Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016


 "Ο αναγνώστης"


      

Η σχέση του συγγραφέα με το δημιούργημά του είναι έτσι κι αλλιώς καταξιωμένη και αποδεκτή στους ευρύτερους κύκλους των ασχολουμένων με «τα της διανόησης», σαν μια σχέση αίματος, θα μπορούσαμε να πούμε. Θεωρείται φυσική, ένα γέννημα του μυαλού του. Σχέση και νοητική αλλά και σωματική. Το έργο προξενεί πόνο κατά τη γέννησή του, δημιουργεί στον γεννήτορά του την αίσθηση του σωματικού πόνου αλλά και την ανακούφιση της «απαλλαγής» από αυτό μετά τη διαμόρφωσή του.
 Δεν θα λέγαμε το ίδιο, όμως, για τη σχέση του έργου με τον, φυσικό του πάντως, αποδέκτη, δηλαδή τον αναγνώστη. Σαν να μην του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να θεωρεί το βιβλίο που διαβάζει δικό του, όχι βέβαια με την έννοια της ιδιοκτησίας αλλά με αυτήν της ιδιαίτερης σχέσης που αναπτύσσει με το περιεχόμενό του. Σχέση δύσκολη στην απόκτησή της, περίεργη στις απαιτήσεις της και εύκολα αμφισβητούμενη από τους άλλους, κυρίως από τον ίδιο τον δημιουργό. Είναι πρωτίστως αυτός που δεν δέχεται τον παρείσακτο, όπως τον θεωρεί, στα δικά του μονοπάτια, είναι αυτός που δεν αντιλαμβάνεται την εξάρτηση που έχει απ’ αυτόν, του οποίου την παρουσία αρνείται, την ώρα που δημιουργεί. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έχουν οι περισσότεροι.

  
   Έσπρωξε την τζαμένια πόρτα και μπήκε στον γνώριμο χώρο του βιβλιοπωλείου. Από παιδί ένιωθε την ίδια θαλπωρή της επαφής με κάτι οικείο, αγαπητό, κυρίως προσιτό και εύκολα προσπελάσιμο, αίσθηση που σίγουρα τη χρώσταγε στον μακαρίτη τον πατέρα του. Γεννημένος σ’ ένα σπίτι γεμάτο βιβλία, σ’ ένα χώρο που οι βιβλιοθήκες δεν ήταν για στόλισμα αλλά για χρήση, και μάλιστα καθημερινή, είχε λες από πάντα την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσουν με τα βιβλία μόνο όσοι τα αγαπούν σαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, σαν φίλους και συντρόφους ένα πράγμα. Συχνά ερχόταν εδώ όχι πάντα για να αγοράσει κάποιο καινούργιο βιβλίο αλλά για να νιώθει την επαφή με το αγαπημένο αντικείμενο. Χάζευε τους τίτλους, άγγιζε τα εξώφυλλα, φυλλομετρούσε τις σελίδες και πάντοτε τις μύριζε θέλοντας να καταγράψει μέσα του μέσω των αισθήσεων το πλήρες σώμα του βιβλίου. Στη μνήμη του ήταν καταγεγραμμένες οι σκηνές της παιδικής του ηλικίας, με αυτόν να περπατάει κρατώντας τον πατέρα του απ’ το χέρι και αδημονώντας να φτάσουν στον ποθητό χώρο, όπου θα μπορούσαν να διαλέξουν τα καινούργια αποκτήματα της βιβλιοθήκης. Από τότε είχε  μάθει να γεύεται ένα βιβλίο με όλες σχεδόν τις αισθήσεις του.
  Στον συγκεκριμένο τώρα χώρο ερχόταν και για μια, πάντοτε ενδιαφέρουσα, κουβέντα με τον βιβλιοπώλη του, φίλο του πια μετά από τόσα χρόνια και τόσες επισκέψεις. Ήταν από τους ανθρώπους που είχαν διαλέξει σωστά το επάγγελμά τους, κάνοντας αυτό που αγαπούσαν πολύ αλλά και γνωρίζοντας πολύ καλά πρόσωπα και πράγματα, ώστε να μπορούν και να καθοδηγήσουν τον αναγνώστη και να ανοίξουν μια καλή συζήτηση γύρω από σχετικά θέματα.
  Αυτή η προδιάθεση για συζήτηση είχε δημιουργήσει και την ανάγκη για διαμόρφωση του χώρου με τέτοιο τρόπο, ώστε να αφήνει μια πολύ συμπαθητική γωνιά με τραπεζάκι και καρέκλες, χρήσιμη για όποιον διέθετε και την όρεξη αλλά και τον χρόνο για κουβέντα και ανταλλαγή απόψεων.
  Η μια καρέκλα ήταν εκείνη τη στιγμή κατειλημμένη από έναν μάλλον ηλικιωμένο άντρα, ο οποίος διάβαζε κάτι και ταυτόχρονα κρατούσε κάποια σημείωση. Δεν τον είχε ξαναδεί, τον προσπέρασε, χωρίς να αποφύγει, από κεκτημένη συνήθεια, να ρίξει κλεφτή ματιά στο ανοιχτό βιβλίο. Μάλλον επρόκειτο για κάποια μελέτη ή δοκίμιο, πρόλαβε να διαβάσει το όνομα του Πλάτωνα.
  Κατευθύνθηκε προς τον πάγκο με τις καινούργιες εκδόσεις γνέφοντας από μακριά στον φίλο του που ήταν στο βάθος του μαγαζιού εξυπηρετώντας έναν πελάτη. Κοίταξε τα βιβλία που ήταν απλωμένα, και δεν απέφυγε να κάνει κάποιες σκέψεις, απογοητευτικές κάπως για την κατάσταση στην αγορά του βιβλίου. Πολλά αδιάφορα, άλλα εμφανώς ευτελούς αξίας με ανόητους, αφελείς τίτλους και ακόμη χειρότερα εξώφυλλα. Περίμεναν προφανώς το κοινό τους, περιστασιακούς αναγνώστες του βιβλίου, σίγουρα όχι φίλους του, με μια διάθεση φτηνής διασκέδασης. Κάτι για πριν τον ύπνο ή, αν ήταν καλοκαίρι, κάτι για την παραλία. Αυτά ήταν τα πιο πολύχρωμα και τραβηχτικά, σίγουρα για την εμπορικότητά τους. Μάλιστα αναγνώρισε ανάμεσά τους και κάποια γνωστά ονόματα, κυρίως γυναικεία, που τελευταία πουλούσαν πολύ, κάτι σαν φρέσκο ψωμί να πούμε. Δίπλα σ’ αυτά ήταν μια σειρά από όχι τόσο φανταχτερά, με πιο δύσκολους τίτλους, λιγότερα αυτά, που περίμεναν το ειδικό κοινό τους, ολιγάριθμο, φανατικό της ανάγνωσης, με απαιτήσεις αλλά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Ευτυχώς ο φίλος του τα είχε ξεχωρίσει, έτσι για να φαίνεται ότι δεν είχαν καμιά σχέση με τα ετεροθαλή τους αδέλφια, όπως, φυσικά, δεν μπορούσαν να συγχρωτιστούν και οι αναγνώστες τους μεταξύ τους. Διάλεξε ένα και το φυλλομέτρησε. Του άρεσε ο τίτλος «Η αλήθεια των πραγμάτων». Ήταν όσο σαφής έπρεπε να είναι ένας τίτλος βιβλίου. Να μη σου "λέει" αλλά μόνο να σου "δείχνει". Δεν του άρεσαν οι κραχτοί τίτλοι που σου έλεγαν περίπου τι θα έπρεπε να περιμένεις διαβάζοντας. Γνωστό το όνομα του συγγραφέα. Στο αυτί του βιβλίου είδε τη φωτογραφία του, γνωστή κάπως φυσιογνωμία του φάνηκε. Ήταν μυθιστόρημα, δύσκολο είδος, αν θες να κάνεις τη διαφορά. Είχε διαβάσει και παλαιότερα κάτι δικό του, διηγήματα ήταν, και θυμάται ότι τα είχε θεωρήσει επιτυχημένα, κυρίως λόγω της επιλογής των θεμάτων.

«Καλό είναι, διάβασέ το», άκουσε πίσω του τη φωνή του φίλου του. «Πετυχημένο και στο θέμα αλλά και καλογραμμένο, αλλά τον ξέρεις και από τα άλλα του, δεν είναι; Άλλωστε σου δίνεται η ευκαιρία να τον γνωρίσεις και δια ζώσης. Είναι εδώ τώρα, και θα σου τον συστήσω αμέσως».

Τον έπιασε από το μπράτσο και κατευθύνθηκαν προς τη συμπαθητική εκείνη γωνιά, όπου πριν λίγο είχε δει να κάθεται κάποιος και να διαβάζει.

  Είχε δει και άλλες φορές από κοντά κάποιους συγγραφείς, σε παρουσιάσεις βιβλίων τους ή σε εκδηλώσεις του δήμου και άλλα τέτοια παρόμοια, αλλά δεν είχε τύχει ποτέ ως τώρα να συζητήσει με κάποιον από αυτούς. Ως  φυσιογνωμία ήταν αρκετά συμπαθής. Δεν ήταν σίγουρος ότι η διακοπή από την ενασχόλησή του θα του ήταν ιδιαίτερα ευχάριστη, πάντως ήταν ευγενής, αν και αρκετά ολιγόλογος και συγκρατημένος στις κουβέντες του. Του φάνηκε ενδιαφέρον, όπως είπε, ότι κάποιος του μιλάει, πριν ακόμη διαβάσει το βιβλίο του, συνήθως γίνεται το ανάποδο, αλλά θα ήθελε να ξαναμιλήσουν, αφού θα είχε εκτιμήσει το περιεχόμενό του.

 Επρόκειτο περισσότερο για νουβέλα -τουλάχιστον έτσι θα το χαρακτήριζε ο ίδιος- αρκετά πιο εκτενής από ένα διήγημα αλλά χωρίς την έκταση του μυθιστορήματος, το οποίο, εκτός φυσικά από αυτό το γνώρισμα, έδινε την αίσθηση του πιο σύνθετου δημιουργήματος σε πρόσωπα, καταστάσεις και πλοκή, ως επακόλουθο των άλλων χαρακτηριστικών του. Βυθίστηκε στην ανάγνωση· ήταν ενδιαφέρουσα ιστορία. Του άρεσε στα βιβλία που διάβαζε να του δημιουργείται η αίσθηση ότι βρίσκεται εκεί που διαδραματίζονται τα γεγονότα, ή έστω να μπορεί νοερά να τα παρακολουθεί, γι’ αυτό συχνά επανερχόταν σ’ αυτά που μόλις είχε διαβάσει προκειμένου να συλλάβει ακριβώς τη σκηνή, τα πρόσωπα και για μια ακόμη φορά τα λόγια. Οι άλλοι τον πείραζαν για αυτή του τη συνήθεια, η οποία, όπως είναι φυσικό, τον καθυστερούσε πολύ στην ανάγνωση ενός βιβλίου, αλλά αυτό ακριβώς του άρεσε, να εγκαταλείπει δύσκολα και αργά το κάθε ανάγνωσμα. Το συγκεκριμένο τον είχε μεταφέρει σε ένα σκηνικό ελάχιστα γνώριμο στον ίδιο, μάλλον λόγω ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης. Δεν είχε ως τώρα στο άμεσο περιβάλλον του συναντήσει περίπτωση ατόμου με σταδιακή απώλεια μνήμης και επαφής με τα πράγματα, κάτι συχνό σε ανθρώπους μεγάλης ηλικίας. Παρακολουθούσε τον κεντρικό ήρωα να συμβιώνει με τον υπερήλικα πατέρα του, ο οποίος είχε ένα δικό του τρόπο να αντιλαμβάνεται τη γύρω του πραγματικότητα δημιουργώντας έτσι διάφορα επεισόδια, άλλοτε ευτράπελα και άλλοτε δυσάρεστα, φέρνοντας σε αμηχανία τους άλλους, εμπλεκομένους στη σύγχυσή του ή όχι. Ξεχνούσε γεγονότα, καταστάσεις, εκτελούσε με δυσκολία τις απαιτήσεις της καθημερινότητας, κυρίως όμως μπέρδευε πρόσωπα, ονόματα και τις μεταξύ τους σχέσεις, δημιουργώντας ενδιαφέρουσες ανατροπές σ’ αυτό που όλοι είχαν συνηθίσει για κατεστημένη εικόνα. Η νοσοκόμα που ερχόταν κάθε βδομάδα για τις ενέσεις του γινόταν η από χρόνια μακαρίτισσα γυναίκα του, και έκανε μεγάλη χαρά που την έβλεπε, τη μάλωνε, όμως, γιατί δεν έμενε διαρκώς κοντά του. Ένας γείτονας που συχνά τον επισκεπτόταν έπαιρνε την ιδιότητα του αστυνομικού, με τον γέροντα να αναρωτιέται τι πάθαν οι μπάτσοι και μας θυμούνται τόσο συχνά.

 Άφησε το βιβλίο για λίγο. Κουρασμένος έκλεισε τα μάτια του και φαντάστηκε τις μάλλον ευτράπελες σκηνές που είχε δημιουργήσει ο συγγραφέας του. Χωρίς να έχει δικές του προσλαμβάνουσες από κάτι ανάλογο, ψυχανεμιζόταν ότι μια τέτοια κατάσταση, πέρα από την αστεία της πλευρά, που δεν πρέπει να ήταν και τόσο διασκεδαστική για τον γιο του ανθρώπου αυτού, στην πραγματικότητα θα συνιστούσε ένα διαρκές πρόβλημα, το οποίο θα βάραινε πολύ την ατμόσφαιρα στο σπίτι και θα καθιστούσε δύσκολες τις σχέσεις μεταξύ τους.
 Συχνά διαβάζοντας τους σύγχρονους λογοτέχνες είχε την αίσθηση ότι άφηναν το έργο τους ατελείωτο, δηλαδή σαν να επρόκειτο για μια πολύ καλή ιδέα, η οποία, όμως, δεν κατάφερνε τελικά να βρει τον δρόμο της και να οδηγήσει στην κ ά θ α ρ σ η, να νιώσει επιτέλους ο αναγνώστης ότι μπήκαν τα πράγματα στη θέση τους. Υποτίθεται ότι ο συγγραφέας με το βιβλίο του διασαλεύει, με τον τρόπο του, την τάξη του κόσμου – και μόνο να σκεφτεί κανείς ότι δημιουργεί μια εικόνα εκ του μη όντος, η οποία θα πρέπει να διαδραματίσει τον ρόλο της μέσα στον υφιστάμενο κόσμο, αρκεί για να ισχύσει η διασάλευση αυτή. Δεν γίνεται, λοιπόν, να μένουν τα πράγματα μετέωρα· θα πρέπει να ικανοποιείται ο αναγνώστης με τις λύσεις που θα δοθούν. Αν αυτές είναι ανεπαρκείς, τότε το όλο εγχείρημα ξεφουσκώνει. Απορούσε που διάφοροι κριτικοί βιβλίων δεν επισήμαιναν αυτή  τη συγκεκριμένη αδυναμία μερικών συγγραφέων. Στο συγκεκριμένο που διάβαζε τώρα είχε την αίσθηση, αδιόρατη πάντως και όχι εύκολα αποδεικτή, ότι, ως προς αυτό, θα τον απογοήτευε ο συγγραφέας του.
Κατά την άποψή του αυτή η αδυναμία ήταν σοβαρότερη από την έλλειψη σαφούς θεματικού πλαισίου, που επίσης συχνά απαντούσε σε, νέους κυρίως, δημιουργούς. Δεν είναι δυνατόν να ξεκινάς να γράψεις και να μην έχεις στο μυαλό σου την ιστορία που θα αφηγηθείς, έστω στο γενικό της πλαίσιο. Επιτέλους, οι αφηγηματικοί τρόποι της πεζογραφίας δεν υπακούν στη αυτόματη γραφή, ούτε πάλι ένας χείμαρρος από ασυνάρτητες εικόνες συνιστά πλοκή.
Γύρισε στην ανάγνωση. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι του ήρωα βάραινε περισσότερο, καθώς τα προβλήματα επικοινωνίας του πατέρα του με το περιβάλλον συνιστούσαν πια μια καθημερινή κατάσταση δύσκολα υποφερτή. Τελευταία είχε αποκτήσει μια εμμονή. Κάθε φορά που έβλεπε τον γιο του να μιλάει στο τηλέφωνο, σηκωνόταν και φώναζε 
συνεννοείσαι για να με κλείσεις στο γηροκομείο; 
Είναι περίεργο πώς λειτουργεί η συνείδηση, ακόμη και η διαταραγμένη, και πιάνει καταστάσεις που υποφώσκουν. Δεν μπορείς ποτέ να πεις με σιγουριά, αν ο άνθρωπος που διαπιστωμένα πάσχει από κάποιο πρόβλημα μνήμης και αντίληψης είναι σε θέση να διαισθάνεται τι γίνεται γύρω του ή όχι. Θυμήθηκε μια φορά που είχε επισκεφθεί έναν φίλο του και συνάντησε στο σπίτι τη μητέρα του. Δεν μιλούσε καθόλου, φαινόταν να μην έχει επίγνωση της ξένης παρουσίας στον χώρο της, όμως δεν θα ξεχάσει ποτέ το βλέμμα της, όταν σηκώθηκε να φύγει και, τυπικά σχεδόν, τη χαιρέτησε. Ένα έντονο, βαθύ βλέμμα, όλο πόνο και απελπισία! Τι να σκεφτεί κανείς;

 Όσο προχωρούσε, τόσο είχε την αίσθηση ότι κορυφωνόταν ένα δράμα. Αυτό του γέροντα, που φαινόταν πια να μπερδεύει τους πάντες και τα πάντα αλλά και αυτό του ήρωα, που συμπορευόταν απορροφώντας όλη την ένταση, αναπόφευκτη μέσα σε τέτοιες καταστάσεις, και νιώθοντας όλο και περισσότερο τη βαθιά θλίψη που γεννά η γνώση της απώλειας, εν ζωή, των κοντινών σου ανθρώπων. Όσοι γνώριζαν από παρόμοια περιστατικά, τον είχαν προειδοποιήσει να προσέχει, γιατί οι άνθρωποι αυτοί συχνά επιχειρούσαν έξοδο στον έξω κόσμο, κάτι εξαιρετικά επικίνδυνο με την απώλεια ταυτότητας που βίωναν. Δεν άργησε να συμβεί κι αυτό στη δική του περίπτωση. Ο πατέρας του ούτε λίγο ούτε πολύ, καταφέρνοντας να ξεφύγει σε κάποια στιγμή απροσεξίας των γύρω του, βγήκε από το σπίτι και, αφού περιπλανήθηκε στους δρόμους, ευτυχώς όχι και πολύ μακριά από τη γειτονιά του, κατέληξε έξω από το αστυνομικό τμήμα. Στους αστυνομικούς που τον περιμάζεψαν δήλωσε ότι έφυγε από το σπίτι για να καταγγείλει μια συνωμοσία που έπεσε στην αντίληψή του. Δράστες τρεις άνδρες, ο ένας έλεγε πως ήταν γιος του -αυτός δεν θυμόταν να είχε ποτέ του παιδί- και δυο ακόμη, άγνωστοί του, που είχαν κάνει το σπίτι του γιάφκα.

 Να, λοιπόν, που εξελισσόταν η ιστορία. Παρακολούθησε με ενδιαφέρον την προσπάθεια των αστυνομικών να βγάλουν άκρη με την ιστορία που τους είχε προκύψει από το πουθενά, καθώς και την, ατελέσφορη βέβαια απόπειρα ταυτοποίησης του μάρτυρα, αφού δεν ήταν δυνατόν να θυμηθεί ούτε όνομα ούτε τίποτα. Η άκρη βρέθηκε, όταν ο γιος ήρθε στο τμήμα για να δηλώσει την εξαφάνιση του πατέρα του και έκπληκτος τον είδε να πίνει τον καφέ του με τον αξιωματικό υπηρεσίας και να πετιέται πάνω, μόλις τον είδε, φωνάζοντας: 
να ο ένας!

 Όλη την άλλη μέρα δούλεψε πολύ, ασχολήθηκε με χίλια πράγματα, και μόλις κατά το βράδυ μπόρεσε να πιάσει πάλι το βιβλίο στα χέρια του για να συνεχίσει. Κρίνοντας από την ανυπομονησία του για τη συνέχεια σκέφτηκε ότι μάλλον το έβρισκε ενδιαφέρον, και αυτό ήταν καλό. Η εξέλιξη της υπόθεσης ήταν πράγματι απρόσμενη. Κατάλαβε διαβάζοντας τα επόμενα κεφάλαια ότι υπήρξε μια δόση αλήθειας σ’ αυτά που παρουσίασε στην αστυνομία ο πατέρας του ήρωα. Δηλαδή ο γιος ήταν όντως μπλεγμένος σε βρωμοδουλειές, όχι βέβαια του μεγέθους που νόμιζε ο πατέρας του, οι οποίες πάντως θα ενδιέφεραν την αστυνομία, αν φυσικά έμπαινε στον κόπο να ερευνήσει. Όμως, ποιος αλήθεια δίνει βάση στα λεγόμενα ενός γέροντα με εμφανείς τις ενδείξεις της νόσου; Η αποκάλυψη αυτή έκανε τον αναγνώστη να αναρωτηθεί σχετικά με την άποψη που έχουμε για τον τρόπο που αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα οι άνθρωποι με το μπερδεμένο μυαλό. Ποια είναι η αλήθεια στην ουσία; Αυτή που μας υπαγορεύει η λογική μας ακολουθώντας τις προφανείς ενδείξεις και πατώντας στα χειροπιαστά πράγματα; Αυτή που πηγάζει από σκοτεινά περάσματα του νου και σημαίνει απλώς, δεν φωνάζει την αλήθεια της, για όποιον βέβαια μπορεί να εννοήσει; Το διασαλευμένο μυαλό έχει ήδη απορρίψει την αληθοφάνεια και ψάχνει πιο βαθιά, εκεί που ανενόχλητο από λογικές και ορθές πορείες μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία για όσα το βασανίζουν ή απλώς το περιτριγυρίζουν. Εμείς, όμως, οι νεότεροι και ορθολογιστές αγνοούμε την άλλη όψη των πραγμάτων και θεωρούμε ότι είναι νοσηρό και απορριπτέο ό, τι κινείται εκτός των ορίων που θέτουμε.
 Του άρεσε το γεγονός ότι διάβαζε ένα βιβλίο που τον έκανε να σκεφτεί πιο πέρα από την πλοκή και τη διασκέδαση ή την ψυχαγωγία που αυτή του έδινε. Έτσι κι αλλιώς ήταν αντίθετος με τη λογική κάποιων που θεωρούσαν τα βιβλία μια φυγή από τις σκοτούρες και την καθημερινότητα, σίγουρα αντίθετος με την ανάγνωση βιβλίων που για κάποιους πήγαινε πακέτο με τις θερινές διακοπές, το μπάνιο, την παραλία, λες και το βιβλίο είναι ένα είδος αξεσουάρ που απαραιτήτως κάποιος πρέπει να φροντίσει να έχει μαζί του φεύγοντας το καλοκαίρι. Αυτές οι αντιλήψεις οδήγησαν εν μέρει και στην τωρινή κατάντια στην αγορά του βιβλίου. Πολύ μακριά από τον ίδιο μια τέτοια λογική. Το βιβλίο γι’ αυτόν ήταν η απόλαυση, ήταν η διαρκής ενασχόληση, άσχετα με οτιδήποτε άλλο μπορεί να τον απορροφούσε, ήταν κάτι πέρα και πάνω από τις ανοησίες που άκουγε συχνά για την αντιμετώπισή του.

 Εκεί που τα χάλασε με το συγκεκριμένο βιβλίο, όπως προκατειλημμένα ίσως φοβόταν από την αρχή, ήταν στον τρόπο που ο συγγραφέας διάλεξε να το τελειώσει. Ο πατέρας σιγά σιγά χειροτερεύει, χάνει περισσότερο την επαφή με τον κόσμο, και τελικά εγκαταλείπει την προσπάθεια για ζωή και πεθαίνει. Έτσι μένει μόνος ο γιος να βιώνει την απώλεια όχι πια εν ζωή αλλά εν θανάτω, από την άλλη, όμως, με ανοιχτό δρόμο για τις όποιες δραστηριότητές του χωρίς τις υπενθυμίσεις για ανομία, που επαναλάμβανε ο πατέρας του επιπλήττοντάς τον. Του φαινόταν σαν κάτι να έλειπε, σαν κάπως αλλιώς να έπρεπε να  "αποχωρήσει" ο πατέρας.


Ο συγγραφέας έμοιαζε να ακούει με προσοχή. Δεν του είχε ποτέ ως τώρα κανείς, αναγνώστης του ή κριτικός του έργου του,  επισημάνει τέτοιου είδους αδυναμία. Το τέλος ενός έργου δίνεται από την πλοκή, δηλαδή είναι η φυσική της κατάληξη. Η αποχώρηση μέσω θανάτου είναι μια λογική κατάληξη με δεδομένη την ασθένεια του πατέρα. Από την άλλη του φαινόταν περίεργο που ο αναγνώστης του μιλούσε για τον ήρωα του έργου και εννοούσε τον γιο. Μα, αυτός τον πατέρα είχε στον νου του, όταν το έγραφε! Τι είδους παρανόηση ήταν αυτή; Και ο τίτλος σηματοδοτούσε την αλήθεια, πραγματική και όχι επίπλαστη, του πατέρα και όχι του γιου! Και ποιο θα μπορούσε να θεωρηθεί καλύτερο τέλος αυτής της ιστορίας;

Γύρισε στο σπίτι σκεφτικός. Έκανε καλά που μίλησε στον συγγραφέα για την επιφύλαξή του ως προς το τέλος; Φάνηκε να ξαφνιάζεται, να απορεί, να προβληματίζεται ίσως για πολύ λίγο, και πάλι να υπερασπίζεται τη λύση που αυτός έδωσε απέναντι σ’ αυτήν που του πρότεινε ο αναγνώστης του. Ο ίδιος, εντούτοις, πίστευε πως ο πατέρας δεν έπρεπε να πεθάνει. Ζωντανός ήταν πιο σωστή παρουσία μέχρι το τέλος του έργου, γιατί θα υπογράμμιζε καλύτερα την άλλη λογική, την άλλη άποψη, που θα ήταν συνεχώς εκεί, ευάλωτη στην αμφισβήτηση του γιου αλλά και του κάθε νοήμονος, αλλά από την άλλη σταθερά εκεί μπροστά στα μάτια μας. Ακόμη κι αν θα χρειαζόταν να κινεί μόνο τα μάτια του για να παρακολουθεί τους άλλους, ακόμη κι αν δεν θα είχε την ικανότητα να δηλώνει με λόγια τη δική του νοσούσα αντίληψη μπροστά στην υγιή των άλλων. Έτσι, πίστευε, θα γινόταν πιο έντονη η αντίθεση αλλά και το δίλημμα τι από τα δύο τελικά είναι το σωστό και ποια η πραγματική αλήθεια. Αυτή που νομίζουμε ή αυτή που πράγματι είναι, αυτό που εύκολα δεχόμαστε ή αυτό που επίσης εύκολα απορρίπτουμε; Η αποχώρηση του πατέρα έτσι θα γινόταν εν ζωή, μια που ο γιος θα αγνοούσε πια ουσιαστικά την παρουσία του.  Όσο για τον ήρωα, αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον γιο, αφού η δική του λογική είναι που μας καθοδηγεί σε όλο το έργο αλλά και αυτή που τελικά θα επικρατήσει, όπως κι αν αυτό τελειώσει. Αποφάσισε να μην τον απασχολήσει άλλο το θέμα. Άλλωστε, όπως κατάλαβε, είναι διαφορετικοί κόσμοι, ο κόσμος του συγγραφέα και αυτός του αναγνώστη. Ο συγγραφέας κινείται μέσα στη δική του έμπνευση, και, ως εκ τούτου, αδιαφορεί για τον αποδέκτη του έργου του ως, κατά κάποιο τρόπο, συνδημιουργό του. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτόν έχει στον νου του, όταν γράφει. Αφού το έργο του δεν είναι για όλους αλλά πάντοτε για κάποιους, τους οποίους φυσικά μέσα του βαθιά γνωρίζει ως ομάδα με διακριτά για τον ίδιο χαρακτηριστικά, τα οποία και ο ίδιος ανακαλύπτει στον εαυτό του. Γράφει ξέροντας ότι σε κάποιους το έργο του θα είναι αδιάφορο, σε άλλους μετρίως ενδιαφέρον, σε άλλους οικείο.
 Αναστέναξε. Είπαμε, δυο κόσμοι που θα μπορούσαν να συναντηθούν ή μάλλον θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η συνάντησή τους ή έστω η γειτνίασή τους, και που, όπως φαίνεται, δεν θα γεφυρώσουν το χάσμα που έχουν δημιουργήσει στο μυαλό τους. Ας είναι κι έτσι. Αυτός, όπως και να είναι, θα απολαμβάνει τα βιβλία που φτιάχτηκαν γι αυτόν και θα απορρίπτει αυτά που δεν τον αφορούν. Άνοιξε το καινούργιο του βιβλίο και βυθίστηκε στην προσφιλή του ανάγνωση.

Αυτό πράγματι θα ήταν καινοτόμο! Πολλές φορές οι συγγραφείς κάνουν διορθώσεις ή προσθέσεις στα έργα τους, όταν προχωρούν σε επανέκδοση. Στην αρχή δεν κατάλαβε τι του έλεγε. Τι εννοούσε θα ξανακοιτάξει την τελική έκβαση της ιστορίας του; Αυτό δεν είχε ξανασυμβεί. Το βιβλίο είχε πάρει ήδη πολύ καλές κριτικές, ακόμη και από τους δύσκολους στα καλά λόγια, όλα πήγαιναν κατ΄ευχήν, προχωρούσαν στη δεύτερη έκδοση, και όμως το βιβλίο θα είχε τη διευκρίνιση ότι ο συγγραφέας προτείνει μια άλλη εκδοχή της πλοκής στο τελευταίο κεφάλαιο! Είναι περίεργοι αυτοί οι συγγραφείς! Ο εκδότης αναστέναξε και προχώρησε να δώσει τις οδηγίες:
«Δεν πάμε ακόμη στη δεύτερη έκδοση. Περιμένουμε τα χειρόγραφα για το τελευταίο κεφάλαιο».

Διώνη Δημητριάδου
(από τη συλλογή διηγημάτων "Το ατελιέ", εκδόσεις Νοών, 2011)

(πίνακας του Henri Matisse, "Γυναίκα που διαβάζει", 1894)