Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

6


«Αν όλα πάνε καλά, τότε σίγουρα κάτι δεν πάει καλά. Αυτό δε θες να μου πεις Ιασονάκο; Μην απαντάς, το βλέπω στην έκφρασή σου. Όμως φίλε μου, είναι η πρώτη φορά που κάποια πράγματα δείχνουν να πηγαίνουν καλά. Ας μην το γρουσουζεύουμε, σου ξαναλέω. Ας το απολαύσουμε, σαν να… »
«Πού το είδες το καλά ρε Αλκίνοε; Σοβαρά μιλάς;», τον σταμάτησα με βιασύνη. «Δεν βλέπεις τι γίνεται γύρω σου; Δεν είναι αυτή μια φυσιολογική κατάσταση… ».
«Εγώ πάλι ξέρεις τι σκέφτομαι, φίλε μου καλέ;», με διέκοψε. «Ότι μόλις πριν λίγες ώρες με έσωσες από μια πτώση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για μένα και τώρα στεκόμαστε κι οι δυο μας εδώ, σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα μιας -ομολογουμένως παράξενης, αλλά κατά τ’ άλλα πολύ καλής- μέρας. Αν και δεν σου κρύβω ότι νιώθω μια ελαφριά ζαλάδα αυτή τη στιγμή. Ίσως πρέπει να πάρω εκείνα τα χάπια που μου έδωσε ο γιατρός».
«Δεν πρέπει να τα πάρεις όμως με άδειο στομάχι, είπε. Και μιας και μου χρωστάς κάποιο κέρασμα, όπως ο ίδιος είχες πει, τι θα έλεγες να κάναμε μια στάση για να φάμε κάτι πρώτα;»
«Δίκιο έχεις. Έχει εδώ στη γωνία ένα σουβλατζίδικο. Δυστυχώς, δεν είναι πολύ καλό, αλλά δεν υπάρχει κάτι άλλο τριγύρω».
«Έλα, πάμε τώρα. Καλό-ξεκαλό, αυτό έχουμε», του απάντησα. 
Το μαγαζί έλαμπε από καθαριότητα. Δεν υπήρχε ούτε μια λερωμένη γωνία. Μια απαλή μουσική έπαιζε στο βάθος. Στο χώρο μοσχομύριζε φρεσκοψημένο κρέας, γεγονός που με έκανε να ξεχάσω δια μιας όλες μου τις άλλες σκέψεις και να παραδοθώ στο αίσθημα της πείνας, που όπως φαίνεται, σύντομα θα ικανοποιούσα.
Ο σουβλατζής, καλοξυρισμένος και χαμογελαστός, μας υποδέχθηκε με μια ελαφριά υπόκλιση.
«Καλώς τα παιδιά! Τι θα πάρετε; Να σας πω εξ’ αρχής ότι τα κρέατά μας προέρχονται από το χωριό της γυναίκας μου, τα Ψαχνά Ευβοίας, τα χοιρινά και τα κοτόπουλα είναι μεγαλωμένα χωρίς ορμόνες, μόνο με υγιεινές τροφές, εγκεκριμένες από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης, τα λαχανικά μας είναι χωρίς λιπάσματα. Το γιαούρτι στο τζατζίκι το φτιάχνουμε οι ίδιοι και είναι φρεσκότατο».
Μετά βίας συγκρατούσα την πείνα μου. Ήμουν έτοιμος να δώσω παραγγελία, όταν ο σουβλατζής με διέκοψε κοιτώντας τον Αλκίνοο.
 «Με συγχωρείτε, αλλά μάλλον σας γνωρίζω. Είχατε έρθει στο μαγαζί περίπου ενάμιση μήνα πριν, αν δεν απατώμαι. Και θυμάμαι από την έκφρασή σας ότι δεν είχατε μείνει απόλυτα ευχαριστημένος από το φαγητό σας. Ωστόσο, είχατε τη διακριτικότητα να μην το αναφέρετε, παρουσία και άλλων πελατών, κάτι για το οποίο σας είμαι ευγνώμων.
»Να σας πληροφορήσω ότι έλαβα σοβαρά υπ’ όψιν αυτή τη δυσαρέσκειά σας και από τότε φροντίζω όλα μου τα προϊόντα να είναι ελεγμένα και σωστά μαγειρεμένα. Παρόλα αυτά, αν υπάρχει κάτι που ενδεχομένως και σήμερα σας δυσαρεστήσει, παρακαλώ να μου το πείτε. Ή μάλλον, επειδή, όπως σας είπα, γνωρίζω τη διακριτικότητα και τους λεπτούς σας τρόπους, μια απλή έκφραση δυσαρέσκειας από μέρους σας θα είναι αρκετή. Ένας μορφασμός για παράδειγμα. Κι εγώ αμέσως θα ενημερώσω τον σεφ μας», είπε και έδειξε στο βάθος, όπου πίσω από τον πάγκο της κουζίνας καθόταν ένας βραχύσωμος ανθρωπάκος με χοντρά χέρια, λευκή ποδιά και μεγάλο μαγειρικό σκούφο. Μας γέλασε από μακριά, αποκαλύπτοντας μια σειρά χαλασμένα δόντια.
«Ό, τι τέλουν τα τσύριοι», είπε. Πρέπει να ήταν ξένος.
Ο σουβλατζής στράφηκε πάλι προς το μέρος μας και ολοκλήρωσε τον λόγο του.
«Παρακαλώ, συνεχίστε με την παραγγελία σας και συγγνώμη αν μακρηγόρησα. Σας ακούω».
            Μέσα σε μερικά λεπτά βρεθήκαμε παραδομένοι στη βουλιμία μας, να καταβροχθίζουμε τα πιο νόστιμα σουβλάκια που είχα φάει στη ζωή μου. Και είχα φάει αρκετά.
            Εκεί λοιπόν που κοντεύαμε να τελειώσουμε το γεύμα μας, μπήκε ένας άλλος πελάτης στο μαγαζί και έκατσε αντικριστά από μας. Προτού προλάβει καλά-καλά να βγάλει το πανωφόρι του, έρχεται βιαστικά κατά πάνω του ο σεφ, που είχε αφήσει το πόστο του, και άρχισε να του μιλάει:
            «Όκι, όκι σε παρακαλώ πολύ. Ντεν τέλουμε πάλι ακούσουμε γκια βλαβερές συνέπειες γκλουτένης, ούτε γκια ντυσανεξία σε λακτόζη. Εγκώ σε πίτες μου βάζω καλά υλικά. Μπορεί ντεν έκω βάλω μέσα κινόα ή γκότζι μπέρι, αλλά ντομάτα είναι από κήπο. Κρέας είναι από κωριό κυρίου Λάμπρου, ντόπιο, καλό. Μην αρκίσεις πάλι τα ίντια, ντιώκνεις πελάτες με αυτά που λες».
            Ο ιδιοκτήτης έτρεξε κοντά στον σεφ του και μπλέχτηκε κι αυτός στη συζήτηση.
            «Καλά σου λέει. Τι το πέρασες κάθε μέρα να έρχεσαι εδώ και να διαδηλώνεις μέσα στο μαγαζί μου ότι είναι έγκλημα αυτό που κάνω; Γιατί είναι έγκλημα, ρε φίλε; Σουβλατζίδικο έχω, θα βάλω μέσα κρέας. Τι να βάλω; Φασόλια; Εσύ μπορείς να είσαι χορτοφάγος και να τρως ό, τι θες, δεν μ’ ενδιαφέρει. Αλλά γιατί έρχεσαι εδώ μέσα, με φωτογραφίες από σφαγμένα ζώα και φωνάζεις για φόνους και τέτοια παλαβά, διώχνοντάς μου τους πελάτες; Ήρθα εγώ σπίτι σου να κάνω κάτι αντίστοιχο εκεί που τρως;
            »Επίσης, για να μην αρχίσεις πάλι την γνωστή καραμέλα, τα ρούχα και τα παπούτσια που φοράς από ζώα δεν είναι φτιαγμένα; Ή μήπως νομίζεις ότι οι βιομηχανίες ρούχων περιμένουν καρτερικά τα ζώα να πεθάνουν για να τα γδάρουν; Και τι σε κάνει να πιστεύεις στο κάτω-κάτω ότι τα χόρτα και τα λαχανικά που τρως εσύ δεν έχουν ζωή; Πες του ρε Ylli. Πες του εσύ που είσαι διαβασμένος και τα ξέρεις καλύτερα, σε παρακαλώ».
«Ο Neil DeGrasse Tyson», συνέχισε ο σεφ, «το είκε αποντείξει πως ακόμα και τα ντέντρα μοιράζονται παρεμφερές γκενετικό υλικό με όλους τους υπόλοιπους έμπιους οργκανισμούς. Η σύγκρονη μπιολογκία ορίζει ως έμπιο οργκανισμό αυτόν που μεταμπολίζει. Ως εκ τούτου και τα φυτά είναι έμπια».
«Άρα κι εσύ δολοφόνος είσαι, υποκριτή», είπε ο ιδιοκτήτης, «όταν κόβεις το καρότο για να το φας. Κάνε λοιπόν το έγκλημά σου, να κάνουμε κι εμείς το δικό μας κι άδειαζέ μου τη γωνιά».
            Είχα βάλει στο πιάτο την τελευταία μπουκιά σουβλάκι και περίμενα να δω τι θα γίνει. Ο τύπος, αντί να παρεξηγηθεί ή να υπερασπιστεί τις θέσεις του, είπε χαμογελαστός:
            «Έχετε δίκιο, κύριε Λάμπρο. Απόλυτο δίκιο. Το κατάλαβα σήμερα το πρωί που σηκώθηκα. Άνοιξα τον κάδο και πέταξα τις πατάτες και τα κρεμμύδια βιολογικής καλλιέργειας. Άλλωστε, σάπια ήταν από την ώρα που τα πήρα. Πέταξα και τα κουτιά με τους αποξηραμένους καρπούς παπάγιας, ακόμα και τις ρυζογκοφρέτες. Ούτως ή άλλως σαν αφρολέξ ήταν, απλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Τα ξεφορτώθηκα όλα, σας λέω. Όλα. Και ήρθα εδώ».
            «Και γιατί ήρθες εδώ; Τι θες;», τον ρώτησε ο ιδιοκτήτης.
            «Δύο πίτες γύρο χοιρινό σκέτες και τρία καλαμάκια κοτόπουλο», απάντησε.
            «Κερασμένα από μένα!», πετάχτηκε ο Αλκίνοος ενθουσιασμένος.


7

Το επόμενο πρωί, πηγαίνοντας προς το μάθημα, πέρασα από την καφετέρια της σχολής, που συνήθως τέτοια ώρα, παρ’ ότι δεν είναι καλά-καλά ούτε μεσημέρι, οι φοιτητές των κομμάτων και μη χορεύουν τσιφτετέλια άνευ λόγου και αιτίας, πίνοντας τσίπουρα και ούζα. Ετούτη τη φορά όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, αυτό που αντίκρισα ήταν στον αντίποδα όσων είχα συνηθίσει μέχρι τώρα. Σταμάτησα έξω από την καφετέρια και η μορφή μου ανακλάστηκε πάνω στα τζάμια της πρόσοψής της. Ένας συμφοιτητής μου, αφού με είδε από μέσα να έχω κοντοσταθεί και να κοιτάζω, προσπαθώντας να καταλάβω τι συνέβαινε, μου κούνησε το χέρι κάνοντάς μου νόημα να περάσω μέσα. Δεν κατάλαβα αμέσως πως απευθυνόταν σε μένα, οπότε πλησίασε στην είσοδο και άνοιξε την πόρτα, βγάζοντας το κεφάλι του έξω.
«Έλα, έλα μέσα», μου είπε ψιθυριστά με το δάχτυλο στο στόμα, σαν να μην ήθελε να κάνει φασαρία. Πλησίασα και άνοιξα την πόρτα. Άκρα του τάφου σιωπή! Ο χώρος ήταν γεμάτος από φοιτητές. Σε όλα τα τραπέζια είχαν τοποθετηθεί σκακιέρες. Δεν άκουγες τίποτα. Κιχ! Παραξενεύτηκα και κοίταξα τα πρόσωπα των φοιτητών, όμως εκείνοι ήταν πολύ απασχολημένοι και προσηλωμένοι σε αυτό που έκαναν, ώστε δεν μου έδωσαν καμία σημασία.
Τι συνέβη, είπα στον εαυτό μου, καθώς κοιτούσα με απορία. Ξαφνικά, όλοι είχαν μάθει σκάκι; Εγώ δεν έπαιζα. Μου άρεσε και όταν ήμουν μικρός καθόμουν λίγο με τον παππού μου, αλλά δεν ήξερα σχεδόν τίποτα. Ούτε τις κινήσεις καλά-καλά. Ο Αλκίνοος έπαιζε όμως εξαιρετικά. Ήταν γραμμένος και σε μια ομάδα. Στο σπίτι του είχε μάλιστα και κάποια κύπελλα από διακρίσεις που είχε κερδίσει, καθώς και μια σκακιέρα μονίμως τοποθετημένη πάνω σε ένα τραπεζάκι μαζί με κάποια βιβλία.
«Έλα, πέρασε», μου είπε ο συμφοιτητής μου, «αλλά κάνε ησυχία. Κάθισε εδώ και θα σου βρω αντίπαλο. Θέλεις να παίξεις, έτσι;»
«Όχι, σε ευχαριστώ. Τι συνέβη εδώ πέρα; Φιλοξενείτε κάποιο τουρνουά;», τον ρώτησα.
«Όχι, όχι, κάτσε και θα καταλάβεις. Απλώς κλείσε το κινητό σου και μην κάνεις φασαρία. Θα ξανάρθω σε λίγο, γιατί έχω αφήσει το παιχνίδι μου στην μέση. Με συγχωρείς», μου είπε ήρεμα και επέστρεψε στο τραπέζι του.
Πλησίασα έναν γνωστό μου και στάθηκα πάνω από τον ώμο του, κοιτώντας τριγύρω. Στις οθόνες προβαλλόταν η βιογραφία του Γκάρυ Κασπάροφ στην μία, μια συνέντευξη του Μπόμπι Φίσερ στην άλλη, το παγκόσμιο πρωτάθλημα με ζωντανή ανάλυση παραδίπλα από διάσημους Grandmasters, Yasser Seirawan και άλλους... όταν άκουσα μια κουβέντα να εξελίσσεται στο τραπέζι που στεκόμουν.
«Μην το παίξεις αυτό, Μάκη. Δεν είναι σωστό», είπε η κοπελίτσα που καθόταν αντίπαλος στον γνωστό μου. Την ήξερα. Ήταν της ΔΑΠ, που παλαιότερα, τι παλαιότερα, μέχρι χθες δηλαδή, είχε βαμμένο μαλλί και χείλια με το χρώμα που έχει το stabilo που επισημαίνουμε στις σημειώσεις για να τις τονίσουμε. Δεν ήξερα ότι παίζει σκάκι, αλλά δεν εντυπωσιάστηκα κιόλας. Ο καθένας μπορεί να κουνάει τα πιόνια. Δεν σημαίνει ότι είναι και καλός παίκτης όμως.
«Ανεπίτρεπτο!», συνέχισε αυτή, «ένας παίκτης σαν εσένα, ρε Μάκη, να παίζει με τέτοιο πλάνο».
«Ε, όχι και ανεπίτρεπτο ρε Κάλυ», της απάντησε ο Μάκης, ο πρόεδρος της φοιτητικής νεολαίας της ΔΑΠ. «Η μεριά που έχει την πλειονότητα των πιονιών πρέπει να προσαρμόζει το παιχνίδι της προς τα εκεί. Τι περιμένεις; Να καταστρέψω τις νησίδες μου έτσι απλά; Κουταμάρες».
«Βρε Μάκη, αυτά που λες θα έστεκαν, αλλά αν ζούσες το ‘20. Έχουν αλλάξει οι προσεγγίσεις για την δομή των πιονιών από τότε πάρα πολύ», του απάντησε αυτή. Εγώ άκουγα σχεδόν αποσβολωμένος.
«Ήταν ο Jose Raul Capablanca, ο οποίος πρώτος επέστησε την προσοχή μας στα πιόνια. Κοίτα! Εάν εγώ ξεκινήσω τώρα με το απλό πλάνο β4, β5, γ:β, Ι:β, δεν βλέπεις ότι πάει ο υγιής σχηματισμός σου; Τώρα έχεις ένα αδύναμο πιόνι στο δ5. Πώς σκοπεύεις να το κρατήσεις αυτό; Θα του επιτεθώ και θα το πάρω. Στην χειρότερη, ρε Μάκη, θα αποκτήσεις αδυναμία και αλλού. Στο τέλος θα χάσεις την στρατηγική υπεροχή που έχεις με τόσες νησίδες».
«Τι να πω», της απάντησε. «Θεώρησέ με παίκτη με κλασική μόρφωση τότε», είπε μισογελώντας και φάνηκε να το βρίσκουν αστείο τόσο η αντίπαλός του όσο και κάποιοι φοιτητές που παρακολουθούσαν.
«Ο σχηματισμός που  θέλω να επιτύχω», συνέχισε, «είναι τύπου Ταρτακόβερ, γνώριμος σχηματισμός ήδη από τα τέλη του ‘60, γι' αυτό και επέλεξα την βαριάντα του Πολουγκαέφσκι, που αποφεύγει τον ελιγμό του ίππου μέχρι το ζ7».
«Ναι, δεν έχεις άδικο. Δεν είπα αυτό. Απλώς όταν έχεις δομή Carlsbad, είναι μια λογική τακτική να κινηθείς καθ’ αυτόν τον τρόπο. Θεωρείς πως ίσως ο σχηματισμός Hedgehog είναι πιο αποδοτικός; Ή θα καταλήξω σε Zugzwang;», τον ρώτησε αυτή.
«Πιστεύω πως εμποδίζει τα κομμάτια να εισέλθουν στην περιοχή μου, ενώ ταυτόχρονα δημιουργώ μια προφυλακή πιονιών στην έκτη γραμμή και ετοιμάζω μια επίθεση στρατηγικής υπεροχής».
«Αλλά θέλει προσοχή! Μην ανοιχτείς πολύ και ύστερα δημιουργήσεις τρύπες στην άμυνά σου, επιτρέποντας στα κομμάτια του αντιπάλου να εγκατασταθούν μέσα στην περιοχή σου, Μάκη. Αυτό να το προσέξεις! Είναι πολύ σημαντικό».
Κούνησα το κεφάλι μου πέρα-δώθε. Όχι γιατί δεν καταλάβαινα τι έλεγαν -που όντως δεν καταλάβαινα τίποτα- αλλά γιατί ένιωσα μια ζάλη.
Αυτοί, οι δεξιοί, μέχρι χθες ήθελαν να πουλήσουν κοψοχρονιά όλη την Ελλάδα, με σχέδιο να την σώσουν όπως λένε, και σήμερα, οι ίδιοι κάνουν υψηλή ανάλυση στο σκάκι; Και δεν θέλουν να επιτρέψουν στον αντίπαλο να εγκατασταθεί στην περιοχή τους; Αυτό δεν είναι ενάντια στην πολιτική τους; Και πού βρήκαν τον χρόνο για σκάκι; Τους περισσεύει με τόσο γλείψιμο;
«Ρε Μάκη;», του είπα. «Τι συμβαίνει; Παίζεις σκάκι; Γιατί δεν είσαι στα γραφεία του κόμματος; Τι είναι πάλι αυτό εδώ μέσα;».
Και γυρίζοντας προς την αίθουσα φώναξα:
«Τι συμβαίνει ρε παιδιά, θα μου πει κάποιος;»
«Σσσσσσσσσσςςςςςςςςςςςςςςςςςςςςς!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!», όλοι μου έκαναν και με κοίταξαν αυστηρά.
«Μίλα πιο σιγά», μου είπε ο Μάκης. «Ποια ΔΑΠ βρε; Ποια γραφεία; Πάνε αυτά. Τελείωσαν. Φτιάξαμε αυτήν την λέσχη για να μορφωθούμε και να μορφώσουμε τους συνανθρώπους μας. Και το καλύτερο; Τα βράδια λειτουργεί σαν χώρος στέγασης των αστέγων και όσων δεν έχουν την δική μας καλή μοίρα. Μπορείς να έρθεις και εσύ αν θέλεις. Μιλάμε γύρω από διάφορα θέματα... διαβάζουμε... αλλά να φέρεις έστω ένα πακέτο ρύζι, κάτι φαγώσιμο... Είναι ένας “όρος”, ας το πούμε έτσι. Καταλαβαίνεις;»
«Όχι, δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα. Τι σας έπιασε ξαφνικά; Εσύ ρε φίλε δεν... ».
Ένα χέρι κουνήθηκε από το βάθος, κάνοντάς μου νόημα. Ήταν ο Αλκίνοος. Τον πλησίασα.
«Έλα Ιάσονα να δεις εδώ τον φίλο. Κοίτα τι όμορφα παίζει», μου είπε εντυπωσιασμένος. «Δε μου λες;», του έκανε. «Πού την βρήκες αυτήν την βαριάντα ρε συ; Πάρα πολύ ενδιαφέρουσα. Περίεργο που δεν την έχω ξαναδεί. Το γκαμπί της Βασίλισσας έχει τόσες δυνατότητες τελικά. Προσφέρει πολύ παιχνίδι και στις δύο μεριές. Πολύ sharp position. Μπράβο. Για παίξε!».
«Δεν παίζεται ακόμα στα υψηλά κλιμάκια», του απάντησε ο νεαρός. «Το έχω δει σε μια παρουσίαση πρόσφατα. Δεν είναι φανταστικό; Πρέπει να το ελέγξω και στον υπολογιστή, αλλά φαίνεται καταπληκτική».
«Εσύ παίζεις σκάκι;», με ρώτησε.
«Όχι, όχι. Σίγουρα όχι όπως το εννοείτε εσείς».
«Μα τι αγενείς που είμαστε», συνέχισε ο Αλκίνοος. «Να σε κεράσουμε κάτι, φίλε Ιάσονα; Ένα ε4; Έναν ίππο γ6 ίσως; Από όλα έχουμε».
 «Δεν ξέρω αν είναι κάποιου είδους αστείο αυτό Αλκίνοε, αλλά δεν το πιάνω. Όπως και να 'χει, μπορείς να έρθεις λίγο έξω μια στιγμή; Δεν καταλαβαίνω τι είναι όλα αυτά στα ξαφνικά».
«Δεν μπορώ τώρα, Ιάσονα. Πήγαινε στο μάθημά σου και θα τα πούμε μετά», γυρνώντας προς την σκακιέρα σκεφτικός.


8

Το μάθημα εξελίχθηκε λίγο περίεργα σήμερα. Ο καθηγητής, παρότι δεν συνήθιζε να κάνει νεωτερισμούς, αυτή τη φορά αποφάσισε το μάθημά του να γίνει στον προαύλιο χώρο της σχολής, κάτω από ένα δέντρο. Εκείνος όρθιος στο κέντρο κι εμείς όλοι οκλαδόν γύρω του. Μου θύμισε αρχαία σχολή.
Τελειώνοντας, πήρα τηλέφωνο τον Αλκίνοο και πήγα να τον βρω στο κυλικείο που είχαμε πρωτογνωριστεί. Ήθελα να του μιλήσω σοβαρά σχετικά με όσα συνέβαιναν τις τελευταίες δύο μέρες, γιατί είχαν μαζευτεί πολλά και εκείνος δεν προβληματιζόταν όσο εγώ, αλλά αντιθέτως, έμοιαζε να τα απολαμβάνει παραδομένος.  Δεν λέω ότι το θεωρώ υγιές να μπεκρουλιάζουν οι φοιτητές από το πρωί, αλλά από την άλλη, ξαφνικά τέτοια αλλαγή; Όλοι να παίζουν σκάκι; Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και τόσα άλλα. Όσο και να τα απολαμβάνει, δεν του κάνουν εντύπωση όλα αυτά έτσι στα ξαφνικά;
«Ρε συ Αλκίνοε, στη σχολή δεν λειτουργεί τίποτα όπως το ήξερες», ξεκίνησα να του λέω τελικά. Εκείνος μου έκανε νεύμα να σωπάσω, βάζοντας διακριτικά τον δείκτη στο στόμα του και κάντονάς μου νόημα να κοιτάξω κάτι κοπέλες που κάθονταν παρακάτω.
«Τις θυμάσαι, Ιάσονα; Από όταν είχαμε πρωτογνωριστεί; Κοίτα τες! Από μεταλούδες, σήμερα ξαφνικά μου το παίζουν κουλτούρα».
«Ναι τις θυμάμαι», του απάντησα. «Τι σου έκαναν πάλι;»
«Στάματα και άκου. Έχουν σοβαρή κουβέντα».
Έστησα λοιπόν αυτί να ακούσω τι λένε.
«Τι ακούς;», ρώτησε μια από τις κοπέλες την φίλη της.
«Μπαχ. Την “Προσφορά”. Δεν είναι ιδιοφυές;», της απάντησε.
«Ιδιοφυές; Μόνο; Και λίγα λες. Είναι τόσο περίπλοκο, που κάθε φορά που το ακούς ανακαλύπτεις εκ νέου την ομορφιά του».
«Ακριβώς! Είναι ορισμένα μουσικά θέματα που μοιάζουν να περικλείουν μέσα τους άλλα θέματα, λες και έχει στήσει καθρέφτη ο δημιουργός και σου επιτρέπει να κοιτάξεις την ζωή σου».
«Αυτή η σύνθεση», συμπλήρωσε παραδίπλα μια άλλη κοπέλα, «αναδεικνύεται από άλλες φωνές και άλλες τονικές, λες και μπορούν να λειτουργήσουν ανεστραμμένα τα τονικά διαστήματα, από το τέλος προς την αρχή. Είναι μαγεία!».
«Άκου... Άκου για παράδειγμα εδώ» και της έβαλε το ακουστικό στο αυτί. «Ακούς; Ξεκινά με μια μόνο φωνή και ύστερα προστίθεται μια δεύτερη, τέσσερις τόνους πιο χαμηλά από όπου ξεκίνησε η πρώτη, που με την σειρά της θα ερμηνεύσει ένα δευτερεύον θέμα. Κάθε μια από τις φωνές προστίθεται την κατάλληλη στιγμή, όπως και τα γεγονότα της ζωής».
«Κοίταξε και αυτό το σημείο. Πάρε για παράδειγμα την “Γαλλική σουίτα αριθμός 5” του Μπαχ πάλι. Προσέχεις; Η σύνθεση αποτελείται από δύο μέρη, το καθένα από τα οποία επαναλαμβάνεται. Η τονική του πρώτου μισού είναι το σολ, όμως όταν τελειώνει, ξεκινάει από την τονική του ρε. Και εκεί που λες ότι τελείωσε, μεταπηδά ξανά στην αρχή στην τονική του σολ και ύστερα ξανά σε ρε, και όλο αυτό ξανά και ξανά. Εκπληκτικό, έτσι;»
«Απίστευτο. Δεν το συζητώ. Αξίζει την προσοχή μας όμως και ο Χάιντν. Η επινόηση του κλασικού μουσικού ύφους ήταν αληθινή επανάσταση».
«Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις και δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Διέρρηξε την καθεστηκυία τάξη. Τον συνεπήρε αυτό που θα έλεγε ο Αλαίν Μπαντίου, μια “διαδικασία αλήθειας”, που δεν μπορούσε να είναι αναγνώσιμη στο πλαίσιο της πληρότητας που έφτασε το ύφος μπαρόκ. Άλλαξε τους όρους με τους οποίους οι άνθρωποι συνεννοούνταν μέχρι τότε για την μουσική, αυτά τα αναρχικά θραύσματα ενός διακινούμενου ειδέναι».
«Έτσι ακριβώς! Μην ανησυχείς, δεν μου είναι άγνωστοι οι σημαντικοί Γάλλοι φιλόσοφοι. Τώρα, αν επέμεινε σε μια μετασυμβαντική πιστότητα, ή αν είναι σε θέση κάποιος να ονοματοδοτήσει αυτό το κενό ανάμεσα στις δύο καταστάσεις... Αυτό είναι κάτι άλλο. Θα το ξανασυζητήσουμε εν ευθέτω χρόνω».
Ο Αλκίνοος σηκώθηκε πάνω και με κάποιου είδους υπόκλιση, απευθύνθηκε στις κοπέλες:
«Με συγχωρείτε δεσποινίδες μου... ».
Εκείνες γύρισαν, τον αναγνώρισαν και κοιτάχτηκαν με αποστροφή.
«Τι θέλεις πάλι εσύ; Τι τρέχει αυτήν την φορά;», του είπε η μια.
«Απολύτως τίποτα. Άκουσα την κουβέντα και σχεδόν νιώθω την ανάγκη να σας ζητήσω συγγνώμη για όσα σας είπα τις προάλλες. Πολύ ενδιαφέρουσες και διαφωτιστικές οι απόψεις σας. Μπράβο και ξανά μπράβο. Δεν το περίμενα», τους είπε όλο θαυμασμό.
«Δεν το περίμενες», του απάντησε μια κοπέλα, «γιατί όπως έχει πει ο Μπερτιγιόν, βλέπουμε μόνο αυτά που προσέχουμε, και προσέχουμε μόνο πράγματα που υπάρχουν ήδη στο μυαλό μας. Να είσαι πιο ανοικτός από δω και στο εξής. Δεκτή η συγγνώμη σου».
«Μερσί δεσποινίδες μου. Μερσί», απάντησε ο Αλκίνοος. «Μιας και μιλήσατε για την δυσκολία ονοματοδότησης αυτού του κενού μεταξύ δύο καταστάσεων, να συμπληρώσω, εάν μου επιτρέπετε, πως ιδιοφυία είναι κάποιος ο οποίος κοιτώντας το έργο μιας άλλης ιδιοφυίας, αφυπνίζεται η δίκη του συναίσθηση της πρωτοτυπίας. Κάτι τέτοιο πιστεύω πως συνέβη και σε αυτό που συζητάτε και γι’ αυτό δεν μπορεί να ονοματοδοτηθεί και να αναχθεί σε αναγνώσιμους όρους. Βλέπετε, τα ερείσματα καταστρέφονται αμέσως».
Μια άλλη κοπέλα από την παρέα, η οποία δεν μιλούσε, πετάχτηκε και είπε:
«Συγγνώμη κορίτσια, αλλά θέλετε σήμερα να πάμε να ακούσουμε τον Αλκίνοο Ιωαννίδη; Έχω προσκλήσεις, ένα εισιτήριο για δύο, προσφορά».
«Ναι, εννοείται», είπαν όλες και απ’ ό, τι φάνηκε κατέληξαν να αναλύουν κάποιους υπέροχους στίχους του Ιωαννίδη και τον τρόπο που κατάφερνε με κάποιες απλές συγχορδίες -Σι Λα Σι Λα Σι Σι Λα Λα- να γράφει αθάνατα κομμάτια με απαράμιλλη τεχνική. Μόνο μία από αυτές τις διέκοψε:
«Δε μου λέτε... Προτιμάτε Ιωαννίδη, ή Μέγαρο Μουσικής που έχει παράσταση του Ρίμσκυ Κορσά... ».
«Συγγνώμη νεαρά μου, είπες Ρίμσκυ Κορσάκωβ; Άκουσα καλά; Έχει απόψε Ρίμσκυ Κορσάκωβ;»
Πετάχτηκε πίσω από τον πάγκο η γυναίκα του κυλικείου -ένα εντελώς ξεχαρβαλωμένο ανθρωπάκι- αφήνοντας το μπρίκι όπως-όπως, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την φράση της η κοπέλα. Νομίζω πως χτυπούσε από ανυπομονησία και το αποστεωμένο, μωβιασμένο ποδαράκι της πίσω από την μπάρα του κυλικείου.
«Ρίμσκυ Κορσάκωβ στο Μέγαρο Μουσικής; Είσαι σίγουρη; Απόψε;», συνέχισε.
«Ναι, είμαι σίγουρη. Πριν λίγο το διάβασα».
«Είσαι σίγουρη, έτσι; Ο γνωστός Ρίμσκυ Κορσάκωβ. Ο μεγάλος Ρώσος συνθέτης Νικολάι Αντρέγιεβιτς Ρίμσκυ Κορσάκωβ από το Τίκβιν. Αχ! Δεν το πιστεύω! Πες μου ότι έχει την “Σλάβικη ψυχή”. Μόνο αυτό πες μου. Νεαρές μου, δεν ξέρετε πώς λατρεύω το τρίτο μέρος της “Σλάβικης ψυχής”. Ειδικά το σόλο της άρπας... Η Αλέξια Γκέορβνα είναι μαγευτική. Τι γυναίκα, παρά την ηλικία της! Και τι μουσικός... Αχ, αχ, αχ, πόσο με χαροποιήσατε μόλις κόρες μου! Εγώ, μην με βλέπετε έτσι, μεγάλωσα με Ρίμσκυ Κορσάκωβ. Κατά βάση δηλαδή, εγώ, Ριμκσυκορσακωβιανή είμαι!!!».
Ο Αλκίνοος άκουγε με προσήλωση και όσο άκουγε τόσο μαλάκωνε, ενώ εγώ αποσβολωμένος. Γύρισε και μου είπε εν τέλει:
«Μμμ, τελικά ίσως να υπάρχει ελπίδα για αυτές τις κοπελίτσες. Για φαντάσου. Ίσως είμαι απότομος κάποιες φορές με τους ανθρώπους».
«Ναι», του είπα, «μόνο κάποιες είσαι, όχι όλες».
«Σοβαρά», συνέχισε, «αυτές μέχρι χθες ήταν τελειωμένες και σήμερα ακούω πολύ ενδιαφέροντα σχόλια για την κλασική μουσική, που όσο να’ ναι έχω μια κουλτούρα, είναι η αλήθεια. Συν τοις άλλοις, δεν ήξερα ότι έχει συναυλία σήμερα ο Αλκίνοος. Είδες; Γηράσκω αεί διδασκόμενος. Τι λες εσύ;»
«Τι λέω εγώ για ποιο από όλα, ρε συ Αλκίνοε; Έχεις ασχοληθεί με κλασική μουσική;»
«Ναι, μικρός έπαιζα πιάνο, και ήμουν μάλιστα και πάρα πολύ καλός. Θα έλεγα ένας μικρός βιρτουόζος. Κοίτα να δεις πάντως αυτές οι κοπέλες…  Μπράβο πραγματικά, μπράβο! Φίλε μου είμαι τόσο χαρούμενος σήμερα, που πιστεύω πως το κάρμα μου είναι σε φόρμα. Η γιαγιούλα πίσω από το κυλικείο δε, έκτακτη, έτσι; Ποιος ξέρει πόσο βαθιά κουλτούρα θα είχε λάβει στα νιάτα της».
Δεν άντεχα να ακούω άλλες ανοησίες. Σηκώθηκα πάνω και τον έπιασα από τους ώμους.
«Αλκίνοε, σύνελθε! Κάτι περίεργο συμβαίνει, δεν το βλέπεις; Άσε τις μεταλούδες. Η γιαγιά ρε φίλε; Ποιος είναι πάλι ο Ρίξυ Κουρσάροφ;»
«Ρίμσκυ Κορσάκωβ, βρε άμουσο πλάσμα», μου απάντησε. «Ρίμσκυ Κορσάκωβ. Κανόνισε να κάνω παρέα με την γιαγιούλα και να σε αφήσω εσένα στην μοίρα σου μικρέ!».


9


Καθώς είχαμε βγει από το κυλικείο, ένας ζητιάνος, που έμοιαζε με ναρκομανή, μας πλησίασε και ο Αλκίνοος τον χαιρέτησε, κάνοντάς μου νεύμα συγκατάβασης.
«Τι κάνεις Μπάμπη μου; Όλα καλά;», τον ρώτησε.
Αν δεν ήταν ο Αλκίνοος, θα μου έκανε εντύπωση να ξέρει κάποιος το όνομά του, αλλά αυτός ήξερε και τους πιο απίθανους ανθρώπους.
«Ας τα λέμε καλά, φίλε μου», απάντησε ο ζητιάνος. «Όσο γίνεται δηλαδή. Από την εντροπία στον θάνατο και τελικά στην αποσύνθεση. Τον ίδιο δρόμο τραβάμε όλοι σε αυτήν την ζωή, είτε με πλούτη είτε όχι. Το πνεύμα έχει μόνο αξία, αδελφέ μου. Εμάς μας κατέστρεψε ο νεοφιλελευθερισμός, να το θυμάσαι αυτό! Αυτοί ισχυρίζονται πως δεν χρειάζονται εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά είδες την γριούλα που πήγαν να της κατασχέσουν το σπίτι; Πόσος κόσμος μαζεύτηκε για να διαμαρτυρηθεί... Χρειάζονται τεράστιες δυνάμεις καταστολής για να λειτουργήσει το σύστημά τους. Τέλος πάντων.
»Όχι όχι, μη! Όχι σήμερα. Δεν θέλω τα χρήματα σου. Την επόμενη φορά. Σήμερα έδωσα ό, τι χρήματα μάζεψα σε ένα παιδάκι που είχε την ανάγκη μου και δεν πεινάω άλλο. Καταλαβαίνεις; Αντίο φίλε μου, αντίο!».
«Κάτσε, πού πας;», τον διέκοψε ο Αλκίνοος. «Ωραία τα λες. Μη μας κόβεις στο καλύτερο. Έλα να περπατήσουμε μαζί να τα πούμε αναλυτικά», και γυρνώντας προς εμένα, «Θα έρθεις, έτσι;»
Εγώ τον κοίταξα, γούρλωσα τα μάτια κάνοντάς του νόημα, αλλά δεν έδειξε να ανταποκρίνεται.
«Όχι… Όχι. Θα το ήθελα, αλλά πρέπει να φύγω. Έχω μια δουλειά», του απάντησα μασώντας τα λόγια μου.
«Τι δουλειά έχεις ρε Ιάσονα; Έλα να περπατήσουμε με τον Μπάμπη. Αφού δεν έχεις κανονίσει κάτι», μου είπε ο Αλκίνοος, φέρνοντάς με σε δύσκολη θέση.
«Έχω… Έχω… Τώρα το θυμήθηκα. Καλά να περάσετε. Θα τα πούμε μετά. Αντίο», έκανα κι έφυγα.
Τι ήταν πάλι αυτό; Για όνομα του Θεού! Πράγματι όμως, δεν ήταν ψέμα της στιγμής. Όντως είχα μια ανειλημμένη υποχρέωση.        
Έφτασα σε ένα βιβλιοπωλείο, που κάποτε ήταν ένα από τα πιο ωραία βιβλιοπωλεία που έχω δει στην ζωή μου. Ήταν όμορφο, ζεστό, που ανέδυε μια κλασική ομορφιά παλαιού βιβλιοπωλείου κάπου στην Γαλλία των περασμένων αιώνων. Έπιπλα από σκούρο ξύλο, ελικοειδή σκαλίτσα που οδηγεί σε ημιώροφο με ξύλινα κάγκελα και έναν επιβλητικό πολυέλαιο κρεμασμένο από την οροφή. Το είχε διακοσμήσει με υπέροχους πίνακες στους τοίχους. Πίνακες πάζλ από διάσημους ζωγράφους. Σε μια μικρή εσοχή είχε και μια μηχανή του εσπρέσο, που αν το ήθελες, μπορούσες να ανέβεις στον επάνω όροφο, να καθίσεις στις μπορντό πληθωρικές, αναπαυτικές πολυθρόνες και διαβάζοντας, να απολαύσεις το καφεδάκι σου σε μια άλλη εποχή. Βέβαια, όταν θα έβγαινες από το μαγαζί, θα προσγειωνόσουν ανώμαλα στην πραγματικότητα, στον μίζερο εικοστό πρώτο αιώνα. Δεν πειράζει. Τα ταξίδια κάνουν καλό.
Ο βιβλιοπώλης δε; Εξαιρετικός και απαράμιλλος στις γνώσεις. Ο τύπος του βιβλιοπώλη που σε βοηθά να βρεις εκείνο το βιβλίο που δεν ήξερες πως χρειάζεσαι. Όχι εκείνος που κάθεται μπροστά από τον υπολογιστή με κομπιουτεράκι, που αδιαφορεί για σένα παντελώς και που σε κοιτάει στο πορτοφόλι την ώρα του ταμείου και σου κοτσάρει με μεγάλα γράμματα ότι “Ο ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΕΑΝ...”
Όταν επισκέφθηκα για πρώτη φορά αυτό το όμορφο βιβλιοπωλείο, είδα μια κοπέλα να διπλώνει ένα βιβλίο που κρατούσε, σκίζοντας την δέση του. Με τούτο σαν αφορμή, εξέφρασα στον βιβλιοπώλη τη γνώμη μου πάνω στη μεταχείριση ενός βιβλίου.
«Αυτό είναι βιασμός!», του είχα πει. «Το βιβλίο είναι για μένα ένα ερωτικό πεδίο μάχης. Πρέπει να ρίχνεσαι μέσα του και να του δίνεσαι ολοκληρωτικά, αλλά πάντα με σεβασμό. Κι όταν το κλείνεις, να φαίνεται πως πάλεψες μαζί του. Να σφύζει από σημειώσεις, υπογραμμίσεις, παραπομπές. Είναι ερωτική η σχέση του αναγνώστη με το βιβλίο. Γι’ αυτό και απαιτείται εμπειρία, ακριβώς όπως και στον σαρκικό έρωτα. Σε αντίθεση με αυτό που έκανε η κοπελίτσα. Που το βίασε χωρίς ενοχές και δισταγμούς.
»Από την άλλη, δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε και σαν έκθεμα σε μουσείο, σαν κάτι που αν το αγγίξεις, θα σπάσει. Αλλά να διεισδύουμε σε αυτό, να το κάνουμε κτήμα μας».
Φάνηκε τόσο πολύ να συγκινείται με την τοποθέτησή μου, που μου έκανε και ένα μικρό δωράκι.
Δυστυχώς όμως, δεν ήταν το ίδιο βιβλιοπωλείο πλέον. Τα τελευταία χρόνια είχε αλλάξει ιδιοκτησία λόγω οικονομικών προβλημάτων και είχε μετατραπεί σε ένα από εκείνα τα μεγάλα που θυμίζουν εμπορικά κέντρα και έχουν στις βιτρίνες τσάντες, δώρα, λαμπάδες, δένδρα... ό, τι θέλεις έχουν εκτός από βιβλία.
Παλαιότερα, θα έβρισκες σπάνιους τίτλους, όπως “Ο τυφλός μουσικός” του Κορολένκο, σε έκδοση διακοσίων χρόνων και μετάφραση Αδαμάντιου Κοραή. Τώρα πια δεν έβρισκες τέτοιες κλασικές εκδόσεις, αλλά τα best seller του μήνα.
Είχε γενέθλια η αδερφή μου και της είχα αποσπάσει μια πληροφορία για κάποιο βιβλίο που ήθελε, οπότε θα της το έκανα δώρο. Αυτή ήταν η δουλειά που είχα ξεχάσει. Εντάξει, κοπελίτσα είναι η αδερφή μου, τι να κάνουμε... Δεν περιμένω να αλλάξει και τον κόσμο. Η πρώτη είναι, ή η τελευταία στο κάτω-κάτω; Ήθελε και αυτή τις “Πενήντα αποχρώσεις του Γκρι”. Είχε δει και την ταινία... και λύγισε από το αδυσώπητο μάρκετινγκ. Εντάξει, δεν πειράζει. Δεν την κακολογώ. Έχει επίπεδο, μόρφωση και είναι και έξυπνη, αλλά παραμένει πάντα κοπελίτσα, με τις αδυναμίες της.
Εγώ το θεωρώ κάτι σαν ντροπή, η αδερφή μου να διαβάζει τέτοιο βιβλίο, ενώ υπάρχουν άλλα και άλλα που δεν γνωρίζει καν την ύπαρξή τους και που μπορούν να σε διδάξουν ένα κάρο όμορφα πράγματα.
Όταν το πρωτόμαθα, ήταν λες και μου ανακοίνωσαν πως έχει κάποια αρρώστια.
«Λυπάμαι, κ. Αννίδη, η αδερφή σας πάσχει από τις πενήντα αποχρώσεις του γκρι. Είναι στο δεύτερο στάδιο, έχει κάνει μετάσταση στις πιο σκοτεινές αποχρώσεις. Κάναμε ό, τι περνούσε από το χέρι μας αλλά... Λυπούμαστε».
Ύστερα όμως το ξεπέρασα. Έλα μωρέ, είπα, απλές αποχρώσεις είναι. Δεν θα ξεθωριάσουν; Δεν θα απελευθερωθεί απ’ αυτές; Είναι και πενήντα μόνο, δεν είναι πολλές, σιγά το πράγμα. Εδώ τέσσερα χρώματα βάζεις στον εκτυπωτή -τρία βασικά και ένα magenta- και βγάζεις αποχρώσεις πάνω από δέκα χιλιάδες. Εκεί θα τα χαλάσουμε τώρα; Σε πενήντα παλιοαποχρώσεις; Δεν πειράζει.
Πάντως στον πατέρα μου δεν το είπα. Της έχει αδυναμία... Είναι και σε κάποια ηλικία... Δεν θέλω να έχουμε άλλα. Για μένα πάντως δεν ήταν αποχρώσεις, ήταν περισσότερο αποβλακώσεις, εγκεφαλικές κακώσεις, αποχαυνώσεις... Κάτι τέτοιο.
Τι ντροπή όμως την ώρα της πληρωμής στο ταμείο... Σκεφτόμουν να το παραλάβω καμουφλαρισμένος. Δεν ήθελα να εξευτελιστώ. Δεν είμαι κουλτουριάρης, όχι! Απλώς θέλω να φαίνομαι σαν τέτοιος, οπότε η εικόνα μου είναι πάρα πολύ σημαντική. Αν εμφανιζόμουν στο ταμείο και πίσω μου ερχόταν ο Αλκίνοος, φερ’ ειπείν, με έναν “Λεβί Στρος”, έναν “Σαρτρ” επί παραδείγματι, τότε τι θα έκανα; Ποία η θέση μου; Να απολογηθώ πως είναι δώρο; Θα καρφωνόμουν. Συν τοις άλλοις, πάντα όταν πάμε σε βιβλιοπωλεία, στην ουρά κοιτάμε ο ένας τι αγόρασε ο άλλος. Και κοιτάμε κρυφά λες και προσπαθούμε να δούμε κάτω από την φούστα ή μέσα από το σουτιέν, χωρίς να μας πάρουν χαμπάρι. Αλλά έχει και λίγο χλευασμό. «Χμ! Τι διαβάζει αυτός; Ά! Σιγά! Εγώ είμαι πιο ψαγμένος!».
Αγαπώ την αδερφή μου τόσο όμως, που θα το υπέμενα και αυτό το μαρτύριο. Τον δημόσιο διασυρμό. Δεν ήθελα κιόλας να το παραγγείλω στο σπίτι, για να μην χαλάσει η έκπληξη. Την πρώτη φορά που πήγα να το αγοράσω ήταν άδειο το μαγαζί και ήταν κατάλληλη η ευκαιρία, αλλά είχε εξαντληθεί. Εξαντλημένο; Άλλο πάλι και τούτο.
Έφθασα έξω από το μαγαζί και άπλωσα το δεξί μου χέρι να σπρώξω την γυάλινη πόρτα. Αλλά τι να δω; Τι θα περίμενε κάποιος να δει μπαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο; Σίγουρα όχι αυτό που είδα εγώ.
Ο βιβλιοπώλης εκστασιασμένος, χοροπηδούσε γύρω-γύρω φωνάζοντας “Χόχόχό Χίχίχί Χόχόχό Χάχάχά”, και στεκόταν πότε στο ένα πόδι πότε στο άλλο. Ά στο διάολο άνθρωπέ μου, με τρόμαξες, είπα από μέσα μου! Τι συμβαίνει; Κάνω το βλέμμα μου λίγο πιο κει και βλέπω έναν τεράστιο λόφο, σαν πυραμίδα, από βιβλία. Τεράστιο όμως! Από κάτω μέχρι πάνω. Δίπλα του κι' άλλον... κι' άλλον... κι' άλλον. Όλο το βιβλιοπωλείο είχε γεμίσει λόφους βιβλία. Ο βιβλιοπώλης χοροπηδούσε γύρω-γύρω σαν τρελός.
«Επιτέλους», φώναζε, «Επιτέλους. Φως... φως! Χάχάχά Χόχόχό!».
«Τι επιτέλους, άνθρωπέ μου;», τον ρώτησα. «Τι κάνεις; Κλείνετε;»
«Όχι όχι», απάντησε εκείνος. «Φως νεαρέ μου, φως!».
Έμεινα να τον κοιτάω μέχρι να πάρω μια σοβαρή απάντηση. Πολύ περίεργη συμπεριφορά. Αυτός ο ήρεμος και απαθής, αδιάφορος ανθρωπάκος, ο κατηφής, ξαφνικά έκανε σαν μικρό παιδί. Λες και βρήκε την χαμένη του νιότη. Τι είχε συμβεί; Πλησίασα λίγο-λίγο και κοίταξα τους λόφους από τα βιβλία προσεκτικά. Και τι να δω; Ήταν γεμάτο από τις “Πενήντα αποχρώσεις του Γκρι”, και τις σκοτεινές και τις πιο σκοτεινές... Όλες! Όλη την τριβλακεία. Και τα τρία βιβλία της σειράς!!! Και οι πενήντα αποχρώσεις εκεί. Άπειρα αντίτυπα του βιβλίου, και ο βιβλιοπώλης ακόμα να χοροπηδάει γύρω-γύρω.
Mια άσχημη μυρωδιά πλανιόταν στον αέρα. Παραδίπλα είχε άλλο σωρό. Τα “Hunger games” αυτή τη φορά. Δώσ' του κι εκεί άπειρα αντίτυπα, πυραμίδες ολόκληρες. Είχε και Δημουλίδου, είχε... είχε! Είχε από όλα!
«Τι κάνεις άνθρωπέ μου», του είπα. «Είστε καλά; Σας συμβαίνει κάτι;»
«Φως, φίλε μου, φως!», μου απάντησε πάλι.
Άρχισα να εκνευρίζομαι. Δεν είχα όρεξη για τις εξυπνάδες του. Είχα να κάνω μια δουλειά και ήθελα να τελειώνω.
«Τι φως μωρέ; Θα μου πεις τι συμβαίνει; Άντε γιατί έχω κάνει και μια παραγγελία που περιμένω».
«Τα επέστρεψαν όλοι σήμερα πίσω. Όσοι είχαν αγοράσει αυτά τα βιβλία, τα επέστρεψαν πίσω. Εγώ τους έδωσα τα χρήματά τους σύντροφε. Ξυπνήσαμε σύντροφε. Τελείωσε. Χάχάχάχά!!! Αυτά τα βιβλία είναι για προσάναμμα, καλέ μου φίλε. Χάχάχά Χόχόχό. Λογοκρισία, αχρείοι. Λογοκρισία από την ανάποδη ρέέέέ. Ποτέ ξανά βιβλία που μαστουρώνουν τον νου. Χάχάχάχάχά».
Και τότε συνειδητοποίησα ότι αυτό που μύριζα ήταν... Θα έκαιγε τα βιβλία ο τρελός; Θα έκαιγε και το μαγαζί μαζί του!
«Τι στον διάολο συμβαίνει ρε γαμώτο;», φώναξα χωρίς ντροπή. Αυτά δεν είναι φυσιολογικά πράγματα. Πλησίασα και τον έπιασα από τον ώμο για να σταματήσει.
«Σε παρακαλώ», του είπα, «πες μου τι είναι όλα αυτά. Δεν γίνεται... » και ξαφνικά, δεν ξέρω πόσο γρήγορα το έκανε, λες και δεν με έβλεπε, βγάζει ένα σπίρτο, το ανάβει και το πετάει πάνω στα βιβλία.
«Καείτε μπουρδέλα. Χάχάχάχά. Καείτε γαμημένα, μας φάγατε την ζωή. Θα πάω να φυτεύω ντομάτες. Χάχάχάχάχά!!! Καείτε αγάπες μου και άντε στον αγύριστο».
Πετάχτηκα πίσω, καθώς απλωνόταν η φωτιά από σωρό σε σωρό και έκανα να φύγω από το μαγαζί.
Όταν έφτασα στην πόρτα, έστρεψα το βλέμμα προς τα πίσω.
«Βρε δεν πάτε στον διάολο;», μονολόγησα. «Εγώ το δώρο θα το πάρω». Έκανα μια γρήγορη κίνηση και πήρα ένα αντίτυπο από εκείνα που δεν είχαν αρπάξει ακόμα φωτιά.
«Στο διάολο κι ακόμα παραπέρα», ξαναείπα, και άρπαξα άλλα δύο-τρία στο σύνολο. Ποτέ δεν ξέρεις τι ξημερώνει. Είναι ηλίθιος ο κόσμος. Μάζευε κι ας είν’ και αποχρώσεις του Γκρι. Μπορεί αύριο να είναι πολύτιμο. Ήμουν κλέφτης; Και τι σημαίνει κλέφτης στο κάτω-κάτω; Σαν άλλος Ρομπέν των Δασών, κλέβω και τα δίνω στους φτωχούς. Γιατί πρέπει να είναι αναγκαστικά ένας άλλος φτωχός, για να εξαγνιστεί η πράξη; Κι εγώ φτωχός είμαι.
Βγήκα έξω από το βιβλιοπωλείο άρον-άρον, πήρα μερικές ανάσες και σταμάτησα δύο φοιτητές που περνούσαν.
«Ρε παιδιά, βλέπετε τι γίνεται;»
«Ναι! Τυφλοί είμαστε; Καταπληκτικό. Βρίσκεις; Τι σου κάνει εντύπωση;»
Περίμεναν όντως απάντηση. Έφυγα τρεχάτος, γιατί ένιωσα εντελώς χαμένος, σαν να βρέθηκα σε άλλον κόσμο. Τι είχε πάθει ο βιβλιοπώλης; Τι είχε πάθει ο παπάς; Τι έπαθαν οι ΔΑΠίτες; Τι;;; Τι έπαθαν όλοι ξαφνικά; Και γιατί κανείς δεν δίνει σημασία;
Το βιβλιοπωλείο καιγόταν, φλεγόταν, έβγαζε καπνούς, και από έξω περνούσαν κανονικά, σαν να μην συμβαίνει τίποτα, περαστικοί. Ο βιβλιοπώλης καθόταν και το καμάρωνε να καίγεται με ένα τσιγάρο στο χέρι.
Έκανα να φύγω προς τη στάση του λεωφορείου και καθώς περνούσε από μπροστά μου ένα ζευγάρι, είδε στα χέρια μου τα βιβλία που κρατούσα και ξίνισαν την μούρη τους κι οι δύο, κοιτάχτηκαν ντροπιασμένοι και ο νεαρός έσφιξε το χέρι της κοπέλας του σαν να την προστάτευε. Κατόπιν επιτάχυναν και έφυγαν μακριά.
 (συνεχίζεται)