτιος, και τα αποτελέσματα δεν τα έβλεπε καλά, στην Τουρκία, διότι δεν ήταν δυνατόν, αυτοί 40 τόσα εκατομμύρια και εμείς 8-9, πόσο ήμαστε τότε, να νικήσουμε τους Τούρκους !

                         Οι φίλοι μας, οι Αγγλογάλλοι, του υπεσχέθησαν ότι θα του δώσουν τη Μικρά Ασία. Δεν έπρεπε να τους πιστέψει, για τον εξής λόγο, γιατί οι Τούρκοι στη Μικρά Ασία δε δούλευαν, ζούσαν απ’ τους φόρους των Ελλήνων που ζούσαν εκεί. Δεν έπρεπε να το πιστέψει. Ήταν δυνατόν οι ξένοι; Οι Έλληνες είχαν το εμπόριο, την παραγωγή, -τις λίρες  δεν τις μετρούσαν μία μία, υπήρχαν οι ζυγαριές, ζυγίζονταν οι λίρες, όταν ήταν μεγάλο το εμπόριο, όταν γινόταν το νταραβέρι…»







  Η μαρτυρία εδώ παίρνει τη μορφή της ξεκάθαρης άποψης, που μπορεί να την αρθρώσει όχι ο ιστορικός ή ο πολιτικός, που κατά κόρον τοποθετήθηκαν για πολλές δεκαετίες στο συγκεκριμένο θέμα, αλλά ο απλός άνθρωπος, το θύμα της πολιτικής των μεγάλων και των μικρών συμφερόντων. Αυτός έχει το δικαίωμα να μιλήσει «από καρδιάς», με όση γνώση των γεγονότων έχει, αλλά κυρίως με τη μνήμη της συμφοράς που βίωσε πάνω του και πάνω στους δικούς του ανθρώπους. Και ο επιστήμονας ιστορικός οφείλει να σεβαστεί την άποψη, την κραυγή καλύτερα, και να μην εγείρει αντιρρήσεις πολιτικού ή ιδεολογικού περιεχομένου.
 Πέρα, όμως από οτιδήποτε άλλο, το συγκλονιστικότερο κομμάτι της αφήγησης ήταν όταν η γιαγιά Φιλιώ έφτασε στην εξιστόρηση της σφαγής.

         «Ήταν 29 Αυγούστου. Εμείς ακόμα ήμασταν στο κτήμα, γιατί η παραγωγή ήταν κάτω. Η σουλτανιά σταφίδα ήταν στα τσουβάλια και περιμέναμε να περάσουν τα καμήλια, που ήταν το μεταφορικό μέσον, το οποίο είχαν οι Τούρκοι. Αυτό γινόταν όταν πουλούσαμε, τα μετέφεραν στα εμπόρια, γιατί ήταν πολλά και δεν χωρούσαν στο σπίτι. Και μας βρήκε έξω να έχουμε τη σταφίδα τη σουλτανιά έτοιμη και η ροζακιά να είναι κάτω. Η σουλτανιά ήταν 150 καντάρια, το καντάρι ήταν 44 οκάδες, ήταν έτοιμη να τη στείλουμε στον έμπορα. Είχαμε δώσει μόστρα, είχαμε συμφωνήσει την τιμή και θα πήγαινε.
Και άρχισαν να κατεβαίνουν οι Έλληνες λιποτάχτες, χωρίς ούτε όπλο ούτε τίποτε, στα πόδια τους να έχουνε τσουβάλια, να είναι πεινασμένοι, άλλοι έκλεβαν από δω άλλοι τους έδιναν από κει, και κατέβαιναν για να φύγουν, να πάνε στα πλοία να φύγουν.

Ήρθε ο αδελφός μου, ήταν κι αυτός στρατιώτης, και λέει “ακόμα στο κτήμα είσαστε, γίνεται καταστροφή”. Και λέει ο πατέρας μου “μη φοβάσαι, δεν πειράζει, θα περάσει. Τόσα πράγματα έχουν περάσει από δω˙ δεν είναι οι Τούρκοι τέτοιοι, δε θα μας κάνουν τίποτε˙ άλλωστε, δεν τους πειράξαμε εμείς”. Του λέει “δεν ξέρεις, πατέρα, τι γίνεται. Δεν είναι σαν άλλες εποχές. Είναι μεγάλη καταστροφή”.»


 Εν πάση περιπτώσει, πάμε να φύγουμε, να πάμε στα Βουρλά, στο σπίτι μας. Ένας με καμήλες περνούσε, αντίθετα για να φύγει, και βγήκε ο αδελφός μου με τα στρατιωτικά και του είπε “θα έρθεις να φορτώσεις”. Αυτός έπεσε κάτω και τον παρακαλούσε “άφησέ με να φύγω”, γιατί φοβόταν τους Ρωμιούς. Και λέει ο αδελφός μου “έλα εδώ, να φορτώσεις, θα πάμε σπίτι, κι εγώ μετά που θα φύγεις θα σε βγάλω μέχρι το σημείο που δε θα φοβάσαι”. Έτσι και έγινε. Και πήγαμε σπίτι. Είχαμε ένα καΐκι, έτσι για βόλτες, και λέει ο αδελφός μου, “να πάω να δω πού είναι, να το πάρουμε να φύγουμε, αν δεν το’ χουνε πάρει, κι εσύ μάζεψε τα πράγματα, βάλε από μια αλλαξιά ρούχα, πάρε της μάνας τα χρυσαφικά και τα δικά σου, και ό,τι λεφτά έχεις στο μπαούλο, και ετοιμάσου”. Η μάνα μου έμεινε με τον πατέρα μου και ζύμωσε, έκανε ψωμί και έσφαξε ο πατέρας μου δυο κατσίκες, έβρασε το κρέας, το’ κοψε κομμάτια, το’ βαλαν σε καθαρές σακούλες, και ήρθαν το πρωί.
 Ώσπου να’ ρθουν όμως, το σπίτι μας ήταν γεμάτο κόσμο, γιατί εκεί ήταν άλλος κόσμος. Είχαμε κουμπαριές, χωριά, όλοι αυτοί ήρθαν σπίτι μας και σε κάθε σπίτι, στην πόρτα μέσα να φυλαχτούν. Ήταν μέχρι κάτω το σπίτι μας γεμάτο. Τουλάχιστον θα είχε και δυο χιλιάδες κόσμο μέσα, γιατί, όπως είπα, ήταν μεγάλο σπίτι, όχι να ξαπλώσουνε να κοιμηθούνε, ζαρωμένοι στις γωνιές. Και μπήκαν τη νύχτα οι Τούρκοι μες στο σπίτι. Χτυπούσαν την εμπρός πόρτα. Οι Τούρκοι δεν είπανε, όπως λέμε εμείς , “την πατρίδα μας, ήρθατε να μας πατήσετε την πατρίδα μας, να την πάρετε”. Μόνο “παρά, παρά” λέγανε. Κρατούσαν κάτι πελώρια μαντήλια και τα όπλα, τα μαχαίρια, και ερχόντανε “παρά, παρά”, λεφτά γυρεύαν και χρυσαφικά, δαχτυλίδια, βραχιόλια. Και μπήκανε στο σπίτι, βγάλαν την πίσω πόρτα, ήταν ξύλινη, βάλαν φωτιά, κι άναψε και μπήκαν. Και φύγαμε εμείς από την εμπρός πόρτα. Εγώ δεν πρόλαβα να φύγω. Μέσα στο σπίτι είχε έρθει πολύς κόσμος και ήταν άντρες οπλισμένοι. Οι Τούρκοι πήραν τον Μουχτάρη, τον Πρόεδρο, τον Δήμαρχο, και τον γυρίζανε στις πόρτες, και φώναζε “ανοίξτε τις πόρτες, δε θα σας κάνουν τίποτε οι Τούρκοι, μόνοι να παραδώσετε τα όπλα”. Τον είχαν βάλει οι Τούρκοι, τον βίαζαν. Τότε εμείς μέσα στην αυλή είχαμε πηγάδι. Μάζεψα εγώ τα όπλα για να βγαίνουν τα παλικάρια, και τα έριξα μέσα στο πηγάδι. Και πολλές από τα χωριά ρίξανε δέματα με λεφτά. Ρίχναν εκεί μέσα ό,τι μπορούσαν, να φυλαχτούνε, με τη διαφορά ότι θα φτιάξουν τα πράγματα και θα ξαναπάνε, και όχι πως θα φύγουν μακριά.
 Εγώ δεν πρόλαβα να φύγω, όπως τρέχαν όλοι και φεύγανε, και έπιασα τον κουβά και τα δυο σχοινιά και κατέβηκα μέσα στο πηγάδι, και στάθηκα, αλλά κρατούσα και τα σχοινιά. Έφυγαν όλοι, εγώ έμεινα εκεί, έμεινα 48 ώρες και περίμενα να έρθουν, να ακούσω ομιλία, γιατί μπαίνανε, βγαίνανε μέσα στα σπίτια και χαλούσε ο κόσμος. Να ακούσω ελληνική ομιλία, να ζητήσω βοήθεια. Έμεινα δυο μέρες και δυο νύχτες, και ύστερα άκουσα ομιλίες και φώναξα και με βγάλανε. Τρέχανε κι αυτοί να χωθούνε. Τους λέω “εδώ έχουμε πάει στου Κιρμιζή”. Κοντά μας ήταν ένα σπίτι, και αυτός ήτανε στο τουρκικό δικαστήριο, ήταν δικαστής και ήξερε την τουρκική. Πήγαμε σ’ αυτό το σπίτι. Επειδή αυτός ήταν με τους Τούρκους, δε θα μπαίναν μέσα. Τούρκοι όμως μπήκαν. Μπαίναν στο ένα σπίτι, δεν έβρισκαν κόσμο, έφευγαν, όποιον βρίσκαν τον σκότωναν, όπως τους έρχοταν.  Εκεί κάτω ήταν γριές και γέροι και πάνω κοπέλες και παλικάρια. Ο αδελφός μου και άλλοι φύγανε, πηδήξανε απ’ τα παράθυρα και φύγανε, και μείναμε εμείς, οι κοπέλες. Λοιπόν ήρθαν οι Τούρκοι “παρά, παρά”, μπροστά τους κρέμονταν λεφτά, χρυσαφικά. Αφού πήραν τα λεφτά από τους κάτω, είπανε “δε θα πειράξουμε τις γυναίκες, αλλά θα πάμε επάνω να πάρουμε τα λεφτά”. Και ήρθανε επάνω. Εμείς δεν καθόμασταν, ήμασταν ζουληχτοί, χιλιάδες κόσμος. Και περνούσαν αυτοί και λέγανε “βιρ παρά”. Δεν τους ενδιέφερε να πούνε “γιατί ήρθατε στην Τουρκία, φέρατε τους Έλληνες;” Από εθνικής απόψεως και τέτοια χαμπάρι δεν είχαν, γιατί αυτοί ήταν αλιτήριοι, ήταν οι Τσέτες οι λεγόμενοι. Ήταν αυτός ο στρατός που έχουν όλα τα κράτη, τι είχε ο Χίτλερ, ποιοι ήταν οι γενίτσαροι, τι ήταν η Λεγεώνα των Ξένων ;

 Δίπλα μου ήταν  μια κοπελίτσα, κι έβγαλε τα δαχτυλίδια της και του τα’ ριχνε μέσα, κι έβγαλε και το σκουλαρίκι της. Προσπαθούσε να το βγάλει και αυτός βιαζόταν, γιατί ήταν ο άλλος από πίσω και τα μάζευε, βγάνει το μαχαίρι, κόβει τ’ αυτί της, το ρίχνει μέσα. Δίπλα είμαι εγώ. “Παναγία μου” είπα “Βαγγελίστρα μου, βοήθησέ με να το ξεκουμπώσω και δεν θα ξαναβάλω στη ζωή μου χρυσό”. Προσπαθούσα να το ξεκουμπώσω, το κατάφερα, έβγαλα και τα βραχιόλια μου, το σταυρό μου, του τα’ ριξα μέσα, πήγε στην παραδίπλα. Από κει έφευγαν αυτοί, έρχονταν άλλοι. Λέμε να φύγουμε και να πάμε στην πόλη μέσα. Η εκκλησία είχε απ’ τα καλά τα χρόνια την αστυνομική περίπτωση, είχε εξουσία. Είχανε βγάλει σκοπιές και λέγανε “είπε ο δεσπότης να μη φύγετε, δε θα σας πειράξουν”. Γιατί οι Τούρκοι που ήταν κάτοικοι σε μας ήρθαν στον δεσπότη και λέγανε “ελάτε να κάνουμε μια συμφωνία, να σας φυλάξουμε τώρα που περνούν οι Έλληνες, μη σας σφάξουν και όταν θα’ ρθει ο τουρκικός στρατός θα σας φυλάξουμε”. Και οι δικοί μας το δέχτηκαν, γιατί όλα τα χρόνια τέτοιοι ήταν οι Τούρκοι, τους ξέρανε μπεσαλήδες. Αλλά ο Κεμάλ είχε δώσει κι είχε κυκλοφορήσει  γράμματα, επιστολές στους κοινοτάρχες και τους παπάδες, στους Χοτζάδες, κι έλεγαν τα γράμματα εάν βρεθεί Τούρκος και φυλάξει Χριστιανό, θα κρεμαστεί πρώτα ο Τούρκος στην πλατεία και μετά ο Χριστιανός. Και οι Τούρκοι δεν μας πήραν μέσα στα σπίτια τους, που είχαμε τις φιλίες, παρά κρύφτηκαν αυτοί μέσα. Οι ντόπιοι οι Τούρκοι δεν βγήκαν στη σφαγή και την καταστροφή, ήταν μέσα στα σπίτια, οι αντικεμαλικοί, και κάναν προσευχές και ανοίγαν σιγά- σιγά τα παράθυρα, εμείς τρέχαμε και μας κυνηγούσαν και λέγανε σιγά “αχ, αχ, γιαβρούμ, γιαβρούμ, κιονάχ, κιονάχ !”, κρίμας, κρίμας δηλαδή.
Έτσι εμείς λέμε να πάμε στο Κοινό, εκεί που ήταν ο δεσπότης, να διαμαρτυρηθούμε. Βγήκαμε στους δρόμους, όλος ο κόσμος τρέχει. Πού πάει; Στην εκκλησία. Στο δρόμο χτυπούν, αρπάζουν, κλέβουν, ούτε ξέρεις πού είναι το παιδί σου, ο άντρας σου, τίποτε. Ε, αυτό ήταν, ας πούμε, και το τελευταίο. Κατόπιν, αφού έγινε τέτοιος σκοτωμός μας πιάσανε πάλι, γιατί είχε σκορπιστεί ο κόσμος όπου μπορούσε και ήρθε ένας στρατός με τα άλογα. “Είμαστε ο τακτικός στρατός του Κεμάλ, μη φοβηθείτε, σας πιάνουμε αιχμαλώτους και θα σας στείλουμε στην Ελλάδα, ελάτε μαζί μας”. Ξαναγυρίσαμε στην πόλη, μας μάζευαν ομάδες ομάδες. Μπήκαμε στα μεγάλα σπίτια πολλοί μαζί, και κρατήσαμε δυο μεγάλες συνοικίες, μείναμε εκεί μερικές μέρες. Μέχρι την 16η Σεπτεμβρίου ήμασταν εκεί, στα σπίτια. Εκεί σφάξαν τον πατέρα μου. Πέρα τον είχαν πιάσει και τον σφάξαν και τον φέραν μισοπεθαμένο, αλλά ώσπου να τον πάρουμε σπίτι πέθανε…»
 «Στις 16 Σεπτεμβρίου μας είπανε “εβγάτε, θα φύγετε”. Κα βγήκαμε. Φυσικά εμείς είπαμε “τώρα πάμε να μας σφάξουν”, δεν πιστέψαμε ότι θα μας διώξουν. Αλλά γίνηκε κάποια συμφωνία αναμεταξύ των κρατών και μας φέρανε στην παραλία από τα Βουρλά, σε μας. Μας πήγανε σ’ ένα νησί, είναι εκεί και είναι και η Σκάλα, το επίνειο του Βουρλά, είναι 5 χλιόμετρα. Μας πήγαν εκεί και λίγο λίγο μας βάζανε μέσα στα πλοία. Είχανε επιτάξει ελληνικά πλοία, φορτηγά, οι Αμερικάνοι. Μας βάλαν εκεί μέσα. Είχε δυο συρμάτινα σχοινιά, χώριζε και ήταν ο κόσμος. Υπήρχε ένα κενό, από κει ήταν οι Τούρκοι. Και ήταν πάλι ένα άλλο σύρμα που από δω ήταν οι Αμερικάνοι. Μας άφηναν λίγους - λίγους από δω και πηγαίναμε εκεί, δηλαδή και με το ζόρι. Εκεί με χτύπησαν κι εμένα στον ώμο, και μας έβαλαν στα πλοία.»



«Και ήταν ηλιοβασίλεμα, και είχα χάσει τον πατέρα μου, τα αδέλφια μου, δεν ήξερα τι γινόταν. Είχα βρει τη μητέρα μου, και πάλι την έχασα, γιατί τρέχαμε διαρκώς. Κι εμείς οι κοπέλες τρέχαμε και όταν ήμασταν ιδρωμένες, παίρναμε χώμα και το πασαλείβαμε στα μούτρα μας, να μη φαινόμαστε πως είμαστε νέες, γιατί αριστερά, δεξιά ήταν οι Τούρκοι και έπαιρναν μια κοπέλα, τη βάναν κάτω και την ατίμαζαν, την άφηναν και έτρεχε πάλι.
Μέσα στο πλοίο βρήκα τη μητέρα μου. Αλλά εκείνη την ώρα ήμουνα μόνη. Όταν μπήκα μέσα στο πλοίο, τότε συνήλθα. Νόμιζα ότι έβλεπα ένα κακό όνειρο. Είχα χάσει τον εαυτό μου. Δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που έβλεπα. Και ακούμπησα έτσι στο πλοίο απάνω και γύρισα και είδα την πατρίδα μου, καιγότανε, και ήταν βράδυ, έτσι σουρούπωνε και ο ήλιος έριχνε τις αχτίνες του, και κοκκίνιζε, και θυμήθηκα εκείνη την ώρα το αίμα που είχα δει. Γιατί τρέχαμε και μπήκαμε σ’ ένα σπίτι, και οι πρώτοι που μπαίναν λέγαν “πίσω - πίσω” και γυρίζω και βλέπω μέχρι τα γόνατα ήταν αίμα, είχαν άλλους σφάξει εκεί μέσα και…Και εκείνη την ώρα συνήλθα, κατάλαβα τη σιγουριά δηλαδή πια που είχα, και είπα “αχ, Βουρλά μου, δε θα σας ξαναδώ πια, αλλά δε θα σας ξεχάσω ποτέ˙ αντίο Μικρά Ασία και δε θα σε ξεχάσω”. Αυτό το πράγμα δεν το ξέχασα.»

 Δεν ξέρω, πράγματι, αν για τον ιστορικό μετράει ως μαρτυρία πιο πολύ η εικόνα της Σμύρνης που καίγεται ή τα λόγια της Μικρασιάτισσας που μας είπε εκείνο το βραδάκι στη Νέα Φιλαδέλφεια.

                    «Τι να σας πω τώρα; Η απογοήτευσή μας. Εμένα πιο πολύ με πείραξε το εδώ παρά η σφαγή. Με πείραξε. Μας μιλούσαν άσχημα, μας λέγαν με το παραμικρό, μας χτυπούσαν ότι οι Τούρκοι που σας κάναν δεν ξέρω τι, όλα αυτά. Τέλος πάντων. Και προσπαθούσαμε μες τις τρώγλες, μέσα στις αποθήκες…»

 Τι να πει κανείς! Αυτό το τελευταίο είναι πιο φοβερό, ίσως, κι από την ίδια την περιγραφή της σφαγής. Είναι το παράπονο που έχουν εκφράσει όλοι οι διωγμένοι από τη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη Έλληνες, όταν αντιμετώπισαν την υποδοχή της μητέρας πατρίδας και κατάλαβαν ότι πιο πολύ για μητριά επρόκειτο…

 Η γιαγιά Φιλιώ εκείνο το βράδυ κουράστηκε να διηγείται, πικράθηκε να θυμάται, αλλά δεν παραπονέθηκε λεπτό. Δέχτηκε μάλιστα να ηχογραφηθεί η αφήγησή της και να συνοδεύσει την έκδοση του περιοδικού μας, ώστε να μείνει η αφήγησή της ζωντανή σε όλους.




«Να το πούμε πως είμαι και πολύ καλά, δεν είμαι. Δεν βλέπω και δεν ακούω καλά, δεν μπορώ να περπατήσω καλά. Αυτό που έχω είναι μυαλό και φωνή, αυτό είναι. Πάντως, εκείνο  που επιθυμούσα το έκανα…»

 Έτσι μας αποχαιρέτησε, απλά και ουσιαστικά. Η φωνή της, η μαρτυρία της υπάρχει για να προβληματίζει τον σύγχρονο ιστορικό που επιθυμεί να καταθέσει τη δική του άποψη για τα γεγονότα της καταστροφής, μέσα από μελέτες, βιβλία κ.λπ. Η προφορική, ζωντανή μαρτυρία είναι μια κατάθεση μνήμης αλλά και ψυχής, ίσως το ίδιο σημαντική με τις τεκμηριωμένες επιστημονικές απόψεις.

Τα αποσπάσματα ανήκουν στην εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε η κ. Φιλιώ Χαϊδεμένου (η γιαγιά Φιλιώ, όπως την ήξεραν πια όλοι) στο περιοδικό «Η εν λόγω τέχνη», τον Δεκέμβριο του 2002.

Διώνη Δημητριάδου