Κυριακή, 17 Απριλίου 2016

"...στα όνειρα βάζεις χρώμα;"




[…] Κλείνω τα μάτια και αρνούμαι να τ’ ανοίξω, μέχρι να μου απαντήσεις. Τι χώρος είναι αυτός που βρίσκεσαι; Είναι «χώρος» ή τότε τι άλλο; Πώς γίνεται να μένει η αίσθηση της παρουσίας σου τόσο έντονη πάνω μου;
Σιωπή. Άνοιξα το παράθυρο. Κοίταξα στη στροφή του δρόμου, όσο έφτανε το μάτι μου. Έτσι σε περίμενα τα βράδια που ερχόσουν. Άφηνες το αυτοκίνητο πριν τη στροφή, κατηφόριζες τον δρόμο κι έμπαινες στο σπίτι. Πώς μου πέρασε από τον νου ότι θα μου απαντούσες;
Η φωτογραφία που κοιτάζω είναι τραβηγμένη με φόντο κάποια θάλασσα. Δεν θυμάμαι πια πού ήταν. Τα μάτια σου είναι στραμμένα κατ’ ευθείαν μπροστά, κοιτάζεις τον φακό. Όχι τον φωτογράφο, τον φακό. Είναι ασπρόμαυρη λήψη, όπως πάντα προτιμούσες. Το χρώμα έλεγες ότι χαρίζει ψέμα στην εικόνα, την κάνει να δείχνει «κατασκευασμένη». Δεν μπόρεσα να σε πείσω ότι ίσα-ίσα η αντίθεση άσπρου και μαύρου είναι που μπορεί να «πειραχτεί» περισσότερο από τον φωτογράφο. Μέσα στο μυαλό σου τα πράγματα ήταν μοιρασμένα και ξεκάθαρα. Άλλο η φύση και άλλο η Τέχνη. Δεν μπορείς να μιμηθείς τη φύση, όσο κι αν προσπαθήσεις. Αν και σε τόνους του άσπρου, μαύρου και του γκρι, μαντεύω (ή μήπως θυμάμαι;) το χρώμα της μπλούζας σου. Ήταν σίγουρα ένα λαδί, στο χρώμα των ματιών σου. Αυτό δεν χρειάζεται να κοιτάξω καμία φωτογραφία για να το θυμηθώ. Το κουβαλάω μέσα μου και, πίστεψέ με, είναι το ίδιο ζωντανό, όπως τότε. Πονάει, όμως, πολύ.
Στα όνειρα βάζεις χρώμα; Δεν ξέρω να απαντήσω. Νομίζω πως ναι, αν και ποτέ δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτε την άλλη μέρα[…]

(Διώνη Δημητριάδου, απόσπασμα από τη νουβέλα «Ο χώρος ανάμεσα», εκδόσεις Νοών, 2013)
(πίνακας συνδυαστικής ζωγραφικής του Christian Schloe)