Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

Μέρος Τρίτο




               Το κατά Διάβολον Ευαγγέλιο


1


«Αννίδη, ξύπνα!».
Άνοιξα τα μάτια μου και είδα έναν άγνωστο να κάθεται πάνω από το κεφάλι μου και να με κοιτάει.
«Πού βρίσκομαι;», ρώτησα, ενώ ένιωθα το μυαλό μου μουδιασμένο σαν να είχα ξυπνήσει από βαθύ ύπνο.
«Σε καλά χέρια».
Έκανα να σηκωθώ, με τους αγκώνες μου να γδέρνονται στο απογυμνωμένο έδαφος. Έψαξα με τα μάτια τριγύρω να βρω τον Αλκίνοο, αλλά το μόνο που αντίκρισα ήταν μια απέραντη άνυδρη έκταση.
«Τι εννοείς; Ποιος είσαι εσύ;», ρώτησα τον άγνωστο.
«Πρέπει να σου απαντήσω σε αυτό; Αν σιχαίνομαι ένα πράγμα μετά από τόσα χρόνια, είναι να γίνομαι γραφικός».
Σηκώθηκα όρθιος όπως-όπως και τίναξα τα χώματα από πάνω μου.
«Τι πάει να πει γραφικός; Φυσικά και πρέπει να μου απαντήσεις. Τι δουλειά έχω εδώ πέρα; Πού διάολο είμαστε;»
«Κάτι αρχίζεις και καταλαβαίνεις. Καταρχάς δεν χρειάζονται τα νεύρα. Αντιθέτως ένα “ευχαριστώ” θα ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου».
«Γιατί να σου πω “ευχαριστώ”; Σε ξέρω από κάπου; Ποιος είσαι, ρε;»
«Ένα-ένα βρε Αννίδη. Ηρέμησε. Πρώτα απ’ όλα θα με ευχαριστήσεις γιατί σε έσωσα από την πτώση. Ούτε οι Θεοί δεν ξέρουν τι θα γινόταν, εάν δεν ήμουν εγώ εκεί να σε πιάσω. Όσον αφορά το ποιος είμαι, ας πούμε ένας φίλος. Ναι! Αυτό μου αρέσει!» και κάγχασε δυνατά.
«Ποιος φίλος; Πρώτη φορά σε βλέπω στην ζωή μου. Θα αφήσεις τα αστεία να μου πεις τι συνέβη; Και πού στον διάολο είμαστε σε ρώτησα. Εσύ με έφερες εδώ;»
Ένιωθα σαν να ήμουν σε κάποιο όνειρο. Κοιτούσα τριγύρω με μια ζάλη και το κεφάλι μου ήταν βαρύ.
«Δεν είσαι σε όνειρο, ανίδεε Αννίδη. Είναι μια πραγματικότητα. Η ζάλη σου οφείλεται στο ταξίδι. Ίσως να το παράκανα κι εγώ λίγο, δε λέω. Δώσ’ του όμως λίγο χρόνο. Επιπλέον, να σε πληροφορήσω πως η πτώση σου από το μπαλκόνι δεν έφερε τα αποτελέσματα που προσδοκούσες».
«Φιλαράκο θα σταματήσεις τις ανοησίες να μου πεις ποιος είσαι επιτέλους;»
«Ποιος είμαι και ποιος είμαι! Λύσσαξες! Αμάν πια!».
«Λοιπόν, άκουσε να δεις, επειδή δεν έχω όρεξη, φεύγω και άντε και στον διάολο! Μαλάκα!».
Γύρισα από την άλλη και έκανα ένα βήμα, αλλά σωριάστηκα στο έδαφος. Ο άγνωστος ήρθε, με έπιασε και αφού μου πέρασε το δεξί μου χέρι στους ώμους του, με σήκωσε και ξεκινήσαμε να περπατάμε.
«Αννίδη φίλε μου, ίσως και να με χρειάζεσαι περισσότερο από όσο νομίζεις. Σχετικά με το ποιος είμαι όμως, αρκεί να σου πω μόνο πως είμαι το πιο παρεξηγημένο πλάσμα στα χρονικά. Δικά σου λόγια».
«Δεν καταλαβαίνω. Μπορείς να αφήσεις τους γρίφους; Ποιος είσαι! Λέγε!».
Όταν είπα όμως αυτά τα λόγια, τότε αμέσως κατάλαβα! Κοκκάλωσα! Ο άγνωστος σταμάτησε και αυτός. Γύρισα και τον κοίταξα με ορθάνοικτα μάτια.
«Ξεστόμισε το όνομά μου! Άρθρωσέ το!», μου είπε, ανταποδίδοντας ένα σκοτεινό βλέμμα.
«Είσαι ο... ».
«Άρθρωσέ το, που να σε πάρει, επιτέλους!».
«Είσαι ο... ».
«Πες το, καταραμένε!».
«Ο Διάβολος!!!».
«You ‘re goddamn right!».
Και το σαρδόνιο γέλιο του αντήχησε σε όλη την έκταση εκκωφαντικό, παγώνοντας το αίμα μου.


2


«Δεν γίνεται! Δεν σε πιστεύω! Αποκλείεται! Αποκλείεται! Δεν είναι δυνατόν να είσαι ο Διάβολος!».
«Και γιατί δεν είναι δυνατόν παρακαλώ; Τι μου λείπει;»
«Εεε... Δεν ξέρω... Τα κέρατα ίσως; Τα τραγοπόδαρα; Η ουρά; Κάτι, ρε παιδί μου. Έστω ένα “666” στο μέτωπο, δεν ξέρω».
«Αχ βρε Αννίδη, θύμα του μάρκετινγκ κι εσύ; Θα περίμενα κάτι περισσότερο από τον εκλεκτό μου».
Στεκόμασταν στη μέση του πουθενά, ο ένας αντικριστά στον άλλον. Δεν υπήρχε τίποτα που μπορούσα να δω. Μια απέραντη, επίπεδη έκταση, αδειανή πλήρως ως εκεί που έφτανε το μάτι.
«Τι εννοείς εκλεκτός σου; Πού είναι ο Αλκίνοος; Πού είμαστε; Και... ».
«Σταμάτα! Όλα με την σειρά. Θα σου λύσω τις απορίες σου μια-μια. Είσαι ο εκλεκτός μου γιατί, ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους, μονάχα εσύ πιστεύεις πως δεν είμαι αυτό το κακό και μοχθηρό πλάσμα που διψάει για εξουσία. Ακόμα και οι σατανιστές, που με λατρεύουν και κάνουν ένα κάρο ανοησίες στο όνομά μου, ακόμα και αυτοί, με ταυτίζουν με το απόλυτο κακό, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους την υστερόβουλη διάθεση να μου ζητήσουν ως αντάλλαγμα δόξα, νιότη και χρήματα. Λες και μπορώ να τους τα δώσω. Ανήκουστο! Για ποιον με έχουν περάσει;»
«Καλά, και ο Φάουστ;», τον ρώτησα, παρασυρμένος από όσα έλεγε.
«Άσε με, με τον ξερόλα τον Γκαίτε. Μην μου ξαναμιλήσεις για δαύτον. Ούτε για τον Δάντη. Απορώ πού πάτε και τα βρίσκετε, πραγματικά όμως! Φαντασιόπληκτοι. Ε! Φαντασιόπληκτοι. Άιντε γράφουμε και όποιον πάρει ο χάρος; Έχουν καταστρέψει την υπόληψή μου. Ύστερα, γυρνάτε και με αποκαλείτε Διάβολο κι είναι –γαμώτο- άβολο», είπε με παράπονο.
«Έλα, ηρέμησε. Δεν ήθελα να σε προσβάλω», του είπα, χτυπώντας τον στην πλάτη, «ξέχνα τα τώρα αυτά και απάντησε στις ερωτήσεις μου, σε παρακαλώ».
«Τέλος πάντων. Όσο για το πού είμαστε, είναι ένα μέρος που εγώ αποκαλώ σπίτι».
«Με έχεις παρασύρει στο λογύδριο σου με όσα λες τόση ώρα. Τι θα γίνει; Για να σε πιστέψω, απόδειξέ μου τώρα ότι είσαι ο Διάβολος!».
«Ελπίζω αυτό να σου αρκέσει».
«Ποιο...;»
Και ξαφνικά, μπροστά στα έντρομα μάτια μου, ξεφύτρωσαν από τους κροτάφους του δύο μεγάλα, κόκκινα κέρατα, δυο μεγαλειώδεις, μαύρες φτερούγες ξεδιπλώθηκαν σαν κουρελιασμένα σάβανα από την πλάτη του και μια φιδωτή ουρά ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα σκέλια του, που πλέον είχαν πάρει τραγόμορφο σχήμα. Το σαρδόνιο γέλιο αντήχησε και πάλι από τους ουρανούς, που είχαν συμπυκνωθεί σε σκοτεινά, κατάμαυρα σύννεφα.
«Ιδού ο νεφεληγερέτης σου, Άννιδη μου. Α! Ξέχασα το “666”. Με συγχωρείς. Ορίστε!».
Στο μέτωπο του, λες και αποτυπωνόταν εκείνη την στιγμή με πυρωμένο σίδερο, σχηματίστηκε ο σατανικός αριθμός.
«Εντάξει! Φθάνει! Με έπεισες. Μόνο σε παρακαλώ σταμάτα αυτό το γέλιο. Φρικάρω!».
«Αυτή η τετριμμένη εμφάνιση, να ξέρεις, δεν είναι η κανονική μου όψη. Σαν Διάβολος που είμαι, μπορώ να πάρω όποια μορφή επιθυμώ. Αλλά να! Αυτά κάνουν τα στερεότυπα και τα κλισέ που τόσο σας διασκεδάζουν».
«Και τι δουλειά έχουμε εδώ πέρα Διάβολε; Και πού είναι ο Αλκίνοος;»
«Μην ανησυχείς για τον φιλαράκο σου καθόλου. Μια χαρά είναι. Θα έρθει και η ώρα του. Προς το παρόν είσαι μαζί μου εδώ, γιατί θέλω να σου προσφέρω κάτι -ό, τι θέλεις- σε αντάλλαγμα όσων πιστεύεις για μένα, αλλά και για το ότι οι πεποιθήσεις σου μου έδωσαν σάρκα και οστά».
«Πραγματικά, σε έχω χάσει. Δεν καταλαβαίνω πού το πας. Τι θέλεις από μένα; Θα μου πεις;»
«Κοίτα να δεις που, όπως και να το πω αυτό, πάντα θα ακούγεται κλισέ. Έχω πέσει θύμα της ίδιας μου της φήμης».
«Θα μου πεις τι θέλεις από μένα τέλος πάντων;»
«Να κάνεις... ».
«Τι να κάνω;»
«Συμφωνία με τον διάβολο!».
Και το σατανικό γέλιο αντήχησε για ακόμη μια φορά.


3


«Κόφ’ το αυτό το γέλιο, σου είπα. Φρικάρω. Τι δεν καταλαβαίνεις πια; Κόφ’ το!».
            «Άσε το γέλιο μου κατά μέρος και δώσε βάση σε αυτά που έχω να σου πω. Μπορώ να σου προσφέρω ορισμένα πράγματα κι ας μην είμαι ο Παντοδύναμος».
            «Και τι θα μπορούσες να μου προσφέρεις εσύ εμένα δηλαδή;»
«Τι θα έλεγες για ένα καλύτερο μέλλον για σένα;»
«Πολύ αμφιβάλλω αν θα μπορούσες να καταφέρεις κάτι τέτοιο».
«Δοκίμασέ με. Τι είναι αυτό που θέλεις, Αννίδη; Περισσότερο από κάθε τι άλλο».
«Θέλω να γυρίσουν όλα όπως ήταν πριν. Πριν να αρχίσει όλος αυτός ο παραλογισμός και πριν αλλάξει όλος ο κόσμος προς αυτή την αλλόκοτη κατεύθυνση. Θέλω να είναι όλα φυσιολογικά και πάλι».
«Και να γυρίσεις κι εσύ πίσω στη μέτρια ζωούλα σου; Να ζεις ξανά μέσα στην αδιάφορη καθημερινότητα, όπου κανείς δεν ξέρει το όνομά σου; Αυτό μου λες ότι θέλεις πιο πολύ; Και πού ήσουν πολύ καλός στο κάτω-κάτω, ρε Ιάσονα; Γιατί να θες να επιστρέψεις εκεί; Εγώ σου προτείνω ένα μέλλον και όχι μια επιστροφή στο παρελθόν. Δεν μπορείς να περπατάς μπροστά κοιτώντας πίσω. Εσύ αποφασίζεις όμως».
«Μην προσπαθείς να με χειραγωγήσεις για να αλλάξω γνώμη, Διάβολε. Κατάλαβα καλά τι κάνεις».
«Εγώ, Ιάσονα, σου λέω τα πράγματα ως έχουν. Δεν σου ωραιοποιώ την αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι ήσουν πάντα σε όλα μια μετριότητα. Δεν μπορείς να το αρνηθείς αυτό. Οπότε σε ξαναρωτώ: Αυτό είναι που θέλεις πιο πολύ; Να επιστρέψεις στην ανούσια ζωή σου;»
«Η ζωή μου δεν ήταν καθόλου ανούσια».
«Νομίζεις πως δεν ήταν, επειδή δεν είχες και δεν έχεις την δυνατότητα να σκεφτείς κάτι παραπάνω. Σαν ένα χαρούμενο γουρούνι, που κυλιέται στις λάσπες και νομίζει πως αυτό είναι ευτυχία. Εγώ σου προσφέρω όμως κάτι νέο. Μια νέα δυνατότητα, που δεν είσαι σε θέση τώρα να εκτιμήσεις, παρά μόνο εάν ξυπνήσεις από τον πνευματικό λήθαργο. Σου προσφέρω την ευκαιρία να διευρύνεις τους ορίζοντές σου. Να βγεις από την άγνοιά σου και να μεγαλώσεις».
Έμεινα σιωπηλός, μη μπορώντας να βρω κάποιο επιχείρημα να του αντιπαραθέσω. Πράγματι, πέρα από όνειρα που κάνουν όλοι, δεν έβλεπα στον ορίζοντα κάποια ιδιαίτερη κλίση σε μένα, ούτε κάποιο μέλλον ξεχωριστό. Είχε βρει το αδύναμό μου σημείο. Εκείνος συνέχισε, βλέποντάς με σκεπτικό.
«Μπορώ να σου δώσω τη δυνατότητα να γίνεις κάτι πολύ πιο σπουδαίο, μέσα από τη δύναμη που θα σου προσφέρω. Κι αυτή είναι η δύναμη της γνώσης. Η μεγαλύτερη απ’ όλες τις δυνάμεις».
«Τι εννοείς γνώση; Γνώση πάνω σε ποιο θέμα;»
«Την πιο σημαντική γνώση. Αυτήν του ανθρώπου. Του εαυτού σου και των ορίων του. Και μέσα από αυτήν την γνώση να ξεπεράσεις τα όρια, να σπάσεις τα δεσμά και να γίνεις ό, τι επιθυμείς. Να σπάσεις τις αλυσίδες που σε κρατούν δέσμιο και τα εμπόδια, και να γίνεις ο πρώτος Άνθρωπος. Εσύ θα το αποφασίσεις, μόλις γευτείς την ανεξάντλητη ευλογία της γνώσης. Τα νιάτα, η δόξα και τα χρήματα δεν είναι τίποτα μπροστά σε αυτό που σου προσφέρω. Την απόλυτη θέαση της αλήθειας, χωρίς διόπτρες και παρωπίδες. Καθαρή σαν κρύσταλλο».
Έμεινα σκεπτικός για λίγο, αναλογιζόμενος τις εναλλακτικές που θα μπορούσα να εφαρμόσω μια τέτοια δύναμη. Οι επιλογές ήταν άπειρες. Από απόλυτη μαθηματική διάνοια μέχρι γνώστης των μεγαλύτερων αληθειών που απασχόλησαν ποτέ το ανθρώπινο γένος. Ο Ένας φιλόσοφος, ο Ένας επιστήμονας, ο απόλυτος νους. Πραγματικά, ο Διάβολος είχε δίκιο. Μια τέτοια γνώση ήταν η απόλυτη δύναμη, ανώτερη από κάθε τι άλλο που θα μπορούσε να έχει κανείς.
«Και τι θέλεις ως αντάλλαγμα; Μήπως κρύβεται κάποια παγίδα πίσω απ’ όλα αυτά; Όπως είπες κι εσύ σωστά, είσαι θύμα της φήμης σου. Και ποιος είμαι εγώ που θα την αμφισβητήσω. Λέγε λοιπόν, τι ζητάς για ανταμοιβή».
«Μην μου φέρεσαι όπως όλοι οι άλλοι, Ιασονάκο. Δεν θα σου ζητήσω τίποτα που δεν θα μπορείς να δώσεις. Και μεταξύ μας, τι έχεις να χάσεις εσύ απ’ αυτή τη συμφωνία; Απολύτως τίποτε».
Λέγοντας αυτά τα τελευταία λόγια, μου έτεινε το χέρι του.
«Σύμφωνοι;»
Αντέτεινα το δικό μου με κάποια επιφύλαξη, μα καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, η γροθιά μου έσφιξε και η χειραψία μου εν τέλει έγινε σταθερή και σίγουρη. Πράγματι, δεν είχα τίποτα να χάσω.
«Σύμφωνοι», του απάντησα.

4

  «Ας ξεκινήσουμε λοιπόν, Αννίδη μου. Οφείλω να σου πω εξαρχής, πως ο  τρόπος που θα σου προσφέρω τη γνώση, διαφέρει από τους συμβατικούς. Δεν πρόκειται να σε προτρέψω να διαβάσεις κάποιο μεγάλο βιβλίο, ούτε θα σου πω προφορικά τα μυστικά της ανθρωπότητας. Αντίθετα, η δική μου μέθοδος είναι λίγο πιο διαδραστική και θα έλεγα ιδιαίτερα αντισυμβατική».
«Τι μέθοδος είναι αυτή που προτείνεις εσύ δηλαδή, ρε Διάβολε;»
«Θα είναι βιωματική. Θα σε πάω σε ορισμένα μέρη να βιώσεις την αλήθεια από πρώτο χέρι, κι έτσι να κερδίσεις μόνος σου το απόσταγμα της γνώσης, μέσα από την εμπειρία όσων θα δεις, θα ακούσεις και θα γευτείς ο ίδιος με τις αισθήσεις σου».
«Και πώς θα το κατορθώσεις αυτό, από δω που είμαστε; Που ούτε καν ξέρω πού είμαστε αλήθεια».
«Εμπιστεύσου με, όσο γι αυτό, έχω τον τρόπο μου. Απλά το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να μου πεις πότε είσαι έτοιμος».
«Έτοιμος; Έτοιμος για τι;»
«Για το ταξίδι μας στη γνώση».
«Ξέρω και γω; Θα πονέσω;», τον ρώτησα λίγο ανήσυχος.
«Ένα τσιμπηματάκι μόνο θα νιώσεις στην αρχή. Μα τι είναι αυτά που με ρωτάς, ρε Ιασονάκο; Δεν σε πάω για εμβόλιο στο ΙΚΑ. Εδώ πάω να σου προσφέρω την απόλυτη εμπειρία της γνώσης κι εσύ με ρωτάς κάτι τέτοιο; Είσαι τελικά τόσο δειλός;»
«Όχι! Δεν είμαι. Κάνε ό, τι είναι να κάνεις, είμαι έτοιμος».
«Κλείσε τα μάτια σου. Ιδού λοιπόν, Ιάσονα. Φθάσαμε».
«Να τα ανοίξω;»
«Ναι, μανούλα μου. Φθάσαμε σου λέω».
Μέσα σε ένα σκαρδαμυγμό είχαμε κιόλας αλλάξει παραστάσεις. Άνοιξα τα μάτια μου και είδα πως βρισκόμασταν στην κορυφή ενός ψηλού, άγονου λόφου.
«Πού είμαστε;», τον ρώτησα.
«Για ρίξε μια προσεκτική ματιά γύρω. Δεν είναι δύσκολο συμπέρασμα. Αν και το πού είμαστε από μόνο του δεν έχει και τόση σημασία».
«Και τι άλλο έχει σημασία τότε;»
«Το πότε!».
Σήκωσα το βλέμμα και παρατήρησα τριγύρω τρεις μεγάλους σταυρούς. Αμέσως κατάλαβα.
«Μην μου πεις», του είπα, «ότι είμαστε εκεί που φαντάζομαι πως είμαστε».
«Εξαρτάται Αννίδη μου. Αν σκέφτεσαι πως είμαστε στο ίδιο μέρος όπου έχει γραφτεί πως σταυρώθηκε ο Ιησούς, τότε ναι! Εκεί είμαστε. Πώς σου φαίνεται;»
«Μου φαίνεται ακριβώς όπως το έχω διαβάσει».
«Ακριβώς! Μόνο που όσα έχεις διαβάσει, θα σε στενοχωρήσω, αλλά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα».
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ πως το πρώτο μου μάθημα σε σένα, είναι πως πρέπει να ξεχάσεις όσα ήξερες μέχρι τώρα. Οι τρεις αυτοί σταυροί, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ό, τι φαίνονται. Τρεις απλοί σταυροί».
«Δεν σε καταλαβαίνω, ρε Διάολε. Τι θες να πεις;»
«Θέλω να πω, πως ο Ιησούς ποτέ δεν σταυρώθηκε, αγαπητέ μου».
«Μα τι μου λες τώρα; Τι πάει να πει δεν σταυρώθηκε; Ο Ιησούς είναι αποδεδειγμένα υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο».
«Το ένα δεν μαρτυρεί το άλλο, Ιασονάκο. Το γεγονός πως υπήρξε, δεν αποδεικνύει πως σταυρώθηκε κιόλας. Όπως και πολλά από όσα έχουν γραφτεί από τους ανθρώπους».
«Μα είναι τόσα πράγματα που βασίζονται πάνω στην σταύρωση. Είναι όλη του η φιλοσοφία ζωής. Το σύμβολο της πίστης του. Και το κυριότερο, είναι η Ανάσταση».
«Δεν λέω. Η φαντασία σας οργιάζει. Αυτό το παραδέχομαι. Ακούς εκεί Ανάσταση. Μα πού πάτε και τα βρίσκετε; Βέβαια ομολογώ πως το βιβλίο πούλησε σαν τρελό. Και η ταινία φυσικά μετά είχε τεράστια επιτυχία. Αλλά απέχουν όλα τόσο πολύ από την αλήθεια».
«Και όλα όσα έκανε ο Ιησούς; Όλα όσα πιστεύει ο κόσμος; Όλα είναι ένα ψέμα;»
«Τι είναι ψέμα και τι αλήθεια, έχει να κάνει με το πώς το βλέπει κανείς. Εγώ απλώς σου δείχνω τα ντοκουμέντα. Από εκεί και πέρα, αν θέλεις εσύ να κάνεις τον σταυρό σου και σε κάθε καλό που σου τυχαίνει να ευγνωμονείς τον Θεό, μπορείς να το κάνεις. Απλώς να ξέρεις πως τέτοιος Θεός δεν υπάρχει και δεν υπήρξε, παρά μόνο στα χαρτιά. Οι ανάγκες της εποχής, βλέπεις».
«Αν είναι δυνατόν. Δεν είναι ότι πίστευα σε όλα αυτά τα παραμύθια. Αλλά αν μη τι άλλο, έδινα μια πιθανότητα κάτι από όλα αυτά να έχει γίνει. Κι εσύ τώρα μου γκρεμίζεις όλη την ιστορία του ανθρώπου τα τελευταία δυο χιλιάδες χρόνια. Τόσο αίμα, τόσοι πόλεμοι, τόσο μίσος και φανατισμός για το τίποτα. Ούτε καν για μια σταύρωση. Γιατί για Ανάσταση, ούτε που κάνω λόγο».
«Ναι! Η αλήθεια είναι πως ήταν παρατραβηγμένο το σενάριο με την Ανάσταση, αλλά από την άλλη, είχε πάει τόσο μακριά η βαλίτσα, που ήταν η μόνη λύση που μπορούσε να επινοηθεί, ώστε να μην καταρρεύσει το οικοδόμημα των συγγραφέων. Είχαν ήδη δώσει πολλά. Και τι περπάτημα πάνω στη θάλασσα, τι αλλαγή του νερού σε οίνο, τι θεραπεία λεπρών, μέχρι και ανάσταση του Λαζάρου. Οπότε το κλείσιμο έπρεπε να είναι κάτι το μεγαλειώδες, κάτι που θα τα ξεπερνούσε όλα αυτά και θα τα επισφράγιζε. Βλέπεις, ο κοινός νους είχε και έχει ανάγκη από κάτι που τον υπερβαίνει. Και έτσι τους ήρθε σαν επιφοίτηση η ιδέα της Ανάστασης. Φαντάσου ότι είχε τόση απήχηση στον κόσμο, που έβγαλαν και ένα τραγούδι που μιλάει για τον Χριστό να νικάει τον θάνατο. Γνωστό και στις μέρες σας ακόμα σαν “Χριστός Ανέστη”».
«Δεν υπήρξε Χριστός! Μάλιστα! Τι να πω».
«Δεν είπα πως δεν υπήρξε. Υπήρξε και πολύ μάλιστα. Απλώς, ίσως δεν έχει καμία σχέση με όσα ξέρεις».
«Δηλαδή; Και στο κάτω-κάτω δεν μου απέδειξες τίποτα. Ποιος μου λέει ότι είναι έτσι όπως τα παρουσιάζεις; Το ότι είμαστε εδώ δεν σημαίνει πως δεν έγιναν όλα όσα έχουν γραφτεί».
«Είμαστε σε καλό δρόμο. Το πρώτο στάδιο είναι αυτό της άρνησης. Ας προχωρήσουμε όμως λίγο παρακάτω, γιατί σε λίγο θα γεμίσει κόσμος εδώ για την καθιερωμένη σταύρωση. Ας προχωρήσουμε και θα διαπιστώσεις μόνος σου αν είναι αλήθεια ή όχι όσα λέω. Πάμε».


5

«Ιδού λοιπόν, Ιάσονα, ενώπιόν σου, ο Υιός του Θεού ο Μονογενής! Ιδού ο Μεσσίας! Ο Βασιλιάς των Ιουδαίων! Ιδού ο Ιησούς Χριστός από την Ναζαρέτ! Ο Θεάνθρωπος!».
«Πού ‘ντος;»
«Στραβός είσαι, μάνα μου; Νάτος! Εκεί πέρα!», είπε και μου έδειξε με το χέρι έναν κακόμοιρο τυπάκο.
«Μου φαίνεται πως αστειεύεσαι, Διάολε».
«Να αστειεύομαι;» και γέλασε με τη στεντόρειο φωνή του. «Με συγχωρείς. Φρικάρεις. Το ξέχασα. Κι όμως αγαπητέ μου Ιάσονα, αυτός είναι το πιο πολυσυζητημένο και αμφιλεγόμενο πρόσωπο στην ιστορία. Πώς σου φαίνεται;»
«Μα αυτός δεν έχει τίποτα από όσα έχουμε διαβάσει, δει ή ακούσει».
«Σε απογοήτευσε, έτσι; Δεν είναι περίεργο. Σκέψου πως ακόμα και οι ίδιοι οι Ιουδαίοι, μέσα από τα ιερά κείμενά τους, τον περίμεναν διαφορετικό και γι’ αυτό γράφτηκαν όσα γράφτηκαν».
«Είσαι σίγουρος, ρε Διάολε, ότι αυτός είναι ο Ιησούς;»
«Σίγουρος όπως σε βλέπω και με βλέπεις».
«Μα αυτός είναι ένας καράφλας, κοντός, ασθενικός και άσχημος όσο δεν πάει. Σχεδόν αποκρουστικός στην όψη».
«Και βρωμάει επίσης, Ιάσονα, σαν ασβός».
«Δεν το πιστεύω πως αυτός είναι ο Ιησούς. Πού είναι το φωτοστέφανο; Τα χρυσά, μακριά του μαλλιά; Τα μπλε του μειλίχια μάτια και η στωική του στάση; Αυτός με το ζόρι στέκεται στα πόδια του».
«Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά ο καημένος, μεταξύ μας, είναι και λίγο καθυστερημένος. Με το ζόρι μπορεί να αρθρώσει κάποιες λέξεις, που και πάλι ακούγονται σαν μουγκρητά ζώου. Μετά βίας τον λες άνθρωπο, πόσο μάλλον Θεάνθρωπο».
«Αφού έλεγαν ότι είναι δεινός ρήτορας και πως ήξερε τις γραφές απ’ έξω και ανακατωτά. Λένε πως δίδασκε στις συναγωγές και έφερνε σε άβολη θέση μέχρι και τους πιο διαβασμένους ιερείς της εποχής».
«Καλά όλα αυτά. Αλλά τον μπερδεύεις με την ταινία “Ο Ιησούς από την Ναζαρέτ”. Δυστυχώς όμως, ουδεμία σχέση με το πραγματικό πρόσωπο».
«Δεν το πιστεύω! Παίζεις κάποιο βρώμικο παιχνίδι πάλι».
«Αν δεν με πιστεύεις, γιατί δεν πας να του μιλήσεις;»
«Να μιλήσω στον Χριστό; Και τι να του πω; Τι μου λες τώρα;»
«Πες του ό, τι θέλεις. Ούτως ή άλλως, ελάχιστα θα καταλάβει. Σου λέω ο άνθρωπος έχει πρόβλημα ρε».
«Και τι κάνει; Σε ποιον μιλάει; Μου φαίνεται ότι κάτι σιγομουρμουρίζει».
«Ναι. Όντως. Έχεις δει κάτι τρελούς, στην εποχή σου, που μπαίνουν μέσα στα λεωφορεία, ή που κυκλοφορούν στους δρόμους και φωνάζουν κάτι δικά τους και ο κόσμος αποστρέφει το βλέμμα από φόβο μην τους απευθύνει κάποια ερώτηση μέσα στον παραλογισμό τους; Κάπως έτσι είναι και αυτός».
«Δηλαδή, ο Χριστός δεν είναι τίποτα παραπάνω από έναν τρελό κουρελή; Όχι μόνο δεν είναι μεσσίας, ούτε προφήτης, αλλά ούτε ένας ευφυής διανοούμενος; Είναι απλά ένας τρελός που δεν έχει στον ήλιο μοίρα;»
            «Ακριβώς! Είναι μια κλασική περίπτωση βλάβης, που κάποιοι άνθρωποι πονηροί, εκμεταλλεύτηκαν για ίδιους σκοπούς και για κέρδος. Όπως στις εκπομπές της τηλεόρασης που βλέπεις κατά καιρούς να συμβαίνει το ίδιο. Μόνο που σε αυτήν την περίπτωση έγινε αριστοτεχνική δουλειά».
            «Από ποιους δηλαδή;»
            «Από διάφορους επιτήδειους που αυτοαποκαλούνταν “μαθητές” του, έτσι ώστε κεκαλυμμένα να προωθούν τις ιδέες τους. Μέσα από μια διαστρέβλωση των γραφών, στο πρόσωπό του βρήκαν το πάτημα να κάνουν την επανάστασή τους».
            «Έχω μείνει άφωνος, πραγματικά! Δεν ξέρω τι να πω. Πρέπει να τα σκεφτώ όλα αυτά. Ακουσ’ εκεί αυτός, λέει, είναι ο Χριστός. Θεέ μου!».
«Μην βιάζεσαι. Θα φτάσουμε και στον Θεό. Ένα-ένα τα μαθήματα».
            «Και τι μπορώ να την κάνω αυτήν την γνώση; Ποιος θα με πιστέψει;»
            «Αυτό θα το βρεις μόνος σου. Γιατί δεν πας όμως κοντά του να του μιλήσεις; Ίσως μια φωτογραφία μαζί του να βοηθήσει την κατάσταση να πείσεις τους συγχρόνους σου».
            «Μα και πάλι όμως, θα είναι απλά μια φωτογραφία».
            «Μπορείς να ενεργοποιήσεις το GPS σου… ».
«Πού ξέρεις εσύ από αυτά;»
«Αυτά είναι του Διαβόλου, βρε Ιάσονα».
«Α, ναι. Σωστά».
«Μπορείς λοιπόν να το ενεργοποιήσεις και να φαίνεται το location. Έτσι θα γίνεις πιστευτός. Ούτως ή άλλως, εσείς πιστεύετε περισσότερο μια οθόνη, παρά τα μάτια σας τα ίδια».
«Σοφά λόγια λες. Μόνο που εδώ δεν έχει δορυφόρους για να κλειδώσω σήμα».
«Ωχ, έχεις δίκιο. Mea culpa, Ιάσονα. Δικό μου λάθος. Τα καταραμένα έχουν μπει τόσο πολύ στις ζωές μας... Άντε όμως, πήγαινε. Έχεις την ευκαιρία να μιλήσεις με τον Χριστό και κάθεσαι και χασομεράς».
Πλησίασα αυτόν τον άγνωστο λεχρίτη, ενώ μέσα μου ένιωθα ένα πολύ μπερδεμένο συναίσθημα. Αυτό ενός μύθου που καταρρίπτεται. Ανάμεικτος σεβασμός και απέχθεια. Δέος και περιφρόνηση μαζί. Δεν το είχα ξαναζήσει ποτέ μου.
«Με συγχωρείτε! Μήπως είστε ο Χριστός;»
Εκείνος γύρισε και προσπάθησε να με κοιτάξει κατάματα, αλλά μέσα από την αλλήθωρη ματιά του, δεν κατάλαβα εάν τα κατάφερε.
«Είστε ο Ιησούς Χριστός, έτσι;»
«Μούούού!!! Εγό ήμαι Χριθτοθ! Εγ ήμα το φωθ της αγάπηθ εγό μαι. Ναγαπάτε αλλήλουθ το φωθ έρχετε σε μαθ... μαθ... Πορθέντες αγγείλατε Ιωάννι α ακούτε και βλέπτε».
            «Συγγνώμη, δεν θέλω να σας προσβάλω, αλλά δεν κατάλαβα Χριστό από ό, τι είπατε».
            «Τυφλοί αναβλέπουθι και χωλοί περπατούθι, νεκροί εγείρνται και φτωχοί ευαγγλίδονται», μου αποκρίθηκε με τον δείκτη σηκωμένο ψηλά στον αέρα. «Μπαμπάάά!!! Μπαμπάάά».
            «Μην φωνάζετε, σας παρακαλώ!», του έκανα. «Μόνο μια ερώτηση ήθελα να σας κάνω».
«Μπαμπάάά!!! Μπαμπάάά!!!».
            Ένας άνδρας βγήκε από μια καλύβα με την προβιά ριγμένη πάνω στις πλάτες του, κρατώντας ένα εργαλείο κατασκευών.
            «Τι τρέχει Ιησού; Τι θέλεις πάλι; Άφησε τον άνθρωπο του Θεού ήσυχο».
            «Μπαμπάάά αυτόθ κοροϊδεύει με».
            «Όχι, καθόλου», απάντησα, «μια ερώτηση έκανα μόνο».
            Ο άνδρας με κοιτούσε καλά-καλά από μακριά. Έβγαλα το κινητό μου για να τραβήξω φωτογραφία τον Χριστό, όσο εκείνος ακόμα παραμιλούσε και φώναζε σαν μικρό παιδί. Έστησα την κάμερα και προσπάθησα να μπω και εγώ στην φωτογραφία. Μια “Ιησ-elfie” ίσως να έχει μεγάλη αξία στην εποχή μου, σκέφτηκα.
            Καθώς όμως το φως από το φλας άστραψε μονομιάς στο πρόσωπό μου, ο πατέρας του Ιησού γούρλωσε τα μάτια και αναφώνησε:
            «Φως! Εγένετο φως! Φως εκ του μηδενός! Θαύμα! Θαύμα συνάνθρωποί μου! Προσέλθετε!».
            Κόσμος που έκανε τις δουλειές του, σταμάτησε και κοίταγε προς το μέρος μας. Ο άνδρας συνέχιζε να φωνάζει εκστασιασμένος.
            «Ήλθεν η ώρα! Δόξα στο Όνομά σου! Ιδού ο αμνός του Θεού! Σωθήκαμε! Σωθήκαμε από τις αμαρτίες μας!!!».
            Κοιτούσα τριγύρω τον κόσμο να συρρέει προς το μέρος μου και προσπαθούσα να καταλάβω τι είχε γίνει.
            «Τι συμβαίνει, ρε Διάολε; Τι συμβαίνει; Εξήγησέ τους!».
            «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ! Τι περίμενες; Τι να πρωτοεξηγήσω, Ιάσονα; Γνώση ήθελες και σου είπα ότι ο τρόπος που θα την αποκτήσεις μαζί μου δεν θα έχει καμία σχέση με όποιον ήξερες. Κάθε τι έχει το τίμημά του, Αννίδη μου! Έκανες μια συμφωνία με τον Διάβολο και δεν μπορείς να την αναιρέσεις. Ιδού η γνώση του ανθρώπου. Ιδού και εσύ! Ο πρώτος Άνθρωπος!».
            Ο κλοιός των ανθρώπων που με προσέγγιζαν είχε σφίξει κατά πολύ. Μπορούσα μέχρι και να τους μυρίσω. Εκείνοι παθιασμένοι συνέχιζαν να φωνάζουν.
            «Ήλθεν ο Μεσσίας! Ήλθεν απαστράπτων! Μέσα από λάμψη φωτός Θεού. Ο χιτώνας του λάμπει. Ένδυση Βασιλέως».
            «Συγγνώμη παιδιά, ένα απλό, κίτρινο πόλο μπλουζάκι φοράω. Είκοσι ευρώ στις εκπτώσεις. Λάμπει μέχρι να το πλύνεις μια φορά. Τα ίδια και το παντελόνι μου».
            «Γλώσσα Θεού! Μιλάει με τον Θεό στην δική τους θεϊκή γλώσσα, που νους ανθρώπου δεν την φθάνει! Είναι όντως ο Βασιλεύς! Ανασηκώστε τον στους ώμους σας! Ελευθερωθήκαμε!».
Ρωμαίοι στρατιώτες κοιτούσαν από μακριά και τρέχοντας έφυγαν να ανακοινώσουν το νέο.
            Μέσα από την φασαρία και τον θόρυβο, το πλήθος, σαν την Ερυθρά θάλασσα του Μωυσή, άνοιξε στα δύο και ένας άνδρας με σοβαρό ύφος, ενώ έκανε χειρονομίες απαιτώντας την ησυχία, πλησίασε προς το μέρος μου και στάθηκε μπροστά μου.
            «Ο αρχιερέας Καϊάφας!», είπαν μερικοί από τους παρευρισκόμενους δείχνοντάς τον. Εκείνος μίλησε:
            «Ποιος είσαι;», με ρώτησε.
            «Ιάσονα με λένε».
            «Ω!Ω!Ω!» φώναξε το πλήθος. «Ιησού τον λένε, είπε, Ιησού!».
            Ο πραγματικός Ιησούς από δίπλα, ακούγοντας το όνομά του, μούγκρισε, αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία.
            «Όχι, δεν είμαι ο Ιησούς! Ιάσονα με λένε. Έχει γίνει κάποιο λάθος!».
            «Είσαι ο Βασιλιάς των Ιουδαίων;»
            «Όχι ρε παιδιά, καμία σχέση. Άσχετος είμαι. Ένας περαστικός».
            «Απαρνείται την ιδιότητα του Βασιλιά. Ένας πραγματικός Μεσσίας», είπε ο Καϊάφας και συνέχισε:
            «Είσαι από την Βηθλεέμ;»
            «Όχι άνθρωπέ μου, ποια Βηθλεέμ; Στο Μπραχάμι μεγάλωσα. Γέννημα θρέμμα».
            «Αποκρύπτει την καταγωγή του για να μην βγει από την αφάνεια! Ακριβώς όπως στις Γραφές!».
            Ένας άνδρας από το πλήθος πετάχτηκε και φώναξε:
            «Αρχιερέα Καϊάφα, “Ιδού μετά των νεφελών τού ουρανού ως υιός ανθρώπου ερχόμενος ην”, όπως ακριβώς και στις Γραφές!».
            «Ποιων νεφελών, ρε παιδιά; Εσείς σηκώσατε σκόνη και χώμα στον αέρα από το ποδοβολητό σας».
            «Ναι, Αρχιερέα Καϊάφα, το είδαμε όλοι μας!», είπε ένας άλλος. «Ήρθε μέσα από ένα σύννεφο ουρανού!».
            «Το βιβλίο του Ενώχ, 46:1-14, 48:2, 62:7,9,14, 63:11, 69:26-27», αποκρίθηκε ο Καϊάφας. «Ακριβώς!».
            «Σήμερα», πετάχτηκε ένας άλλος, «σήμερα ως εκ θαύματος, βρήκε το φως του ένας τυφλός στη δεξαμενή της Σιλωάμ».
            «Και ο παράλυτος της Καπερναούμ στάθηκε μονάχος του στα δυο του τα ποδάρια. Γιατρεύτηκε!», φώναξε ένας άλλος.
            «Θαύμα! Θαύμα! Όπως υπαγορεύεται στις Γραφές! “Τυφλοί αναβλέπουσι και χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται και κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται και πτωχοί ευαγγελίζονται(ΜΑΤΘ. ΙΑ:4-5 και ΛΟΥΚ. Ζ:22)”».
            «Είσαι Υιός του Δαυίδ;», συνέχισε ο Καϊάφας.
            «Όχι! Στέλιο τον λένε τον πατέρα μου!».
            «Αρνείται την θεϊκή του καταγωγή! Εξισώνεται με την αδικία και τους απλούς ανθρώπους!», φώναξε συμπερασματικά ο Καϊάφας.
            «Είναι ο Μεσσίας!!! Είναι ο Υιός του Θεού!!! Ο Βασιλιάς μας!!! Προσκυνήστε τον!!! Πλύντε του τα πόδια!!!».
            Και το πλήθος γονάτισε μπροστά, μου δοξολογώντας και προσκυνώντας με. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια τους, μέσα σε ένα αλαλαγμό θρησκευτικής λύτρωσης.
            Από μακριά κατέφθασαν Ρωμαίοι στρατιώτες. Πλησίασαν και στάθηκαν μπροστά μου, παραμερίζοντας με την βία τους ανθρώπους.
            «Ήρθε η ώρα σας!», φώναξε ένας προς τους Ρωμαίους.
            «Ήρθε ο Βασιλιάς μας που θα μας ελευθερώσει και θα σας διώξει από τον τόπο μας. Θα κυβερνήσει δίκαιος και αδέκαστος. Ήλθε εξ υπερανθρωπίνης σφαίρας προερχόμενος και μέσα από την αφάνεια έλαμψε διαμιάς».
            Ο Ρωμαίος στρατιώτης έδωσε μια γροθιά στον άνδρα να σωπάσει και διέταξε την σύλληψή μου. Με μετέφεραν μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο, σαν ταραξία και κίνδυνο της καθεστηκυίας τάξης.
            «Έχετε κάνει λάθος σας λέω!», φώναζα όσο με κουβαλούσαν προς το παλάτι. «Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από ένα απλό φλας κινητού!».
            Όμως εκείνοι δεν άκουγαν τίποτα.
            Έστρεψα το βλέμμα μου να γυρέψω τον Διάβολο, αλλά δεν κατάφερα να τον βρω.
           
   (συνεχίζεται)