Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016


Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" 
θυμάται 
τον Κωνσταντίνο Καβάφη



Στη σημερινή μνεία του ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη (γεννήθηκε και πέθανε την ίδια ημερομηνία, 29-4) θα επικαλεστώ μικρό απόσπασμα από το εξαιρετικό δοκίμιο της Μαργαρίτας Γιουρσενάρ «Κριτική παρουσίαση του Κωνσταντίνου Καβάφη», το οποίο προλόγισε τη γαλλική έκδοση 154 ποιημάτων του ποιητή.
Γράφει, λοιπόν, η Γιουρσενάρ για την Αλεξάνδρεια, την ερωμένη πόλη του: 
«…Ο Καβάφης αγάπησε με πάθος τούτη την μεγάλη πολιτεία, την πολυτάραχη και πολύβουη, την πλούσια και φτωχή, την τόσο απασχολημένη από τις δουλειές της και τις απολαύσεις της ώστε να μην προφταίνει να συλλογιστεί το κονιορτοποιημένο παρελθόν της. Τούτος ο αστός, εκεί γεύτηκε τις ηδονές του, εκεί γνώρισε τους θριάμβους του και τις αποτυχίες του, εκεί διέτρεξε τους κινδύνους του. Βγήκε στο μπαλκόνι του για να αλλάξει σκέψεις βλέποντας ‘ολίγη κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών’• και από το πολύ να τη ζει, εκείνη ‘αισθηματοποιήθηκε’ ολόκληρη γι’ αυτόν. Εκεί αξιώθηκε, με τον τρόπο του, την δική του ‘αμίμητη’ ζωή.»

Και πώς γίνεται τώρα, να μιλάμε για τον ποιητή μέσα από την αναφορά στην πόλη του; Παράδοξο από μια άποψη. Αν τον φανταστούμε, όμως, έστω και για λίγο (παραμερίζοντας τις στερεότυπες εικόνες που έχουμε στο μυαλό μας για τις αναφορές στο έργο ενός ποιητή) να τριγυρνάει στην πολύβουη Αλεξάνδρεια, γνωστός και αναγνωρίσιμος (όχι πάντα καλό αυτό), μέσα σε βαρετά γραφεία και συναναστροφές ρουτίνας. Την ημέρα. Γιατί τα βράδια του τα ξόδευε μέσα σε μια πόλη ηδονική όσο λίγες, κρυμμένος και ευτυχής μέσα στην ανωνυμία του. Για να μπορεί να ζει, έτσι όπως αυτός θα ήθελε, για να μπορεί το άλλο πρωί να γράφει για τα κρυμμένα μυστικά του, μέσα από πρόσκαιρες μεταμέλειες, σύντομες όσο και η διάρκεια της μέρας. Τι σημασία έχει, ωστόσο, πόσο διαρκεί η ενοχή; Αυτή η ίδια πόλη ήταν έτοιμη πάλι να τροφοδοτήσει την άρση της μεταμέλειάς του. Απόλυτα και ηδονικά. Ίσως σ’ αυτή τη σύζευξη του ποιητή με την πόλη του να χρωστάμε τα πιο σημαντικά του ποιητικά λόγια. Όσα μπόρεσε να βάλει στο χαρτί –ας μην ξεχνάμε το δικό του «Τα δ’ άλλα εν Άδου τοις κάτω μυθήσομαι».
Με την εικόνα του, όπως την έχει αποδώσει ο Νίκος Καζαντζάκης (Ταξιδεύοντας) ας ποιήσουμε κι εμείς σύντομη μνεία του Αλεξανδρινού:
«Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του.
…..
Έτσι που για πρώτη φορά τον βλέπω απόψε και τον ακούω, νιώθω πόσο σοφά μια τέτοια πολύπλοκη, βαρυφορτωμένη ψυχή της άγιας παρακμής κατόρθωσε να βρει τη φόρμα της -την τέλεια που της ταιριάζει- στην τέχνη και να σωθεί.
Ζει σαν αδιάφορος, σα θαραλλέος. Κοιτάζει ξαπλωμένος σε μια μαλακή πολυθρόνα από το παράθυρό του και περιμένει τους Βαρβάρους να προβάλουν…. Μα οι βάρβαροι δεν έρχουνται, κι αναστενάζει κατά το βράδυ, ήσυχα, και χαμογελά ειρωνικά για τη απλοϊκότητα της ψυχής του να ελπίζει.
Κοιτάζω απόψε και χαίρουμαι τη γενναία αυτή ψυχή που αποχαιρετά αργά, παθητικά, χωρίς δύναμη και χωρίς λιποψυχία, την Αλεξάνδρεια που χάνει.»