Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

“Core ‘ngrato”

ποιητική συλλογή της Άννας Καράκοντη

από τις μικρές εκδόσεις

   

Όταν προσεγγίζουμε τον ποιητικό λόγο και επιχειρούμε να αποκαλύψουμε και τον ποιητή που κινεί τις λέξεις, γίνεται αντιληπτή η προσωπική διάσταση του εγχειρήματος. Κάθε διάβασμα της ποίησης φέρνει και διαφορετική κρίση γι’ αυτήν. Όχι τόσο γιατί ισχύει αυτό που συνήθως λέγεται, ότι δηλαδή ο ποιητικός λόγος διακρίνεται από μια υποκειμενικότητα. Αυτό ισχύει για κάθε λογοτεχνική πρόταση, ακόμη και την πιο πεζή στη διατύπωσή της, αρκεί φυσικά να πρόκειται για γνήσια κατάθεση του εσωτερικού κόσμου του γράφοντος. Στην ποίηση, όμως, ο λόγος συχνά υποκρύπτεται πίσω από τη μεταφορικότητα ή και την υπαινικτικότητα της έκφρασης. Ας παραδεχθούμε, ωστόσο, πως αυτά τα δύο χαρακτηριστικά είναι που τη θρέφουν και τη διακρίνουν από τα άλλα λογοτεχνικά είδη.
Εφόσον με το ποιητικό κείμενο συστήνεται κάθε φορά ο ποιητής, ο μόνος δρόμος προσέγγισης του κόσμου του είναι ο λόγος του. Πίσω από τις ποιητικές προτάσεις ανακαλύπτουμε τον τρόπο που αυτός αυτοπροσδιορίζεται. Πώς εμφανίζεται το ποιητικό υποκείμενο; Είναι μοναχικό ή εντάσσει τον εαυτό του σε μια ευρύτερη ομάδα; Το εγώ, το εμείς αλλά και ο χώρος, μέσα στον οποίο αυτή η διττή υπόσταση εντάσσεται και διεκδικεί το πρόσωπό της.
Με οδηγό τον ποιητικό της λόγο μπαίνουμε στον κόσμο της Άννας Καράκοντη.

Μα εγώ δεν μοιάζω με τη χίμαιρα
κι ας έχω δυο φτερά πουλιού
στο μαξιλάρι κάθε βράδυ με μποδίζουνε (τα όποια όνειρα)
και το πρωί άπιαστη μένω στη γωνία
Μα εγώ δεν μοιάζω με στοιχειό
έχω καρδιά βαριά αιμάτινη
και κάθε τρεις και λίγο με μποδίζει
σαν των θεριών τα νύχια
τ’ ατσαλάκωτα

Η ποιήτρια δίνει μορφή στον εαυτό της απορρίπτοντας όλα τα χιμαιρικά και αόριστα (χίμαιρα, στοιχειό) για να δώσει έμφαση στα περισσότερο γήινα και ανθρώπινα. Αφήνει μόνο δυο φτερά πουλιού.
Σημειολογικά αυτό παραπέμπει σε μια απόδραση, έστω σε μια επιθυμία ή υποψία φυγής.
Από τι, λοιπόν, επιθυμεί να αποδράσει;
Η ποίηση της Άννας έχει γυναικείο χέρι πίσω της. Όχι με την παρεξηγημένη σημασία του όρου στη σύγχρονη λογοτεχνία. Όχι γιατί τάχα ο ανθρώπινος πόνος διαφοροποιείται από το ένα φύλο στο άλλο. Ίδιος είναι και διάκριση δεν κάνει. Η βίωσή του, όμως, είναι που δίνει αυτό το ελάχιστο επιπλέον βάρος και αλλάζει την εικόνα. Μπορεί να ευθύνεται το θηλυκό γονίδιο, μπορεί η διαφορετική δομή του εγκεφάλου, μπορεί περισσότερο η δομή της κοινωνίας που δρομολογεί τη γυναίκα στην έκφραση των συναισθημάτων της χωρίς ενοχές αλλά ταυτόχρονα και στη συνειδητοποίηση του ρόλου της, να πρέπει να στηρίξει όλους αυτούς που βρίσκονται γύρω της και δεν αντέχουν το βάρος του εαυτού τους.  Δυο όψεις τόσο διαφορετικές, οι δυο όψεις μιας αντίφασης που η γυναίκα οφείλει να βιώσει, απολύτως συμφιλιωμένη με τη διττή υπόσταση του απαιτούμενου ρόλου. Πρέπει να αντέχει όχι μόνο το δικό της αλλά και το βάρος των άλλων. Όλο αυτό συχνά εκφράζεται με την ποιητική γραφή.
Διαβάζεις τα ποιήματά της και ανακαλύπτεις στίχο τον στίχο τη γυναικεία παρουσία. Μπορεί να είναι η μητέρα σε ρόλο μιας σταθεράς προσδιορισμού, που ωστόσο το μόνο που διασώζει και μεταφέρει είναι το μερτικό του πόνου, σαν μια διαπίστωση της διαιώνισης ενός ρόλου που περνά από γενιά σε γενιά:

μισοαδειασμένη ρόμπα μπήκε στο δωμάτιο
Το ρεύμα του αέρα έριξε το βάζο με τις γλυσίνες
αυτή παραπάτησε πάνω τους χωρίς να ξεχωρίζει
στάθηκε μπρος μου κι έβαλε το ξερό της χέρι στο μέτωπο
έπιασε τα μάγουλά μου χωρίς να βλέπει
-έτσι όπως πάντα-
έκατσε δίπλα μου σφίγγοντας το κενό της ρόμπας
και η σχεδόν ανύπαρκτη
ακούμπησε τα μάτια της στην καρδιά μου
όσο έκανε μετάγγιση αγάπης
μ’ απάλλασσε απ’ τα δάκρυα
«Παιδί μου μην κλαις έχω κλάψει εγώ για σένα
έχω πληρώσει και το δικό σου μερτικό» είπε
δείχνοντας τις άδειες της κόγχες...

Αλλού πάλι θα βρούμε τον έρωτα σαν μια βίωση απώλειας, μια νέα συνειδητοποίηση της μοναξιάς που φέρει μέσα του, ακόμη και στην πληρέστερη εκδοχή ανταπόκρισης.

Μου είπες:
«θα είμαι δίπλα σου
μα δεν θα σου κρατήσω το χέρι ποτέ»
Πόσο παράξενοι
είναι οι φοβισμένοι
... μερικές φορές

Μια απόδραση, λοιπόν, από τη βιωμένη αλήθεια των σχέσεων, ακόμη και των στενότερων; Μια φυγή από τη σκληρότητα των άλλων, ακόμη και στην προσπάθειά τους να σταθούν συμπαραστάτες;
Μήπως μια στροφή του προσώπου στον καθρέφτη; Θα τολμήσω να πω ότι οι στίχοι της Άννας εκπέμπουν μια σκληρή, ή έστω καθόλου ήπια εκδοχή της γυναικείας φύσης. Νιώθεις πως ξεχωρίζουν μέσα στη θάλασσα των στίχων οι δικοί της με την αλήθεια τους αλλά κυρίως με την απόλυτη συνειδητοποίηση του γυναικείου ρόλου. Δείτε εδώ τον τρόπο που ρίχνει τις λέξεις της μία μία φτιάχνοντας αυτή την ειρωνική εικόνα, η οποία αναπόφευκτα καταλήγει στον απόλυτο αυτοσαρκασμό:

Εμάς μας αρέσει η τσάκιση
ο άνδρας να ’ναι άνδρας
με την κόψη στο παντελόνι
Εμάς μας αρέσει το τραπέζι
να ’ναι γερό ξύλινο με ρόζους
ν’ αντέχει το χτύπημα του χεριού του
Εμάς μας αρέσει ο βήχας
που ακούγεται απ’ την αυλόπορτα
κι η αγωνία μάς κλείνει το στόμα
Εμάς μας αρέσει η γραβάτα
να είναι σφιχτοδεμένη κι άκαμπτη
που ν’ ακινητοποιεί τον αμφιβληστροειδή μας
Εμάς μας αρέσει
...
είναι υποχρέωσή μας...



Η ποιήτρια πότε με παρρησία προβάλλεται μέσα από το απόλυτο εγώ και τη χρήση του πρώτου προσώπου, έτσι που να μην υπάρχει καμία αμφιβολία για την έκθεσή της στα μάτια μας, γιατί ένα ακόμη χαρακτηριστικό της είναι η ευθύτητα του λόγου. Άλλοτε πάλι προτιμά την κάλυψη πίσω από το εμείς που εξ ίσου όμως αφήνει εκτεθειμένη τη συμπερίληψή της μέσα στο σύνολο των γυναικών.
Όλη αυτή η έκθεση όμως δεν αφήνει τραύματα; Ή μήπως η αντιμετώπιση της ζωής, έτσι όπως λιτά και κοφτά στιχουργείται στην ποίηση της Άννας, φτιάχνει και την απαραίτητη πανοπλία;
Έτσι, χωρίς σταθερές να ακουμπήσει, σε απόλυτη συνειδητοποίηση των τραυμάτων που έχει δεχθεί, με απανωτά δεν και αρνήσεις συνεχείς, καταλήγει να οπλιστεί με μια ερώτηση, που διεκδικεί τόσο μια άμυνα όσο και μια επίθεση.

Κι εμένα τι με νοιάζει
σπάω το κεφάλι μου να βρω
κι εμένα τι με νοιάζει
δεν έχω πια αγάπη εκεί
δεν έχω πια νησί
δεν έχω δάκτυλο βαλμένο στην πληγή
ούτε κερί σε μανουάλι αναμμένο
δεν έχω κτήμα
ούτε κέντημα αφημένο στην αυλή
καμιάς εικόνας μέρος πια δεν είμαι
κανείς δεν με θυμάται
ούτε κι αυτή η μνήμη μου η στραβή
δεν ξενυχτάει πια στη σκέψη μου εκείνη
δεν έχω σχέση
ούτε δικαίωμα πατρίδας
δεν έχω αφήσει κύμα στεναγμό ακρογιάλι αδιάβατα
να περιμένουν
κι αν τύχει και με δει κανείς
απλά θα προσπεράσει
δεν έχω πια ζωή εκεί
δεν έχει κτύπο η καρδιά σφυγμό λυγμό
μόνο ματώνει κάθε τόσο και στραγγίζει
Κι εμένα τι με νοιάζει
σπάω το κεφάλι μου να βρω
κι εμένα τι με νοιάζει...

Αν η ποίηση αποτελεί μια χαραμάδα από την οποία κοιτάζουμε το πρόσωπο της ποιήτριας, ταυτόχρονα αποτελεί και τον τρόπο που η ίδια μπορεί να αντιμετωπίζει τον εαυτό της και τους άλλους. Η σχέση της ποιήτριας με το δημιούργημά της, μια σχέση αίματος. Σχέση και νοητική αλλά και σωματική.
Το αν το οπλοστάσιο που της δίνει η ποιητική έκφραση είναι ικανό να τη φέρει, εν είδει σωσίβιας λέμβου, με ασφάλεια στην ακτή ίσως δεν είμαστε εμείς σε θέση να εκτιμήσουμε.

δεμένη στο κατάρτι με βουλοκέρι στ’ αυτιά,

σημειώνει 

τις απώλειες
τις απουσίες
τις ήττες


Έτσι θα μείνει να αιωρείται ανάμεσα στο «έξω από τη ζωή» και στο «μέσα της ποίησης» ή (αν ο ποιητικός λόγος λειτούργησε σωστικά)  ανάμεσα στο «μέσα της ζωής» και στο «έξω από την ποίηση», για να θυμηθούμε εδώ και τον άλλο ποιητή που εκτιμά την ίαση μέσω της ποίησης, ακόμη κι αν έρχεται για λίγο. Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που η δημιουργία κοινοποιείται και αποκτά αποδέκτες όλα είναι ανοιχτά, και ο δημιουργός θα πρέπει να οπλιστεί εκ νέου για να αντιμετωπίσει το πώς εισπράττεται πλέον το έργο του από τους «έξω αυτού ευρισκόμενους».

Η ποιητική πρόταση της Άννας είναι ξεκάθαρη. Μετράει τις λέξεις της μία προς μία και της δίνει χωρίς ίχνος ωραιοποίησης. Με συχνούς αιφνιδιασμούς συσχετισμού των λέξεων. Όχι με τη συνηθισμένη ανέμπνευστη χειρωναξία που πολλοί προτιμούν στην ποίησή τους. Συνηθίζεται αυτή η ανάμειξη των αντιθέτων ή αντιφατικών από πολλούς σύγχρονους ποιητές, ακόμη και από μεγάλα εν ζωή ονόματα. Συχνά, όμως, δεν είναι παρά μια επιφανειακή ανάμειξη υλικών που αποκαλύπτουν περισσότερο την ένδεια ή ακόμη και μια προφανέσταη απόπειρα ρηχού εντυπωσιασμού. Γιατί η συσχέτιση των αντίθετων λέξεων απαιτεί πρωταρχικά την εσωτερική τους σύνδεση. Πρέπει ο ίδιος ο δημιουργός πρώτα να έχει ξαφνιαστεί από τα όσα παράδοξα υποσυνείδητα έφερε σε άμεσο συσχετισμό, προκειμένου και ο αποδέκτης της ποίησης να αιφνιδιαστεί με το αποτέλεσμα και να θαυμάσει τον λόγο του. Η ποίηση δεν είναι παιχνίδι, δεν είναι ένα παζλ λέξεων. Είναι βίωμα. Γι’ αυτό και η ποίηση της Άννας ξεχωρίζει. Νιώθεις πως όλο αυτό δεν γράφτηκε εν είδει παιδιάς. Οι στίχοι της πρώτα βρήκαν στόχο την ίδια, για να φτάσουν μετά σε όλους εμάς.

τι παράπονο να έχω;
όταν κλείνω την πόρτα
ακονίζω τα λόγια μου
τα πικραίνω
τα ξηραίνω
ύστερα τα δοκιμάζω πάνω μου
να δω την αποτελεσματικότητά τους
τι παράπονο να έχω;
ο πόλεμος σε καιρό ειρήνης
θέλει θυσίες...

Έτσι είναι. Αλλιώς δεν γράφεται ούτε ένα δίστιχο ανεκτό στην αισθητική μας. Η Άννα συνταιριάζει μέσα της τα αντιφατικά των σχέσεων, των συμπεριφορών, των ρόλων που καλούμαστε να παίξουμε σε μια κατ’ ουσίαν αντιφατική ζωή. Κι έτσι διασώζεται -αν και εφόσον διασώζεται- και έτσι προτείνει και τους στίχους της σε μας.

Κοιτάζω, εν κατακλείδι, το εξώφυλλο αυτής της ιδιαίτερα προσεγμένης έκδοσης. Μια φωτογραφία της ποιήτριας, η οποία παρουσιάζει την αισθητική της αντίληψη και σ’ αυτή την τέχνη. Μια γυναίκα στραμμένη πλάτη κοιτάζει τον τοίχο όπου διαγράφεται η σκιά της, ατενίζει το είδωλό της όπως το θέλει ο φωτισμός από γύρω. Το εγώ, το εμείς της γυναικείας παρουσίας, ο χώρος, με τις απαραίτητες αλληλεπιδράσεις. Όλα εδώ σε μια εικόνα που αντιστοιχεί απολύτως στο εσωτερικό του βιβλίου. Σημειολογικά ένα από τα καλύτερα εξώφυλλα που μπορώ να φέρω στο μυαλό μου. Και αν το εξώφυλλο είναι η πόρτα που οδηγεί στο περιεχόμενο και όχι απλώς ένα απαραίτητο κάλυμμα, έχω να πω ότι εδώ με το που βλέπεις την «πόρτα» προετοιμάζεσαι για τον έσω τόπο.


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση στο Fractal http://fractalart.gr/core-ngrato/)