Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

«Η ιστορία της Σ.»

της Χρύσας Φάντη

από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη




«Σκάλα Ερεσού. Αυτή είναι. Αλλά θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε άλλος δύσβατος τόπος. Οποιοσδήποτε χωμένος στην κόκκινη πέτρα. Ου Τόπος.»

Και η παραπάνω θα μπορούσε να είναι μια πολύ σύντομη αναφορά σε όλη την ιστορία της Σ. Έτσι όπως μας ανοίγει ένα ένα τα μυστικά χαρτιά της για να ανακαλύψουμε τα πρόσωπα και τα προσωπεία της, τις διαφορετικές εκδοχές μιας παράδοξης αφήγησης. Ου τόπος ή το πολύτοπο μιας ιστορίας; Ένα πρόσωπο, πολλά πρόσωπα ή κανένα πρόσωπο;

Η Χρύσα Φάντη έχει στα χέρια της μια ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία ξεκινά τη δεκαετία του ’50 και θα καλύψει άλλες δύο δεκαετίες, στην Ερεσό, στην Αθήνα, στο Παρίσι. Με κεντρική ηρωίδα τη Σοφία. Δεν θα ακολουθήσει, όμως, μια ευθύγραμμη αφήγηση, ούτε θα επιλέξει απλώς τη χρονική μετατόπιση, προσφιλή και δοκιμασμένη μέθοδο σε πολλά μυθιστορήματα. Θα επιχειρήσει να «κόψει» το υλικό της σε «φέτες ζωής», όπως μας πληροφορεί στο οπισθόφυλλο, προϊδεάζοντάς μας έτσι για μια πρωτότυπη γραφή. Γιατί, η συγγραφέας εδώ θα αφηγηθεί την ιστορία της με όσες δυνατότητες της δίνει η ποικιλία αφηγηματικών τρόπων και τεχνικών, αιφνιδιάζοντάς μας από κεφάλαιο σε κεφάλαιο. Σαν να αρχίζει ένα παιχνίδι με τη θεωρία της λογοτεχνίας. Ταυτόχρονα θα συνομιλήσει με γνωστά έργα κλασικών αλλά και νεότερων συγγραφέων.
Πώς γίνεται να χωρέσουν στον κορμό της αφήγησης ο Δάντης, ο Κάφκα, η Γέλινεκ, ο Κορτάσαρ, οι ψαλμοί του Δαυίδ, ο Βενέζης ή η Καραπάνου; Και όλοι αυτοί να δένουν απολύτως με τον αφηγημένο λόγο έτσι όπως αποσπασματικά εκτίθεται, και να προκύπτει εντέλει η ιστορία εν συνόλω;

Όταν ξεπεράσει ο αναγνώστης το αρχικό ξάφνιασμα, καθόσον όλο αυτό πολύ απέχει από μια συνηθισμένη γραφή, αφήνεται να συνθέσει την ιστορία με όσα στοιχεία κάθε φορά έχει στα χέρια του, αντιλαμβανόμενος ότι ο ρόλος του δεν μπορεί να αρκεστεί μόνο στα πλαίσια της ανάγνωσης. Απαιτείται σύνθεση του υλικού και επεξεργασία νοητική προκειμένου να αποκαλυφθεί όλη η ιστορία.

Σε ένα τόσο πολύμορφο μυθιστόρημα κατά λογική αναγκαιότητα και η ηρωίδα θα όφειλε να έχει πολλά πρόσωπα. Είναι η Σοφία, είναι η Σ. η Σουτ (από το σσστ), τελικά είναι η Χρύσα, που μιλά υποκρυπτόμενη πίσω από τη μυθοπλαστική φιγούρα για να πει αυτά που κάθε συγγραφέας λέει με το στόμα του ήρωά του. Αυτά που καλύπτει με τη σιωπή της η απομονωμένη νησιωτική περιοχή, αυτά που δεν τολμούν μήτε οι ήρωες να παραδεχθούν. Πόση ανοχή μπορεί να εισπράξει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη; Πώς διαπλέκονται οι σχέσεις των μελών μιας οικογένειας, και πώς καλύπτονται τυχόν παρεκτροπές; Και η γνώση των αληθινών γεγονότων πότε έρχεται και μετά από ποιες ψυχοφθόρες διαδικασίες ενηλικίωσης;



Όλα αυτά με μια γλώσσα που πειραματίζεται και αυτή ως όχημα των διαφορετικών αφηγηματικών τεχνικών. Η Χρύσα Φάντη παίζει με τις λέξεις, εντάσσοντας και αυτές στην ανομολόγητη συνωμοσία με τον αναγνώστη. Δεν παζαρεύει μαζί τους, αυτές είναι, σε χτυπούν κατάστηθα  και σε όποιον αρέσουν. Μα, θα λέγαμε, όλο το κείμενο βάζει ένα στοίχημα με το αναγνωστικό κοινό. Το αν θα κερδηθεί ή όχι εξαρτάται από την ικανότητα πρόσληψης που έχει ο αναγνώστης με την ιδιόμορφη λογοτεχνία. Ίσως εθισμένος σε πιο εύκολες φόρμες γραφής να δυσκολευτεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πλοκής έτσι όπως αυτή διαρκώς μεταμφιέζει την όψη της από την κλασική αφηγηματική δομή ως τα όρια του ποιητικού λόγου, γιατί ακόμη και η ποιητική διάταξη έχει τη θέση της εδώ.

«Κι ύστερα;
Ύστερα τίποτα. Αψιμαχίες τέλος. Αδιευκρίνιστοι κρότοι τέλος.
Και οι νάρκες στο πάτωμα; Η βόμβα που ήδη κρεμόταν απ’ το ταβάνι;
Απ’ τον σύζυγο κιχ. Το στοματάκι του λουκετάκι.
Τσιμουδιά.
Ούτε άχνα.
Μια τελευταία ρουκέτα της Μισέλ, ένα κακιασμένο ‘θα μου το πληρώσεις’.
Κύκνειο;
Τελεσίδικο.»

Στη συναρμολόγηση των πλάνων της ιστορίας σημαντική βοήθεια προσφέρουν τα αποσπάσματα από άλλα κείμενα που παρατίθενται στην αρχή των κεφαλαίων σε μια διακειμενική συνομιλία. Όπως η φράση του Κάφκα «Να τους ξεφύγω. Κάποιο επιδέξιο πήδημα. Στο σπίτι, δίπλα στη λάμπα, στο ήσυχο δωμάτιο» μας προετοιμάζει για τη Σοφία και τη «[…]δική της εξέγερση, τη δική της προσωπική εμμονή». Ή πάλι ο Κάφκα θα μας δείξει πως η ιστορία έφτασε στην αποκάλυψη των συνδετικών κρίκων με τον δικό του λόγο «Ανακατεμένες σκέψεις που σιγά σιγά αποκτούν μορφή».

Αναρωτιέσαι διαβάζοντας αν αυτός ο τρόπος αφήγησης είναι μια καινοτομία της συγγραφέως, μια εκτροπή από το σύνηθες, ή αν είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος να βλέπεις τα πράγματα, μια που ίσως μία και μοναδική αλήθεια δεν υπάρχει παρά μόνο στο οπλοστάσιο των δογματικών. Ο κόσμος είναι μια σειρά από καθρέφτες και ο καθένας βλέπει τον εαυτό του, δίνοντας με τη δική του οπτική την αλήθεια των πραγμάτων. Όσο για τη μνήμη, αυτή κι αν παίζει παιχνίδια. Με τη μνήμη θα συμπορευτεί η Σοφία σ’ αυτό το ταξίδι εύρεσης της μιας αλήθειας, συνειδητοποιώντας πως καταλήγει στη δική της εκδοχή. Ο αναγνώστης συλλέγοντας όλα τα αποκαλυφθέντα θα συμφωνήσει μαζί της. Είναι άραγε έτσι τα πράγματα; Έφτασαν στην «καρδιά του μαρουλιού»;

Ένα μυθιστόρημα που θα γράψει τη δική του ιστορία στα λογοτεχνικά πράγματα, αν όχι για την πλοκή του και το θάρρος του να δώσει την  ρεαλιστική εικόνα του κόσμου, οπωσδήποτε για την τεχνική του. Και για την αναβάθμιση του ρόλου του αναγνώστη. Αυτού του συνένοχου στην άσκηση γραφής που επιχειρεί η Χρύσα Φάντη.


Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη ανάρτηση έγινε στο Fractal http://fractalart.gr/di-esoptrou/)