Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

«Ο βασιλιάς έρχεται όποτε του καπνίσει»

διηγήματα

του Σπύρου Γιανναρά

από τις εκδόσεις Άγρα




«Η λογοτεχνία θέλει το χρόνο ή τη στιγμή της, όπως και ο έρωτας»

παρατηρεί κάποιος από τους ήρωες των διηγημάτων του Σπύρου Γιανναρά. Και φυσικά έχει δίκιο, γιατί μια λάθος στιγμή ή μια λάθος κίνηση έχει τη δύναμη να ρίξει στην αφάνεια ένα πολύ καλό βιβλίο –κάτω από άλλες συνθήκες ανάγνωσης – ή να καταστρέψει μια σχέση που φιλοδοξούσε να μακροημερεύσει. Εν προκειμένω, έχουμε έντεκα διηγήματα να ψάχνουν το θέμα του έρωτα με μια γραφή που αξίζει κανείς να της αφιερώσει πολλές καλές στιγμές ανάγνωσης.
Μα, ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Έχουμε συνηθίσει, κυρίως τα τελευταία χρόνια, να συνδέουμε τη θεματική του έρωτα με τη γυναικεία πένα. Και αυτό έχει το κόστος του, όχι τόσο για τον αναγνώστη που αναζητά την καλή γραφή και δεν πέφτει στην παγίδα του ευπώλητου, του φανταχτερού και του ακαλαίσθητου εν τέλει. Κυρίως το κόστος αφορά την καλή λογοτεχνία (κι ας μην διαμαρτυρηθεί κανείς για τον προσδιορισμό που χρησιμοποιώ εδώ, γιατί φυσικά και υπάρχει η κακή εκδοχή της που ατύπως και ανόμως φέρει το όνομα), αφού χρεώνεται (χωρίς να έχει την ευθύνη) κάθε κακοτεχνία και κακή αισθητική που συμπαρασύρει στο διάβα της τη γνήσια ερωτική έμπνευση.
Εδώ, λοιπόν, ο Σπύρος Γιανναράς επιχειρεί στα διηγήματα της συλλογής αυτής να ανατρέψει αρκετά από τα ως τώρα δεδομένα. Γράφει ερωτικό λόγο αποδεικνύοντας ότι η βασική προϋπόθεση για να γραφτεί αυτό το πολύπαθο είδος είναι η έμφυτη (αυτό βέβαια έχει και αντίλογο) αλλά οπωσδήποτε η καλλιεργημένη επί μακρόν αισθητική. Από κει και πέρα διαγράφονται καθαρά τα όρια κίνησης του λόγου, και έτσι δίνεται και το σωστό μέτρο για ανάλογο εγχείρημα. Αν λοιπόν μιλώντας για λογοτεχνία ψάχνουμε την αισθητική του λόγου, τότε εδώ βρίσκουμε τη σοφή επιλογή των λέξεων προκειμένου να δοθεί σωστά το στίγμα των ερωτικών σχέσεων. Μια γλώσσα με δόσεις ποιητικού οίστρου, όποτε οι περιστάσεις απαιτούν το ξεστράτισμα από την πεζότητα, παράλληλα με την αγαπητή στον συγγραφέα πλαστική του λόγου με επινόηση ή με αιφνιδιαστικό συνδυασμό λέξεων, όταν η συχνή χρήση έχει θέσει εκτός μάχης τις κοινότοπες εκφράσεις. Έτσι ένα περπάτημα αποβαίνει λυσίπονο, μια σχέση αποζητά κάποια αλληλοπεριχώρηση, μια ατάκα είναι πετρόσπαρτη.

Η θεματική του συγγραφέα ορίζεται από τις πιο δύσκολες σχέσεις, αυτές των δύο ατόμων. Αυτές που κάποτε οδήγησαν στην ανάγκη της γλώσσας να εφεύρει τον δυικό αριθμό, καθόσον ο πληθυντικός δεν μπορούσε να συλλάβει την ανεπαίσθητη διαφορά της δυαδικής σχέσης από τη σχέση των τριών ή των πολλών. Είναι εκεί που δοκιμάζονται οι αντοχές των ηρώων του κι εκεί που εξαντλούνται τα όρια ανοχής της ερωτικής έλξης. Κάποιες είναι ιστορίες μοναξιάς, κάποιες άλλες διαλύονται ή ισοδυναμούν με διαλυμένες. Άλλες μοιάζουν ανολοκλήρωτες, όπως οι σχέσεις που περιγράφουν. Ο έρωτας εδώ, αν δεν απουσιάζει, αν δεν είναι χαμένος εντελώς, είναι συχνά χωρίς κώδικα συνεννόησης.

Το «δισάκι του Οδυσσέα» γεμάτο από τη γνώση ότι «… ο άνθρωπος δεν είναι φτιαγμένος για πολλούς, αλλεπάλληλους χωρισμούς. Οι πολλές πρόβες θανάτου νεκρώνουν την καρδιά».

Στο «κουτάβι που κολλάει» η μοναξιά των σχέσεων απέναντι στην άλλη μοναξιά, την αληθινή, ή ακόμη η μοναξιά του φόβου μήπως έρθει η μοναξιά.

Στην «υποψήφια για αναχώρηση» μια μικρή μελέτη θανάτου ή αλλιώς ένα άλλο κοίταγμα στη ζωή.

Στο ομώνυμο διήγημα της συλλογής, ίσως το πιο καλοδουλεμένο γλωσσικά με ολόκληρες παραγράφους να λειτουργούν υποδειγματικά για φερέλπιδες υποψήφιους συγγραφείς, νιώθεις σαν κλείσεις τα μάτια πως βρίσκεσαι μέσα στις λέξεις του. Φτάνεις στο τέλος και βάζεις κι εσύ στη σειρά λέξεις και σκέψεις: το άγγιγμα, η υπόσταση, η συνειδητοποίηση, η εικόνα προς τους άλλους, όλα λοιπόν ένα παιχνίδι, μια μαγική εικόνα με κρυμμένους κινδύνους; Ποιος εδώ είναι δυνατός στα αινίγματα;

Ένα «μαύρο άλογο» κάπου ανάμεσα στο σύνορο της νύχτας με τη μέρα, πώς βιώνει την ορφάνια;

Πόσες ερμηνείες μπορεί να δώσει κανείς στο «φιλί» του Robert Doisneau; Στο ευφυέστατο «ο Γάλλος με το μπερεδάκι» ο φακός του συγγραφέα εδώ διαφοροποιείται από τον φακό του φωτογράφου, και όλο αυτό γράφει αναπάντεχα στη σχέση δύο προσώπων άσχετων με τη φωτογραφία.

Στο «εντός του συρμού» συναντάμε την αποθέωση της συγγραφικής παρατήρησης και της περιγραφής: «… ένας ψαρομάλλης με ανάκατα μαλλιά και λευκά γένια τριών τουλάχιστον ημερών. Είχε το σκαμμένο πρόσωπο του ανθρώπου που έχει παλέψει με όλους τους αγέρηδες, τις βροχές και τα χαλάζια, είτε στην ανοιχτή θάλασσα είτε στο κακοτράχαλο χωράφι. Φορούσε ένα χοντρό μάλλινο πουλόβερ άλλης εποχής, με μεγάλους χτυπητούς ρόμβους, κι ένα μπλε ελεκτρίκ λεπτό αντιανεμικό μπουφάν ποδηλάτη. Είχε το αφύσικα πρησμένο χέρι της σκληρής χειρονακτικής εργασίας πάνω στην παλάμη της θλιμμένης γυναίκας, που την είχε εγκαταλείψει στο γόνατό του και τη χάιδευε σιωπηλά, με άφατη τρυφερότητα, κινώντας ανεπαίσθητα τον αντίχειρά του πάνω στην αργασμένη της επιφάνεια. Κάποια στιγμή σήκωσε απαλά, μυσταγωγικά θα ’λεγε κανείς, την κοκκινισμένη της παλάμη και την έφερε στα χείλη. Τη φίλησε αθόρυβα κλείνοντας τα μάτια. Τότε διαπίστωσα έκπληκτος πως απ’ το χέρι του γέρου έλειπαν δύο σχεδόν δάχτυλα: ολόκληρος ο παράμεσος και το ένα τρίτο του μέσου. Έστρεψα απότομα τα μάτια μου καταπάνω του, σαν να με είχε τινάξει ηλεκτρικό ρεύμα, κι αντίκρισα το αγεροδαρμένο του βλέμμα που στράφηκε κι εκείνο ασυναίσθητα προς εμένα».

Στο «ένας έρωτας επιούσιος» πώς να βρεθεί κάποιος κοινός τόπος επικοινωνίας ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που αλλιώς αντιλαμβάνονται τα πιο απλά και ουσιαστικά πράγματα που τυχαία εντελώς μοιράζονται;

Το «ξόδι» θα μπορούσε να αποτελεί δείγμα της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στην αφορμή της γραφής και στην εξέλιξη που παίρνει αυτή στη πορεία.

Όσο για το καταληκτικό «βασανίζομαι» η συντομία του το κατατάσσει στα ευφυέστερα της μικρογραφής.



Μια ανατροπή επιφυλάσσει ο συγγραφέας και στο τέλος του βιβλίου. Σε ειρωνική αντίθεση με τους προλόγους που συχνά επιχειρούνται, εδώ έχουμε το «αντί προλόγου: επίλογος». Σ’ αυτό το ιδιότυπο τέλος της γραφής του θα τοποθετηθεί εν είδει δοκιμίου στο άλλο πολύπαθο της λογοτεχνίας: το διήγημα, δίνοντας τις τεχνικές του, διακρίνοντάς το από το μυθιστόρημα, χρησιμοποιώντας ως ορισμό την άποψη της Φλάννερυ Ο’Κόννορ

«ένα δραματικό γεγονός που αφορά ένα πρόσωπο καθεαυτό και ως ένα πρόσωπο που δεν μοιάζει με κανένα άλλο – μ’ άλλα λόγια, επειδή ακριβώς το εν λόγω πρόσωπο μοιράζεται τη συνθήκη κάθε ανθρώπινης ύπαρξης την ώρα που βιώνει μια εντελώς συγκεκριμένη ανθρώπινη κατάσταση. Το διήγημα σχετίζεται αναγκαστικά, με δραματικό τρόπο, με το μυστήριο του ανθρώπινου προσώπου».

Ο Σπύρος Γιανναράς προτιμά τη μικρή φόρμα και τη δικαιώνει ως είδος λογοτεχνικό. Το όνειρό του, όπως λέει εν κατακλείδι, είναι να κατορθώσει 

«το ακραία υπαινικτικό και βαθιά υπαρξιακό διήγημα που ενίοτε φλερτάρει με τον ποιητικό λόγο, το διήγημα εκείνο που κυνηγάει μια κορύφωση, ένα ζενίθ - ενίοτε σε μια μονάχα φράση ή λέξη - όπου απόδοση γραφής και νοήματος αγγίζουν τη μέγιστη τιμή τους εκλύοντας όπως στη διάσπαση του ατόμου (μέσω αυτής της ένωσης ατή τη φορά) απερινόητη ποσότητα ενέργειας, κινητοποιώντας νου και συναίσθημα».

Φυσικά ο κάθε συγγραφέας μπορεί να θέτει τον στόχο του όσο ψηλά αντέχει η οπτική του ή η δύναμή του. Συχνά το καταφέρνει, αλλά διαφοροποιεί τα κριτήρια, ώστε πάλι να υπάρχει κάποιο όριο για να υπερπηδηθεί. Η συγκεκριμένη πρόταση γραφής του Σπύρου Γιανναρά χαρακτηρίζεται από τη μέγιστη παρατήρηση του κόσμου όπως φαίνεται αλλά και όπως είναι, προτέρημα οπωσδήποτε για κάθε είδος λογοτεχνίας, όχι μόνο για το διήγημα. Αν η παρατηρητικότητα θεωρηθεί μια απαραίτητη συνθήκη (μαζί με τη φαντασία που μεταλλάσσει το υπαρκτό σε θεσπέσιο αόρατο) για τη γραφή, τότε εδώ έχουμε βρει τον λογοτέχνη. Ταυτόχρονα αποδίδει την εικόνα που συλλαμβάνει όχι μόνο με λέξεις αλλά και με χρώματα 

«όλες οι αποχρώσεις του πορφυρού, του μαβιού και του γαλάζιου μέχρι το ανοιχτό πράσινο της ουράς του παγωνιού ως τις ξαφνικές μπόρες και το εξίσου ξαφνικό άνοιγμα του καιρού μετά – εκείνο ακριβώς το απαράμιλλο φως». 

Στην περίπτωση αυτή έχουμε βρει και αυτόν που μας παρασύρει με τη γραφή του εκεί που όλα είναι δυνατά, στη βίωση του αναγνώσματος, στη συμμετοχή του αναγνώστη στον νοητό κόσμο της ιστορίας.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο Fractal http://fractalart.gr/o-vasilias-erxetai-opote-tou-kapnisei/)