Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

8


Όλη αυτή την ώρα που μιλούσε ο Αλκίνοος, εγώ στεκόμουν σιωπηλός και τον άκουγα. Το ενδιαφέρον μού κίνησαν όχι μόνο τα όσα είπε, αλλά ο τρόπος που έδινε τις απαντήσεις. Ο λόγος του χειμαρρώδης και ευφάνταστος. Σε έπιανε απροετοίμαστο. Δεν ήταν τόσο η ευφυΐα του, όσο το ότι έμπλεκε τα λεγόμενά του καθ’αυτόν τον τρόπο, που όσο καλά και να είχες ακονισμένο ένα επιχείρημα στη φαρέτρα σου, στη μάχη της κουβέντας μαζί του, σε πρόδιδε. Ωστόσο, το γεγονός πως με είχε χαρακτηρίσει μπούμπη, παρέμενε. Κι αυτό δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι. Δεν είμαι κανένας δειλός. 
Είδα τον Αλκίνοο να μπαίνει στο κυλικείο. Ξοπίσω κι εγώ. Κάθισε και παρήγγειλε τον καφέ του. Με εξαίρεση μια κοριτσοπαρέα από ευτραφείς μεταλούδες στο βάθος, ο χώρος ήταν άδειος. Θεώρησα καλή στιγμή να του μιλήσω. Πλησίασα και -μα τω Θεώ, δεν ξέρω πότε πρόλαβε- τον άκουσα να λέει προς τις κοπέλες:
«Ίσως, εάν διαβάζατε κάνα βιβλίο της προκοπής και αφήνατε κατά μέρος τους πεσσιμισμούς της δεκάρας και τα βρυκολακίστικα, ίσως, και πάλι λέω ίσως, να ξημέρωνε και για σας μια άσπρη μέρα. Θα αντέξει το death metal και χωρίς εσάς για λίγο. Μην ανησυχείτε. Δεν χάνεται».
Οι μεταλούδες σηκώθηκαν πειραγμένες και με τα μαύρα τους ριχτάρια βγήκαν από το κυλικείο.
«Δεν ακούμε death metal εξυπνάκια. Gothic underground doom metal ακούμε» είπε η τελευταία και του έριξε μια θανατερή ματιά.
Ο Αλκίνοος της έστειλε ένα φιλί στον αέρα. Προχώρησα προς το μέρος του.
«Επιτρέπεται;» δείχνοντας την καρέκλα δίπλα του.
«Βεβαίως φίλε μου, κάθισε» μου είπε με φιλική χροιά.
Πολύ ευγενικός. Δεν το περίμενα. Η ευγένεια είναι κάλπικο νόμισμα και είναι πολύ φαιδρός εκείνος που το τσιγκουνεύεται. Έχεις τόσα να κερδίσεις, προσφέροντας επί της ουσίας ένα τίποτα, και όμως είναι σαν να τάζεις έναν ολόκληρο, ιδανικό κόσμο. Επιπλέον, η ευγένεια λειτουργεί σαν τη ζέστη στο κερί. Τον πλάθεις τον άλλον και τον κάνεις όπως θέλεις. Αυτό μαλάκωσε τη διάθεσή μου απέναντί του.
«Με αποκάλεσες μπούμπη ρε φίλε πριν από λίγο», συνέχισα, «και εκνευρίστηκα. Δεν σε ξέρω, δεν με ξέρεις».
«Και ήρθες εδώ λοιπόν για να μου αποδείξεις ότι δεν είσαι;» με ρώτησε.
«Δεν έχω να σου αποδείξω τίποτα. Αλίμονο αν κάθομαι να αποδεικνύω στον καθένα τι είμαι και τι δεν είμαι. Εγώ ξέρω πολύ καλά τον εαυτό μου κι αυτό μου φτάνει».
Ο Αλκίνοος σήκωσε τα φρύδια σε μια έκφραση θαυμασμού.
«Μπράβο φίλε μου! Μ’ αυτό και μόνο που είπες τώρα, με οδηγείς στο συμπέρασμα ότι βιάστηκα να σε κρίνω. Θέλεις μια τυρόπιτα;» με ειρωνεύτηκε.
Δεν είμαι απ’ αυτούς όμως που λένε όχι. Πάντα παίρνω το κομμάτι της ντροπής σε μια πίτσα ή την τελευταία πατάτα. Ψωροπερηφάνειες δεν έχουν θέση στην ιδιοσυγκρασία μου. Συν τοις άλλοις, θέλησα να παίξω το παιχνίδι του και να δω πού θα μας οδηγήσει.
«Ναι, μια τυρόπιτα θα ήταν ό, τι πρέπει» του απάντησα.
Εκείνος φάνηκε να το διασκεδάζει και χαμογελαστός έφερε τις τυρόπιτες όλο χάρη. Καθίσαμε σαν δυο παλιοί γνώριμοι, που είχαν να βρεθούν καιρό. Ο Αλκίνοος έκανε παρατήρηση στον καφετζή να χαμηλώσει την ένταση της τηλεόρασης για να μπορούμε να ακουγόμαστε καλύτερα.
«Έχει ματσάκι Εργοτέλης-Πανθρακικός ρε παιδιά, δεν σας ενδιαφέρει;» μας φώναξε ο καφετζής.
«Έχουμε πιο σοβαρά θέματα να συζητήσουμε με το παιδί, κύριε Φώντα. Ναι, ακόμα κι από το ματς. Δύο κλικ παρακάτω, ίσα να ακουγόμαστε… Εκεί καλά είναι, ναι. Ευχαριστώ». Γύρισε το κεφάλι του προς εμένα.
«Δεν μπορώ να συλλάβω ούτε κατά διάνοια, τι χαρά μπορούν και αντλούν όλοι εκείνοι που παρακολουθούν αυτούς τους στημένους αγώνες δίχως θέαμα. O temporao mores. Τέλος πάντων. Σ’ ακούω».
«Τι με ακούς; Σου είπα. Δεν μου άρεσε που με είπες “μπούμπη” στα καλά του καθουμένου».
«Πάλι αυτό;» με διέκοψε δείχνοντάς μου την κούραση του. «Νόμιζα ότι πατσίσαμε με την τυρόπιτα. Μου είπες πως δεν είσαι. Τελείωσε το θέμα».
«Όχι δεν τελείωσε φιλαράκο. Εγώ...»
«Εντάξει μωρέ σου είπα. Συγγνώμη θέλεις να σου ζητήσω; Ορίστε. Συγγνώμη αγαπητέ που σε είπα “μπούμπη” στα καλά του καθουμένου. Καλώς; Έλα σε παρακαλώ και δεν έχω καμία όρεξη. Ας το αφήσουμε το θέμα. Αν καθόμουν κι εγώ να συζητάω για όλα όσα έχω πει στον καθένα, θα έπρεπε να το κάνω από το πρωΐ μέχρι το βράδυ. Και τόσες τυρόπιτες κοστίζουν».
«Τι να σου πω» του απάντησα. «Πάω στοίχημα ότι έτσι όπως φέρεσαι δεν έχεις καθόλου φίλους. Σε άκουσα και πριν τι έλεγες στα παιδιά. Όπου πας σε αποφεύγουν».
«Και τι να τους κάνεις τους φίλους ρε... »
«Ιάσονας... »
«Και τι να τους κάνεις τους φίλους ρε Ιασονάκο; Χάσιμο χρόνου είναι. Άσε που δεν έχω και Facebook. Όπως καταλαβαίνεις, στενεύει ο κύκλος μου κατά πολύ».
«Ναι, δεν διαφωνώ» του είπα. «Και εκείνοι νομίζω ότι δεν θα σε προτιμούσαν με την συμπεριφορά σου όπως και να έχει».
«Φιρί-φιρί το πας και για δεύτερη τυρόπιτα Ιασονάκο. Αρχίζεις και μ’ αρέσεις. Για συνέχισε».
Έκανα ένα μειδίαμα στο στόμα και χαζογέλασα κοφτά.
«Φαντάζομαι πως η εναλλακτική τού να έχεις φίλους είναι να σπας τζαμαρίες μαγαζιών και να ελευθερώνεις μικρά ζωάκια. Δεν λέω. Δελεαστικό ακούγεται. Όσο να’ ναι η διασκέδαση με φιλαράκια πρέπει να είναι κάτι πολύ παρωχημένο για σένα».
Γύρισε και με κοίταξε για πρώτη φορά με προσοχή και διερεύνησε το πρόσωπό μου.
«Μ’ αρέσεις πολύ θα έλεγα. Ωραία. Και πώς σου φάνηκε το σκηνικό; Το τράβηξες φωτογραφία; Το ανέβασες στη σελίδα σου;»
Αγνόησα την ειρωνεία του και συνέχισα:
«Μου φάνηκε σαν να θέλεις να μπλέκεσαι συνέχεια σε μπελάδες, άνευ λόγου και αιτίας. Όρεξη να’χεις, έτσι;»
Απογοητευμένος από την απάντηση μου, ξαναγύρισε μπροστά και μου αποκρίθηκε:
«Άκου Ιάσονα, αν υψώσεις το βλέμμα σου και κοιτάξεις γύρω τι συμβαίνει, θα καταλάβεις, ή ότι πρέπει να είσαι αναίσθητος για να μην αντιδράς, ή ότι πρέπει να κάνεις κάτι για όλα όσα διαδραματίζονται γύρω σου. Εγώ θέλω να είμαι μέτοχος και όχι αμέτοχος. Δεν πάω γυρεύοντας, όπως είπες ατυχώς. Απλώς κάνω εκείνο που ένας βολεμένος θα απέφευγε λέγοντας “έλα μωρέ, δεν βαριέσαι”. Δεν κυνηγάω εγώ τα περιστατικά, αλλά δεν τα προσπερνάω κιόλας. Και να σου πω και κάτι; Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μου μια βόλτα να δεις με τα ίδια σου τα μάτια όσα βλέπω και εγώ; Για έλα να σε δω».
Αντανακλαστικά, ένιωσα άρνηση για την πρότασή του. Δεν θα ήθελα επ’ ουδενί να βρεθώ μπλεγμένος σε καμιά φασαρία. Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Την ησυχία μου θέλω και ο κόσμος δεν νομίζω ότι χρειάζεται να σωθεί, πόσο μάλλον από μένα. Κι όμως ένα κομμάτι μέσα μου θέλησε να δεχθεί την πρότασή του. Είχα μια παράξενη αίσθηση για τον Αλκίνοο, σαν σκοτεινή πρόκληση.
Εκείνος, λες και διάβασε την διστακτικότητα στο πρόσωπό μου, μου απάντησε:
«Έλα, μην φοβάσαι ότι θα κάνω καμιά τρέλα. Απλώς θα πάμε να περπατήσουμε και θα σου πω και ορισμένα πράγματα που είναι χρήσιμο να ξέρεις».
Με έπιασε απροετοίμαστο. Δεν ήθελα να φανώ δειλός. Και στο κάτω-κάτω τι είχα να χάσω.
«Στον λόγο σου ότι δεν θα προκαλέσεις καμιά ιστορία;»
«Στον λόγο μου», μου απάντησε.
Πώς θα μπορούσα να ξέρω όμως ότι δεν θα τον τηρούσε, και ότι οι μπελάδες ήταν χαραγμένοι στο γενετικό του υλικό; 




9


Βγήκαμε από τη σχολή και κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο μέσα από κάτι σοκάκια. Περνώντας έξω από μια εκκλησία, έκανα μηχανικά το σταυρό μου. Ο Αλκίνοος το πρόσεξε.
«Θέλεις να μπούμε, να ανάψουμε ένα κεράκι μήπως;» με ρώτησε.
«Άσε τις βλακείες ρε Αλκίνοε».
«Πάντως δεν είναι ντροπή, φίλε μου. Περισσότερο ειλικρινές το θεωρώ να ανάβει κανείς μια στα τόσα ένα κεράκι, παρά να βρίσκεται κολλημένος στο πνευματικό στάδιο της εφηβείας και να καυχιέται τον άθεο, επειδή ξαφνικά την είδε ότι έτσι είναι πιο κουλ να λέει στους γύρω του. Πολύ του συρμού έγινε πλέον η αθεΐα, τουλάχιστον για τα δικά μου γούστα. Λέγε λοιπόν, θες να μπούμε;»
«Όχι ρε, τι να μπούμε; Απλώς εφαρμόζω το plan B μου. Σε περίπτωση δηλαδή που υπάρχει Θεός, να είμαι καλυμμένος».
«Μάλιστα», παρατήρησε. «Και το plan A σου, δηλαδή, ποιο είναι;»
Δίστασα να του απαντήσω.
«Άντε, θα πεις καμιά φορά ή θα με σκάσεις;»
«Κοίταξε», του είπα, «για να μάθω πράγματα για τον Θεό, παρατηρώ τις γυναίκες. Η γυναίκα είναι ό,τι πιο κοντινό σε Θεό μπορώ να αντιληφθώ. Για μένα, ο Θεός είναι γυναίκα. Μια πολύ συγκεκριμένη περίπτωση γυναίκας όμως, και εδώ είναι η μεγάλη μου καινοτομία. Ο Θεός είναι γκόμενα -για να μην πω γκομενίτσα- και όπως όλες οι γκόμενες, θέλει φτύσιμο για να κολλήσει».
Ο Αλκίνοος φάνηκε να με ακούει με μεγάλο ενδιαφέρον.
«Και δε μου λες κάτι, μεταξύ μας», με διέκοψε, «είναι καλό γκομενάκι η Θεός; Γιατί αν έχει ωραίο κώλο, εγώ μπορώ να κάνω μέχρι και θυσίες στο Σατανά, παρέα με τον Κατσούλα και τα άλλα καλά παιδιά για πάρτη της!»
Εγώ συνέχισα σοβαρά:
«Τόση βία και τόσο αίμα, τόσες χιλιάδες ανθρώπινες ζωές έχουν θυσιαστεί για τα μάτια της. Λες να μην είναι καλή γκόμενα; Η ωραιότερη. Ακριβώς επειδή ο Θεός είναι γκόμενα, παραλογίζεται. Γι’ αυτό αν κοιτάξεις τον κόσμο γύρω σου, δεν αντικρίζεις καμιά μεγάλη σοφία, παρά ένα τυχαίο μπάχαλο. Αδικία, σκληρότητα, απιστία, πόνο. Πες μου, ποιος σοφός δημιουργός θα τα προξενούσε όλα αυτά στον κόσμο που ο ίδιος έφτιαξε; Κι ας το παραδεχτούμε στην τελική. Γιατί οι βουλές του να είναι τόσο άγνωστες σε μας, ρε Αλκίνοε; Δεν είμαστε όποιοι και όποιοι στο κάτω-κάτω. Στο φεγγάρι έχουμε πάει, και ακόμα παραπέρα. Κι όμως, δεν μπορείς να τον πιάσεις πουθενά. Είναι να τρελαίνεσαι. Και επειδή όλοι έχουμε, λίγο-πολύ, σχέση με γκόμενες, νομίζω πως άνετα μπορούμε να συνεννοηθούμε ως προς τον παραλογισμό. Παρουσιάζουν τα πάντα σαν να έχουν δίκιο, αδιαφορώντας για οποιαδήποτε συνέπεια και λογική».
«Αλήθεια λες», συγκατένευσε ο Αλκίνοος. «Ακόμα και ο ίδιος ο Φρόυντ ομολόγησε, ύστερα από πενήντα χρόνια εργασίας, πως δεν μπορούσε να διατυπώσει ούτε μια αλήθεια για αυτές».
«Όμως εγώ», συνέχισα,  «έχω βρει το κουμπί της φίλε. Η Θεός, όπως φυσικά όλες οι ωραίες γκόμενες, θέλει φτύσιμο για να κολλήσει. Αν τρέχεις ξωπίσω της σαν σκυλάκι, σε έχει του χεριού της και σε κάνει ό, τι θέλει. Πάρε για παράδειγμα τον Ιώβ από την Παλαιά Διαθήκη. Ή τον Νώε. Ή τον Αβραάμ. Και τι δεν τους έκανε τους ανθρώπους! Όλοι τους όμως στέκονταν προσοχή μπροστά στη Θεό, αναφωνώντας “Γεννηθήτω το θέλημά σου”. Όσο επιβεβαιώνεις το εγώ της, τόσο αυτό διογκώνεται».
«Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει και τον λόγο που, ενώ τα έχεις κάνει όλα καλά και σωστά, είσαι ένας τίμιος και ενάρετος άνθρωπος… Ξαφνικά σου έρχεται ένας καρκίνος και μένεις μαλάκας να κοιτάς τα ραδίκια ανάποδα, αναρωτώμενος “Tι έκανα λάθος;” Σωστά φαίνεται να τα λες. Μου ταιριάζει η συμπεριφορά του Θεού με αυτήν μιας γκόμενας».
«Α, γεια σου!» πετάχτηκα να επιβεβαιώσω τον συλλογισμό του. «Τίποτα δεν έκανες λάθος. Απλώς η Θεός είχε τις μαύρες της. Χωρίς γιατί. Γιατί έτσι. Ήθελε να γκρινιάξει. Και όπως θα έχεις παρατηρήσει, οι λόγοι για τους οποίους γκρινιάζει μια γκόμενα είναι λες και εμφανίζονται από το πουθενά. Εκεί στα καλά του καθουμένου, σε χτυπούν σαν κεραυνός εν αιθρία. Και δεν υπάρχει κανένας τρόπος να βρεις το δίκιο σου».
«Λοιπόν», είπε ο Αλκίνοος καθώς προχωρούσαμε, «καλή η θεωριούλα σου. Αν και λίγο απλοϊκή, έχει κάποια κοινά σημεία με τη δική μου».
«Και ποια είναι η δική σου περίτεχνη θεωρία Αλκίνοε;» τον ρώτησα.
«Να σου πω. Είσαι εξοικειωμένος με τις θεωρίες της κβαντομηχανικής;», με ρώτησε με ύφος.
«Εμμμ… Όχι ιδιαίτερα», απάντησα, περιμένοντας πως θα μου το παίξει πάλι έξυπνος.
«Η κβαντομηχανική είναι μια αξιωματικά θεμελιωμένη θεωρία της Φυσικής, που ερμηνεύει… » σταμάτησε, και ξεφύσηξε απογοητευμένος, «Άστο, θα στο κάνω πιο λιανά. Δεν πιστεύω στην ύπαρξη ενός Θεού, αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί να παρέμβει στα του κόσμου».
«Μα καλά», τον διέκοψα, «για να παρεμβαίνει κάποιος, δεν προϋποτίθεται η ύπαρξή του;»
«Όχι, ο Θεός» είπε, «είναι μια πιθανότητα που κάποιες φορές πραγματώνεται και κάποιες όχι. Ο Θεός υπάρχει μόνο κατά την στιγμή της παρέμβασης και ύστερα ξαναχάνεται στην ανυπαρξία. Για να καταλάβεις ακριβώς, σκέψου το εξής: Κοιτάζει τη δουλειά του, να είναι εντάξει ο κόσμος που δημιούργησε, και μετά χάνεται. Όπως ένας κηπουρός φαντάσου, που ποτίζει τα λουλούδια του όταν αυτά το χρειάζονται, και κατόπιν αποσύρεται. Το σημείο τομής ανάμεσα στη δική σου απλοϊκή θεωρία και στη δική μου είναι λοιπόν πως ο Θεός εμφανίζεται ξαφνικά, όπως ακριβώς υποστηρίζεις εσύ ότι εμφανίζεται η γκρίνια της γκόμενας από το πουθενά».
«Μάλιστα», του απάντησα. «Μόνο που η δική μου απλοϊκή θεωρία, όπως τη χαρακτήρισες, ερμηνεύει περισσότερα φαινόμενα από τη δική σου».
«Ναι; Και ποια είναι αυτά;»
«Θα σου πω. Η ύπαρξη του Διαβόλου φέρ’ ειπείν. Ο Διάβολος, ή Σατανάς, ή όπως αλλιώς τον αποκαλούν, τι είναι επί της ουσίας; Είναι αυτός ο καημένος νεαρός, που όμως τόλμησε να εκφράσει την γνώμη του σχετικά με την απόκτηση της γνώσης και να διαφωνήσει με την Θεό. Αυτό είναι όλο. Δεν είναι κακός, ούτε διαβάλλει. Αντιθέτως, το δίκιο του ψάχνει τόσους αιώνες μόνο. Έναν Θεό λογικό να συζητήσει και να συνεννοηθεί. Και επειδή δεν τον βρίσκει, έχει στραφεί προς τους ανθρώπους. Αλλά με τόση προπαγάνδα εναντίον του τι να κάνει... Όλοι μας έχουμε τσακωθεί με γκόμενα. Κάναμε κάτι κακό όλες τις φορές; Όχι, τις περισσότερες δεν είχαμε κάνει απολύτως τίποτα. Αντιθέτως! Είχαμε κάνει το σωστό και το λογικό. Κι όμως, και υποστήκαμε την γκρίνια και ανεχτήκαμε το παράλογο σε όλο του το μεγαλείο και στο τέλος ζητήσαμε και συγγνώμη. Συγγνώμη για κάτι που δεν είχαμε κάνει και που δεν ήταν λάθος. Βγήκαμε οι κακοί στο τέλος; Χωρίς αμφιβολία. Οι χειρότεροι του κόσμου. Και όταν αργότερα, μας έβλεπαν οι καλές φίλες της γκόμενας, τι ήμασταν; Αυτοί οι κακοί και απαράδεκτοι τύποι, ακριβώς ότι τραβάει και ο Διάβολος δηλαδή, με τους πιστούς της Θεού.
»Έχει φτάσει μέχρι το έσχατο σημείο να τάζει νιάτα, χρήματα και δόξα για λίγη παρέα, λίγη συζήτηση. Με αντάλλαγμα τι; Μια ψυχή... Τίποτα δηλαδή. Μόνο και μόνο για να μην  χάσει την αίγλη του. Για τα μάτια του κόσμου. “Έτσι συμβολικά, για να μην νομίζουν, να, δώσε κάτι... την ψυχή σου”, λες και μπορεί όντως να πάρει μια ψυχή. Και άντε και την πήρε... τι να την κάνει; Ούτε τις βασανίζει, ούτε τις καίει στο πυρ το εξώτερον εις το άπειρον... Τίποτα... κακόβουλα ψέματα και προπαγάνδα. Όσο-όσο, αρκεί να βρει κάποιον να τον ακούσει. Φαντάσου τι θα γινόταν, εάν ξαφνικά ξεσκεπαζόταν η κομπίνα του και όλοι έτρεχαν να κάνουν συμφωνία μαζί του. Καταστροφή!
»Αυτή είναι εν ολίγοις η ιστορία του Διαβόλου. Του πιο παρεξηγημένου πλάσματος στα χρονικά».
«Μη! Φτάνει! Μη συνεχίζεις! Σπαράζεται η καρδιά μου!», είπε ο Αλκίνοος ειρωνευόμενος. «Κοίτα να δεις ρε ο Ιασονάκος, οργανωμένη κοσμοθεωρία. Τελικά σε θέματα ηθικής και αισθητικής μοιάζουμε λιγάκι. Ο καθένας έχει την δική του. Μπράβο, και δεν σου το ‘χα».




10


Κοντεύαμε να φτάσουμε στο κέντρο, όταν μας έγνεψε ένας τύπος από το απέναντι πεζοδρόμιο. Έτρεξε προς το μέρος μας. Φορούσε ένα μακρύ κασκόλ στα χρώματα του ουράνιου τόξου, λαδί αμπέχονο και ένα στενό μωβ παντελόνι. Πολύ στενό, μωβ παντελόνι.
«Τον ξέρεις;» ψιθύρισα στον Αλκίνοο καθώς ο τύπος διέσχιζε το δρόμο.
«Όχι» μου απάντησε εκείνος εξίσου ψιθυριστά.
Ο τύπος στεκόταν πια δίπλα μας και έτεινε το χέρι του για χειραψία. Τον χαιρετήσαμε αμήχανα. Στο άλλο του χέρι κρατούσε κάτι φυλλάδια. Δεν μπορούσα να διακρίνω τι έγραφαν. Τότε ξεκίνησε να μας μιλάει.
«Καλησπέρα, καλησπέρα! Τι κάνουν τα αγόρια; Βολτούλα;» και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε, «Καλά κάνετε μωρέ παιδάκια, μπράβο. Α, μα πού πήγαν οι τρόποι μου; Να σας συστηθώ, Φοίβος. Εσάς τα ονοματάκια σας;»
«Αλκίνοος εγώ, το παιδί από δω Ιάσονας».
«Χάρηκα» αποκρίθηκε. «Λοιπόν, για να μη σας καθυστερώ από τη βόλτα σας, να σας πω γιατί σας έπιασα εδώ στα καλά του καθουμένου την κουβέντα. Όχι βρε Ιάσονα, βάλε το πορτοφόλι μέσα γλυκέ μου. Για κανένα πρεζάκια με πέρασες; Για όνομα! Φτου-φτου, μακριά από μας», έφτυσε δυο φορές τον κόρφο του και συνέχισε. «Λοιπόν, κάνουμε εγκαίνια στο μπαράκι μας αύριο και έχουμε πάρτυ. Ορίστε, πάρτε φυλλαδιάκι να δείτε. Σας περιμένω όπως και δήποτε. Μην τυχόν και δεν έρθετε πιτσουνάκια μου. Θα τα περάσουμε σούπερ».
Εγώ στεκόμουν σαν χάνος και κοιτούσα τον ομιλητικότατο τυπάκο απέναντί μας. Ο Αλκίνοος πήρε την πρωτοβουλία να τον ρωτήσει.
«Τι μπαράκι είναι αυτό φίλε μου;»
«Καλέ, “δικό μας!” απάντησε κλείνοντας το μάτι. «Τι σας λέω τόσην ώρα;»
«Κάτσε φιλαράκι, όταν λες “δικό μας” τι εννοείς;» ρώτησε ξανά ο Αλκίνοος.
«Γκέι μπαρ ντε! Άντε, με τις πόσες παίρνει στροφές το κεφαλάκι σου; Και φαίνεσαι κι έξυπνο παλικάρι» και γυρνώντας σε μένα, «Καλά το αγόρι σου, δε λέω, ωραίο, αλλά λίγο αργόστροφο ρε συ».
Κοκκίνισα. Είπα να πω κάτι, αλλά δεν μου έβγαινε. Το λόγο πήρε και πάλι ο Αλκίνοος:
«Φίλε μου, κοίτα. Μας παρεξήγησες. Δεν είμαστε ζευγάρι. Απλά φίλοι. Συμφοιτητές. Βγήκαμε μια βόλτα να τα πούμε. Αυτό όλο κι όλο. Εντάξει; Να, πάρε και το φυλλαδιάκι σου πίσω, ορίστε. Εύχομαι καλές δουλειές, να πάει καλά το μαγαζί σας… »
Ο Φοίβος τώρα είχε αλλάξει τελείως έκφραση. Το πρόσωπό του είχε σκοτεινιάσει και τα μάτια του έβγαζαν σπίθες.
«Τι μου το δίνεις πίσω το φυλλάδιο ρε; Τι, φοβάσαι μην κολλήσεις τίποτα; Δεν έχω είτζ ρε, παλιομαλάκα!».
Παγώσαμε κι οι δύο.
«Όχι ρε φιλαράκι, δεν είπα εγώ κάτι τέτοιο. Καμία σχέση. Απλά… »
«Απλά τι, ρε; Ντρέπεσαι να κυκλοφορήσεις με ένα φυλλάδιο από γκέι μπαρ στο χέρι; Ε; Αυτό είναι; Φοβάσαι να μη σε πούνε πούστη; Άντε από κει ρε, ομοφοβικέ! Πού ζεις ρε; Στο μεσαίωνα; 2016 έχουμε, αν δεν το πήρες χαμπάρι!».
«Μα, δεν είμαι ομοφοβικός… Κάθε άλλο… Ρε φίλε στάσου μια στιγμή γιατί πήρες φόρα. Δεν έχω κανένα πρόβλημα μαζί σου ούτε με κανέναν άλλο. Οι σεξουαλικές προτιμήσεις του καθενός δεν με αφορούν. Όποιος θέλει, είναι ελεύθερος να πάει με όποιον θέλει. Φυσικά. Απλώς, αυτό που σου λέω είναι πως εμένα μ’ αρέσουν τα κορίτσια» ολοκλήρωσε ο Αλκίνοος.
Ο τυπάκος συνέχισε να μας στολίζει, έξω φρενών.
«Ναι, φυσικά, διατυμπάνισέ το παντού! Εσένα σ’ αρέσουν τα κορίτσια! Άρα έχεις κάθε δικαίωμα να βγεις και να το βροντοφωνάξεις, ότι είσαι πολύ μάτσο και άντρας εσύ, ενώ εμείς οι γκέι πρέπει μια ζωή να καταπιεζόμαστε και να κρυβόμαστε! Ε όχι κύριε, δεν θα με καταπιέσεις εσύ εμένα!».
«Μα δεν θέλω να σε καταπιέσω άνθρωπέ μου, σύνελθε…» του είπε ο Αλκίνοος, όμως ο άλλος δεν άκουγε τίποτα.
«Μ’ αρέσουν τα αγόρια! Το καταλαβαίνεις; Μπορεί να το χωρέσει αυτό το στενό σου μυαλουδάκι, παλιορατσιστή; Ομοφοβικέ; Μη μου ξαναπείς ότι σ’ αρέσουν τα κορίτσια! Δεν θέλω να τ’ ακούω, με καταπιέζει! Μου ποδοπατάς τη διαφορετικότητα! Μου καταρρακώνεις τη σεξουαλική μου ιδιαιτερότητα! Ποιος είσαι εσύ ρε που θα με καταπιέζεις εμένα; Σκάσε! Έχεις το θράσος να θες και να μιλήσεις! Φύγε από μπροστά μου, με πνίγει η μασχαλίλα σου, με πνίγει η αρχιδίλα σου, με πνίγει η αντρίλα σου! Χάσου από τα μάτια μου, πήγαινε να κρυφτείς σε καμιά τρύπα να ξεβρωμίσουμε από τη “στρέιτ” παρουσία σου εμείς οι διαφορετικοί, να ανασάνουμε λίγο ελεύθερα!».
Και εκεί πια ο Αλκίνοος ξέσπασε.
«Σκάσε πια, υστερικό πλάσμα! Μας έπρηξες! Που έχεις το θράσος να με αποκαλείς ρατσιστή, παλιοκομπλεξάρα! Ποιος νομίζεις ότι είσαι τέλος πάντων; Επειδή είσαι ομοφυλόφιλος, νομίζεις ότι είσαι κάτι ξεχωριστό; Ότι απολαμβάνεις κάποιου είδους θεϊκό μυστικισμό, ή ότι είσαι κάποιος προικισμένος και πεφωτισμένος; Τα ίδια σκατά είσαι με όλους μας! Μας έχετε πρήξει με τις σεξουαλικές προτιμήσεις σας! Άντε να πάτε να γαμηθείτε με όποιον θέλετε! Τι με νοιάζει τι κάνετε και τι δεν κάνετε; Τι περιμένεις, να γείρει το εκκρεμές από την άλλη μεριά τώρα; Να σας θαυμάσουμε κιόλας επειδή είστε γκέι; Άντε στο διάολο από δω χάμω! Λες και είστε κάποια ευαίσθητη κοινωνική ομάδα που θέλει ιδιαίτερη μεταχείριση. Τα ίδια σκατά είμαστε, το καταλαβαίνεις; Ισότητα δε θέλεις; Από μένα την έχεις!
»Ή μήπως πρέπει να είμαστε όλοι γκέι για να αναγνωρίσεις την ισότητα; Τι άλλο ζητάς; Πρέπει να πάω ντε και σώνει μαζί σου για να μη μου κολλήσεις την ταμπέλα του ρατσιστή; Ή μήπως θες να ακούσεις μπράβο κι από πάνω; Πες μου εσύ πρώτα μπράβο για τις δικές μου προτιμήσεις, λυσσάρη! Δεν έχω πρόβλημα με τους ομοφυλόφιλους ρε, μπορείς να το καταλάβεις; Με ενοχλεί το υπερβολικό και το επιδεικτικό όμως. Άλλο πούστης και άλλο ομοφυλόφιλος. Τι μου επιδεικνύεσαι με το έτσι θέλω; Αν κυκλοφορεί ο άλλος σαν κίναιδος και το κάνει επίδειξη, δεν θα κάνω πως δεν το βλέπω για να μην χαρακτηριστώ ρατσιστής. Όπως και αν δω κάποιον υπερμάτσο να υπερηφανεύεται για το ποσό μεγάλη μπούτσα έχει και δασύτριχη μασχάλη, πάλι δεν θα κρατηθώ και θα το σχολιάσω. Το σύμφωνο συμβίωσης το κατοχυρώσατε, τι θέλεις τώρα; Δείχνει ο γκέι τον στρέιτ λέγοντας πως υστερεί και είναι όλα μια χαρά. Λέει ο στρέιτ κάτι αντίστοιχο και είναι ρατσιστής. Άντε χάσου από δω χάμω, νούμερο! Πάμε να φύγουμε ρε Ιάσονα».
Αφήσαμε πίσω μας τον πολύ οργισμένο αυτόν τύπο και προχωρήσαμε. Εκείνος μας φώναξε:
«Να καείτε στην κόλαση, παλιοφασίστες! Ακούς; Στην κόλαση να καείτε!».  
Καθώς προχωρούσαμε, γύρισα προς τον Αλκίνοο.
«Πωπω ρε φίλε, ασυγκράτητος είσαι, έτσι; Καλά του τα ‘πες όμως». 
Εκείνος δεν μίλησε, παρά μόνο ύστερα από δέκα λεπτά με σοβαρό ύφος μου είπε:
«Το να σέβεσαι τη διαφορετικότητα του άλλου έχει γίνει πολύ δύσκολο στην εποχή μας φίλε. Τόσο δύσκολο, που πρέπει να καταπιέζεις πολλές φορές τη δική σου “μη διαφορετικότητα”, όποια κι αν είναι αυτή».
Δεν μπορούσα παρά να συμφωνήσω.




11


Πιο κάτω συναντήσαμε δυο κοπελίτσες που στέκονταν παράμερα σε ένα υπόστεγο, σαν να προσπαθούσαν να κρυφτούν. Μας κοίταξαν τρομαγμένες και η μια τράβηξε την άλλη άγαρμπα στο μέρος της. Πρόσεξαν τα πρόσωπά μας και από την έκφρασή τους υπέθεσα πως κατάλαβαν ότι δεν αποτελούμε κίνδυνο.
«Συγγνώμη παιδιά, μήπως θα μπορούσαμε να περπατήσουμε μαζί σας μέχρι λίγο παρακάτω;», μας απηύθυναν κουνώντας νευρικά το ένα χέρι.
«Τι σας συμβαίνει δεσποινίδες;», τις ρώτησε ο Αλκίνοος, κορδώνοντας το κορμί του.
«Έχει αγώνα εδώ στο γήπεδο και ακούγονται διάφορα. Μπορείτε να έρθετε μαζί μας μέχρι να περάσουμε;»
Πράγματι, λίγα μέτρα παρακάτω βρισκόταν ένα γήπεδο.
«Βεβαίως. Και το συζητάτε;», απάντησε ο Αλκίνοος με ασυνήθιστη γλυκύτητα.
Προχωρήσαμε προς το μέρος τους και εκείνες μπήκαν ανάμεσά μας και μας έπιασαν από τα μπράτσα. Ένιωσα τον φόβο στην αναπνοή τους. Πήγα να μιλήσω αλλά ο Αλκίνοος με πρόλαβε.
«Για να δούμε, τι συμβαίνει λοιπόν το τόσο τρομακτικό». Κινήσαμε προς την είσοδο του γηπέδου και σταθήκαμε στην πύλη.
«Βλέπετε; Δεν συντρέχει κανένας λόγος ανησυχίας, δεσποινίδες μου. Δεν έχει αγώνα ακόμα. Αυτό είναι προσομοίωση αγώνα. Έχουν γύρισμα για το ματς που θα γίνει το βράδυ. Ελάτε, μην φοβάστε, σας παρακαλώ. Για κοιτάξτε πιο καλά», και όλοι συγκεντρώσαμε το βλέμμα μας μέσα στο στάδιο.
«Οι φασαρίες», συνέχισε, «είναι γραμμένες σε κείμενο αν κοιτάξετε καλά. Οι θεατές διαβάζουν τους ρόλους τους και οι παίκτες προβάρουν τόσο τον αγώνα όσο και το αποτέλεσμα, έτσι ώστε να είναι πειστικό. Να, εκεί κάτω άμα δείτε, ένας υποδύεται τον τραυματισμένο. Να! Τον βλέπετε πως σηκώθηκε; Να! Τώρα ξανάπεσε. Κάνει την σκηνή του τραυματισμού από την αρχή. Βλέπετε;»
Εκείνες χαλάρωσαν λιγάκι το σφίξιμο στα μπράτσα μας και φάνηκε πως κάπως είχαν ηρεμήσει από τον πανικό. Κούνησαν τα κεφάλια τους καταφατικά.
«Ελάτε, ελάτε μαζί μας. Ας προχωρήσουμε παρακάτω».
 Περάσαμε και αφήσαμε το γήπεδο πίσω μας, όταν φτάσαμε στο κέντρο της Αθήνας. Κόσμος συνέρεε. Καπνοί στον αέρα και θόρυβος. Η μια κοπέλα με έπιασε από το χέρι και με σταμάτησε.
«Μα ελάτε σας παρακαλώ», είπα. Όμως ο Αλκίνοος δεν με άφησε να ολοκληρώσω.
«Καλά σας λέει. Πάλι φοβάστε; Δεν είναι τίποτα. Όπως και πριν. Αυτά είναι απλά επεισόδια. Όπως εκείνα της αγαπημένης σας σειράς. Ίσα-ίσα που τα επεισόδια της σειράς που παρακολουθείτε είναι πιο αληθινά από αυτά εδώ πέρα. Σήμερα το πρωί εξελέγη νέος νόμος που καταρρακώνει τους χαμηλόμισθους και τους καταδικάζει στην εξαθλιωτική ένδεια».
«Ναι, κάτι ακούσαμε. Στην τηλεόραση είπαν πως θα γίνονταν φασαρίες και διαδηλώσεις», απάντησαν.
«Πολύ σωστά», πετάχτηκε ξανά ο Αλκίνοος. «Γι’ αυτό και είναι τα ΜΑΤ και χτυπάνε τους διαδηλωτές. Μα καλά, τι κάνετε; Φοβάστε; Σας παρακαλώ. Δεν μπορώ να σας βλέπω τρομαγμένες για αυτά τα χαζά πράγματα. Ας προχωρήσουμε και θα δείτε τι συμβαίνει. Ελάτε.
»Να, ορίστε. Βλέπετε; Δεν είναι αληθινά. Πρόβα κάνουν την αυριανή κοινή γνώμη. Να! Ψεύτικο είναι και το αίμα. Σκύψτε λιγάκι να δείτε και εσείς. Ορίστε! Πιάστε το. Κραγιόν είναι. Δεν είναι αίμα. Να, και το παιδάκι δεν είναι νεκρό, αλλά παίζει πολύ καλά τον ρόλο του. Αν το σκουντήξετε... » και έσκυψε στα γόνατα, «αν το σκουντήξετε, να! Χαμογελάει. Τι; Θέλετε να βγάλετε μια “νεκρ-elfie; Βεβαίως, δεν νομίζω να έχει αντίρρηση το παιδάκι. Πουλάει ο θάνατος, και πολύ μάλιστα».
Καθώς άστραψε το φλας, διαδηλωτές και αστυνομικοί σιώπησαν και παύοντας κάθε κίνηση και ήχο μας κοίταξαν περίεργα.
«Συγγνώμη φίλοι μου που διακόπτουμε, συγγνώμη. Φεύγουμε», τους είπε ο Αλκίνοος, υψώνοντας το χέρι.
«Ελάτε, πάμε να μην ενοχλούμε τους ανθρώπους που κάνουν την δουλειά τους. Βλέπετε δεσποινίδες πως η ψηφιακή εποχή έχει μπει για τα καλά στις ζωές μας. Πλέον θα είναι όλα τρισδιάστατα. Δεν συμβαίνουν τώρα όλα αυτά τα επεισόδια. Αύριο θα συμβούν. Στην τηλεόραση. Στον πραγματικό κόσμο. Άλλη αίγλη έχει να βλέπεις την επανάσταση στην καλύτερη ανάλυση μέσα στην άνεση του σπιτιού σου.
»Τι λέτε, μιας και περάσαμε τόσο όμορφα και εποικοδομητικά, να πηγαίναμε κάπου για φαγητό; Θα θέλατε την παρέα μας; Από δω ο Ιάσονας, ο φίλος μου, που δεν έχει βγάλει τσιμουδιά»
«Μα δεν με άφησες και καθόλου να μιλήσω», τον διέκοψα.
«Το δικό μου είναι Αλκίνοος» συνέχισε αγνοώντας με. «Τι λες, Ιάσονα; Θα πάμε τις κοπέλες για φαγητό;»
«Ναι, φυσικά», απάντησα, «εάν το θέλουν και οι ίδιες».
Πήγαν δυο βήματα παρακάτω και έκαναν μια μικρή σύσκεψη. Ύστερα γύρισαν και μας είπαν ότι δεν είχαν πρόβλημα.
«Εξαίρετα», αναφώνησε ο Αλκίνοος. Παρ’ότι ήμουν λιγάκι κουρασμένος, η γυναικεία παρουσία με αναπτέρωσε.
Ο Αλκίνοος συνέχισε:
«Δυο στάσεις πιο κάτω βρίσκεται ένα εκπληκτικό εστιατόριο, από τα αγαπημένα μου. “Ντοστογεύσεις” λέγεται. Τι λέτε; Πάμε να πάρουμε το μετρό;».
Καθώς ήμασταν στον συρμό, ένιωσα μια περίεργη αίσθηση στο χέρι μου. Μια ξεδιάντροπη γλωσσίτσα να με γλείφει. Γύρισα και είδα ένα μικρό σκυλάκι, το οποίο κρατούσε μια κοπέλα στην τσάντα που είχε περασμένη στον ώμο της. Η κοπέλα μου ζήτησε συγγνώμη και εγώ της απάντησα πως δεν είχα κανένα απολύτως πρόβλημα.
«Η τσάντα είναι ειδική για σκύλους; Μήπως είναι “Σκυλουί Βιτόν;”», την ρώτησα εύθυμα.
Με κοίταξε απαθής και μου απάντησε:
«Όχι», και γύρισε από την άλλη.
Το βρήκα αστείο το λογοπαίγνιο που έκανα. Γύρεψα το γέλιο, ένα μειδίαμα, ένα τόσο δα μικρό ανεπαίσθητο γελάκι στην παρέα μου. Αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Ο Αλκίνοος είχε μονοπωλήσει το ενδιαφέρον των δεσποινίδων μας. Ένιωσα αμηχανία.
Φθάσαμε στο εστιατόριο. Οι κοπέλες προπορεύθηκαν για λίγο. Ο Αλκίνοος και εγώ με τα μάτια κάναμε την μοιρασιά, χρησιμοποιώντας τα ονόματα των κοριτσιών. Εκείνος την δεξιά, εγώ την αριστερή. Αισθάνθηκα ριγμένος.
Ποιος θέλει όμως να γυρίζει σπίτι και να επιδίδεται σε κατά μόνας ηδονές κάθε βράδυ; Είναι φορές που το προτιμά κανείς, δεν λέω. Είναι μια αξιοπρεπής διέξοδος από την μοναξιά. Η πιο σύντομη διαδρομή προς την πληρότητα. Και γεωμετρικά αν το σκεφτώ δηλαδή, μεταξύ δύο σημείων, εμού και της κοπέλας, η αυτοϊκανοποίηση είναι ο πιο σύντομος δρόμος και όχι η ευθεία.
Αλλά πριν από την “μαλακία”, πάντα πιστεύεις πως μπορείς και καλύτερα. Σαν καταλήξεις σε αυτήν όμως, αν μη τι άλλο πέφτεις στην ζέστη αγκαλιά μιας αρχέναης θαλπωρής και παρηγοριάς. Μην την απαρνηθείς ποτέ. “Γιατί αυτή σ’ έδωσε το ωραίο ταξείδι”. Επιπλέον είναι ασφαλής και σε γλιτώνει από σκοτούρες και τρεχάματα.
Ο σύγχρονος κόσμος όμως το έχει καταστρέψει και αυτό. Υπερκαταναλωτισμός. Γι’ αυτό και θέλει προσοχή. Όχι γιατί είναι αμαρτία να αφήσεις τον σπόρο σου να πέσει κάτω. Όχι, καμία σχέση. Απλώς πρέπει να αποτελεί μέρος της επιμέλειας του εαυτού. Αλλά όχι εξ ολοκλήρου. Ο Ουίλιαμ Μπλέηκ είπε πως ο δρόμος της υπερβολής οδηγεί στο παλάτι της σοφίας. Αν την παίζεις όμως από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν θα αναγνωριστείς ως ο πλέον σοφός άνθρωπος. Χρειάζεται σύνεση και όχι σπατάλη.
Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου έναν σώφρονα καταναλωτή. Ενταγμένο σε ένα πλαίσιο γυμναστικής, τακτικό και εύρυθμο.
Μπήκαμε στο εστιατόριο, που πράγματι ήταν πάρα πολύ όμορφο και υποτίθεται πως επρόκειτο για κάτι κουλτουριάρικο. Όλα τα πιάτα ήταν ένας ευφάνταστος τίτλος γνωστών βιβλίων, με μια ζωηρή περιγραφή από κάτω. Εγώ παρήγγειλα ένα “Φρίντρηχ σνίτσελ”, ένα φιλοσοψημένο κομμάτι χοιρινό, και ο Αλκίνοος ένα πικάντικο πιάτο, ονόματι “Tα κεφτεδάκια της οργής”. Οι κοπέλες το σπέσιαλ “Εμίλ μπριζολά”. Για επιδόρπιο συμφωνήσαμε στον “Τελευταίο πειρασμό”, ένα προφιτερόλ σκέτη αμαρτία. Όλα πήγαιναν εκπληκτικά.
«Όπως βλέπετε, δεν σας έφερα όπου κι όπου» δήλωσε ο Αλκίνοος με στόμφο.
«Οι Ντοστογεύσεις είναι ένα μαγαζί εν είδει εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας. Ελαφριά εδέσματα προς όλους, έτσι ώστε να είναι ευκολοχώνευτα».
Ξεκινήσαμε την γνωριμία μας και ο καθένας ανέφερε μερικά πράγματα για τον εαυτό του. Η κοπέλα που ενδιέφερε τον Αλκίνοο, μας είπε πως είχε από μικρή την επιθυμία να ακολουθήσει την υποκριτική και πως αυτό θα έκανε μόλις τελείωνε με το πρώτο της πτυχίο.
 «Α, ωραία. Θα μου έρθεις και πιο οικονομικά», της είπε. «Όταν θα σου κάνω πρόταση γάμου, θα έχω μαζί μου ένα μονόπρακτο, αντί για μονόπετρο!».
 Στο τέλος της απήγγειλε και ένα κομμάτι από το ποίημα του Ελύτη, “Δεν ξέρω πια την νύχτα”, που είχε αποστηθίσει και εκεί έλιωσε η κοπελίτσα. Πολύ ωραίο μου φάνηκε και εμένα.
Είχα αρχίσει να εντυπωσιάζομαι από την προσωπικότητα του Αλκίνοου. Καθώς η ώρα περνούσε, έστρεψα την κουβέντα προς την κοπέλα που προοριζόταν για μένα, διότι ως τώρα δεν συμμετείχα στην συζήτηση παρά μόνο σαν ακροατής.
«Για πες εσύ», της είπα, «σ’ αρέσει το διάβασμα;»
«Ναι», μου απάντησε, «πολύ».
«Μια χαρά» απάντησα. Για να δούμε τι διαβάζει... Ίσως να έχω καμιά καλή ατάκα να πω και εγώ.
«Μάλιστα το έχω και μαζί μου», συνέχισε και έκανε μια κίνηση με το χέρι της βγάζοντας από την τσάντα της ένα μεγάλο, μπλε βιβλίο. “Bill Clinton, my life”.
 Ξαφνιάστηκα και κοιτάχτηκα με τον Αλκίνοο μες στα μάτια. Εκείνος μου μόρφασε κοροϊδευτικά.
«Εντάξει», της είπα θέλοντας να πω ένα αστειάκι χωρίς να το καλοσκεφτώ. «Όταν φτάσεις στο τσιμπούκι, πες μου!».
Σηκώθηκαν θιγμένες και χωρίς καν να χαιρετήσουν, άρπαξαν τις τσάντες τους και έφυγαν.
«Καλά τα κατάφερες, μπούμπη. Μπράβο!» μου είπε ο Αλκίνοος. «Ευτυχώς για σένα, πρόλαβα να πάρω το νούμερό της. Ήταν καλό όμως το αστειάκι σου».
Στον δρόμο του γυρισμού και ενώ είχαμε ακόμα πολύ περπάτημα προς τα πίσω, πρότεινα στον Αλκίνοο να σταματήσουμε ένα ταξί για να φθάσουμε μια ώρα αρχύτερα.
«Μου αρέσει το περπάτημα. Αν θέλεις, πάρε εσύ. Εγώ θα περπατήσω. Είναι η καλύτερη άσκηση για το πνεύμα».
(συνεχίζεται)