Σάββατο, 16 Απριλίου 2016

15


Έδιωξα όλες τις σκέψεις από το μυαλό μου και για δυο λεπτά πήρα βαθιές ανάσες για να ηρεμήσω. Άδειασα τελείως και αποφάσισα να τα βάλω όλα κάτω σε μια σειρά. Ξεκίνησα από τα στοιχειώδη που θεωρούσα αυτονόητα.
Αδιαμφισβήτητα υπάρχει ο Αλκίνοος. Το ίδιο και ο κόσμος που έχει αλλάξει -όσο τρελό κι αν ακούγεται- σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του. Δεν μένει παρά να εντοπίσω το κενό και να κάνω τη σύνδεση ανάμεσα στον Αλκίνοο και τον τρόπο που ο κόσμος άρχισε να δρα όπως θα ήθελε εκείνος. Τη χρονική στιγμή δηλαδή που, με κάποιο τρόπο τον οποίο αγνοώ πλήρως, ο ένας επηρέασε τον άλλον.
Συσχετίσεις μεταξύ γεγονότων και προσώπων γύρναγαν και ξαναγύρναγαν μέσα στο μυαλό μου, μήπως και καταφέρω να βγάλω μια άκρη. Από πού να το πιάσει όμως κανείς; Δεν έχω μπροστά μου καμία απολύτως τάξη, παρά μόνο ένα χάος. Ένα χάος που απαρτίζεται από εικόνες ανθρώπων και γεγονότων, χωρίς καμία εμφανή σύνδεση. Ένιωθα λες και ήμουν αντιμέτωπος με ένα μαθηματικό πρόβλημα που υπερέβαινε τις αντιληπτικές μου ικανότητες, διότι όλοι οι συντελεστές ήταν άγνωστοι. Στο κάτω-κάτω, δεν ήμουν καν σίγουρος ότι υπήρχε μια λογική της οποίας εάν έβρισκα το μονοπάτι και το ακολουθούσα, θα με έβγαζε κάπου.
Σκεπτόμουν τα πιο ακραία σενάρια. Πέρασαν απ’ το μυαλό μου ακόμη και οι θεωρίες του Αλκίνοου σχετικά με τον Θεό και τις παρεμβάσεις του από το μηδέν. Αλλά αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα ήταν πέρα από τις δυνάμεις μου. Ωστόσο, θα έπρεπε να παίξω κι εγώ το ρόλο μου, να προσπαθήσω να βρω αν υπάρχει ένα ψήγμα λογικής και να πιαστώ απ’ αυτό. Εάν δεν τα κατάφερνα, και αν είχα αποκλείσει κάθε τι που μπορούσα να σκεφτώ, τότε, όπως είχε πει και ο Αλκίνοος, αυτό που θα έμενε, όσο παράλογο και αν φαινόταν, θα έπρεπε να είναι η αλήθεια. Ακόμα και αυτό, είναι ένα δείγμα λογικής. Το περισσότερο και ταυτόχρονα το λιγότερο που μπορώ να κάνω.
Άφησα προς στιγμήν τις θεωρίες περί Θεού στην άκρη και σκέφτηκα έναν άλλον τρόπο. Ίσως εάν έπαιρνα ανάποδα τα γεγονότα, αναλύοντάς τα διεξοδικά και με συγκέντρωση, να έφτανα στην πηγή της αλλαγής. Αν δηλαδή ήμουν σε θέση να θυμηθώ το πρώτο περίεργο περιστατικό που έλαβε χώρα και το τελευταίο φυσιολογικό, τότε μοιραία αυτό που θα είχε συμβεί ενδιάμεσα, ήταν η αιτία που πυροδότησε την κατάσταση. Και πάλι όμως υπήρχε ο κίνδυνος να κάνω κάτι μάταιο, όπως εκείνος που κυνηγάει την άκρη ενός ουράνιου τόξου για να βρει το θησαυρό.
Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος πότε άλλαξαν τα πράγματα. Μόνο πότε το αντιλήφθηκα εγώ. Και αυτό ενδεχομένως έγινε όταν ήταν ήδη πια πολύ αργά. Ωστόσο, ακολούθησα αυτή τη λογική. Ξεκίνησα βήμα-βήμα, όσο πιο αναλυτικά μπορούσα, προσπαθώντας να θυμηθώ όλα όσα διαδραματίστηκαν τις προηγούμενες μέρες.
Έφτασα στο σημείο που είχα βγει για να πάω στο σπίτι του Αλκίνοου, όταν παρατήρησα εκείνον τον άνθρωπο που ήθελε να αυτοκτονήσει πηδώντας από το μπαλκόνι του. Λίγες μόλις στιγμές πριν δω και τον ίδιο τον Αλκίνοο στο μπαλκόνι του σε παρόμοια κατάσταση, εκείνη την επεισοδιακή βραδιά. Μετά ήρθαν στο νου μου εκείνοι οι περίεργοι τύποι, την επόμενη ακριβώς μέρα στο εκλογικό κέντρο, που γκρέμιζαν τα κάγκελα του σχολείου και έσκιζαν τα ψηφοδέλτια. Λες και υπήρχε κάποιου είδους μαγνήτης στο επίκεντρο αυτών των δύο αλλόκοτων συμβάντων, ο οποίος μόλις είχε τεθεί σε λειτουργία και ξεκινώντας από μικρά περιστατικά συνέχισε να επηρεάζει σταδιακά όλη την πραγματικότητα, διαστρεβλώνοντάς την.
Έπαψα να αντιστέκομαι σε όσα γίνονταν και τα άφησα να περάσουν μέσα μου, έτσι ώστε να γίνω μέρος τους και να με παρασύρουν. Σε αυτήν την κατάσταση που είχα υποβάλει τον εαυτό μου και που όλα -λογικά και παράλογα- ήταν πιθανά, ξαφνικά, μέσα σε όλο το χάος των δεδομένων, έλαμψε ακαριαία, σαν φάρος τη νύχτα, η πτώση του Αλκίνοου. Αυτό το γεγονός μονομιάς, εμφανίστηκε στη φαντασία μου σαν το επίκεντρο ενός σεισμού, σαν τον καταλύτη που επισφράγισε την κατάσταση της αλλαγής.
Κι όσο συνέχιζα να δέχομαι αδιάκριτα κάθε σκέψη και δυνατότητα γύρω από το συμβάν της πτώσης, μέσα από τον ορυμαγδό των συσκοτισμένων γεγονότων που ανακυκλώνονταν σαν μανιασμένα σύννεφα, ξάφνου ξεπρόβαλε στον ορίζοντα το ξέφωτο της λύσης. Και πλέον ήξερα τι να κάνω.
             

16


«Αλκίνοε, φίλε μου, κάθισα και τα έβαλα όλα σε μια σειρά. Πλέον καταστάλαξαν οι σκέψεις μέσα μου και ηρέμησα. Είχες απόλυτο δίκιο τελικά. Απλώς χρειαζόμουν χρόνο για να το δω».
«Μα φυσικά και έχω δίκιο Ιασονάκο. Σε ποιο από όλα αναφέρεσαι, όμως;»
Σηκώθηκα από την καρέκλα και πλησίασα την άκρη του μπαλκονιού του. Κοίταξα μακριά στον ορίζοντα.
«Ωραία θέα έχεις Αλκίνοε από δω πάνω», του είπα με ύφος, αγνοώντας την ερώτησή του.
Σηκώθηκε και εκείνος και ήρθε δίπλα μου. Μείναμε να κοιτάμε κι οι δυο τη θέα.
«Ξέρεις πόσες ώρες έχω σε αυτό εδώ το μέρος να διαβάζω και να κοιτάω πέρα μέχρι τον Παρθενώνα;», μου είπε κουνώντας το κεφάλι του.
«Είναι περίεργο, πράγματι, Αλκίνοε. Ενώ από κάτω δεν φαίνεται κάτι ιδιαίτερο, όταν στέκεται κανείς στο μπαλκόνι σου, ανοίγει η ψυχή του. Και εγώ το ίδιο θα έκανα, αν είχα τέτοια θέα».
«Καλά μην ορκίζεσαι κιόλας, Ιασονάκο. Δεν σου φταίει η θέα, που δεν έχεις ανοίξει τα στραβά σου -χωρίς παρεξήγηση- να διαβάσεις κάνα βιβλίο. Πρέπει να το θ... ».
«Δεν ξέρω τι με είχε πιάσει», τον διέκοψα, αδιαφορώντας για όσα έλεγε, «και έκανα σαν μικρό κοριτσάκι. Είναι αλήθεια πως ένας άνθρωπος της δικής σου μόρφωσης σίγουρα είναι εξοικειωμένος πολύ περισσότερο απ’ ότι ένας με την δική μου ποταπή κουλτούρα. Τα λέω καλά, καλέ μου φίλε;»
«Πολύ καλά τα λες. Και τι με είχες αναγκάσει να κάνω ως τώρα; Να εξηγώ τα αυτονόητα. Αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Κάτι μπορεί να γίνει και για σένα. Όσον αφορά αυτό που είπες, το ήξερα πως έτσι θα γινόταν. Όπως επίσης ήξερα πως στο τέλος θα το έβλεπες και εσύ. Όλα είναι για καλό τελικά. Αρκεί να αφεθείς ελεύθερος και να το δεις. Αυτό ήταν ό, τι ήθελα περισσότερο για σένα. Και για τους δυο μας».
«Φυσικά. Εννοείται. Μου ήταν ξαφνικό. Αυτό ήταν όλο. Ελπίζω να με συγχωρέσεις, φίλε μου».
«Να μην ανησυχείς καθόλου γι’ αυτό. Ήσουν εδώ για μένα όταν σε χρειάστηκα. Τώρα είμαι εγώ για σένα. Έτσι πάνε αυτά τα πράγματα».
«Δεν μπορεί να σταματήσει να μου κάνει εντύπωση όμως, ρε Αλκίνοε. Τι είχα πάθει; Τι αξία έχει η ζωή ενός ανθρώπου όταν πρόκειται για την σωτηρία πολύ περισσοτέρων, έτσι δεν είναι;»
«Ακριβώς φίλε μου. Το πιθανότερο είναι να μην το ξέρεις, αλλά υπάρχει ολόκληρη φιλοσοφία πίσω από αυτήν σου την πρόταση».
«Δεν το ήξερα, αλλά είναι φυσικό. Μέσα από την ηρεμία βρήκα την γαλήνη και την αλήθεια. Αισθάνομαι ξανά πως ανήκω στον κόσμο. Η αντάρα μέσα μου καταλάγιασε και τώρα βιώνω την νηνεμία. Την όμορφη και ειρηνική θάλασσα».
«Ωφελιμισμός λέγεται ο φιλοσοφικός κλάδος που ασχολείται με αυτό το κομμάτι της ηθικής. Το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο δυνατόν πληθυσμό ανθρώπων. Δεν το έχεις ξανακούσει; Τζων Στιούαρτ Μιλλ και Τζέρεμυ Μπένθαμ. Υπάρχει και ένα ανόητο τεστάκι που κυκλοφορεί. Ανόητο, διότι η απάντησή του είναι προφανής. Τουλάχιστον για όποιον έχει τόσο δα νιονιό».
«Αλήθεια; Με τρομάζεις. Δεν θέλω να αποδειχτεί ότι είμαι κάνας ελαφρόμυαλος».
«Στάματα βρε. Μια χαρά θα τα πας. Το έχεις περάσει ήδη. Λοιπόν, υποτίθεται πως ένα τρένο εν κινήσει πρόκειται να πέσει και να σκοτώσει πέντε ανθρώπους. Ο μόνος τρόπος να αποφευχθεί κάτι τέτοιο είναι να ρίξεις στις ράγες έναν ευτραφή άνδρα. Θα το έκανες; Θα θυσίαζες έναν, ώστε να σωθούν περισσότεροι; Αυτή είναι η ερώτηση. Ή θα το άφηνες να αποφασίσει η μοίρα και δεν θα εμπλεκόσουν; Γιατί η διαφορά είναι πως εσύ θα σκοτώσεις τον έναν εάν εμπλακείς, αλλά εάν δεν το κάνεις, μπορείς να θεωρήσεις πως δεν είχες συμμετοχή για τους πέντε που σκοτώθηκαν. Καταλαβαίνεις; Από την στιγμή που έχεις επιλογή όμως, τι γίνεται; Μήπως είσαι ήδη ανήθικος που δεν πήρες θέση; Έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις πάνω στο ζήτημα αυτό. Ο Καντ με την κατηγορική προσταγή, θα σου έλεγε πως δεν πρέπει ποτέ να σκοτώσεις, ο Αριστοτέ... ».
«Τον χοντρό!!! Θα έριχνα τον χοντρό, μην το συζητάς!!!», πετάχτηκα να τον διακόψω. «Θα τον έριχνα για να σώσω τους πέντε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα».
«Ακριβώς, Ιάσονα! Ακριβώς!!! Κοίτα να δεις που ο μαθητής ξεπέρασε τον δάσκαλο. Μπράβο Ιασονάκο».
«Θα θυσίαζες τον έναν για να σωθούν οι πέντε. Σωστά; Και δεν έχει σημασία ποιος είναι αυτός ο ένας, έτσι δεν είναι;»
«Καμία απολύτως σημασία. Καλώς ή κακώς, αυτός ο ένας, θα πρέπει να θυσιαστεί για το κοινό καλό. Εάν το κάνει μόνος του, τότε θα εξυψωθεί για αυτήν του την θυσία. Εάν όχι, πρέπει να το βλέπουμε πρακτικά και να το κάνουμε εμείς, χωρίς να αναλωνόμαστε στο αν είναι σωστό ή όχι. Είναι σωστό. Τελείωσε».
«Αυτό ακριβώς περίμενα κι εγώ πως θα μου έλεγες».
«Μα τα ξέρεις. Δεν τα ξέρεις; Στα έχω πει τόσες και τόσες φορές. Ο άνθρωπος πρέπει να δρα. Πρέπει να δρα, Ιάσονα! Έχεις την επιλογή να σώσεις κάποιους ανθρώπους. Πρέπει να κάνεις κάτι. Δεν μπορείς να μείνεις με σταυρωμένα χέρια και να τους αφήσεις στην μοίρα ή την τύχη. Δεν μπορείς».
«Να δρα!!! Ακριβώς αυτό! Να δρα!!! Όπως τα λες, καλέ μου φίλε Αλκίνοε. Τώρα καταλαβαίνω όσα μου έλεγες. Είναι δυνατόν μερικοί θάνατοι να με έκαναν τόσο χάλια; Απορώ με τον εαυτό μου. Λες και τους ήξερα στο κάτω-κάτω. Αφού ήταν για καλό, δεν θα έπρεπε καν να με είχαν απασχολήσει. Ακριβώς όπως έγινε με σένα. Είδες την μεγάλη εικόνα και δεν στάθηκες στις λεπτομέρειες».
«Και όχι μόνο αυτό, Ιάσονα μου. Αλλά δεν τους σκοτώσαμε εμείς. Δεν ήμασταν καν αυτοί που “έριξαν τον χοντρό”. Ήταν ελεύθεροι να πράξουν όπως ήθελαν. Είναι εγωιστικό να λυπάσαι για κάποιον που σκοτώθηκε σε τροχαίο, ενώ ήταν μεθυσμένος και έτρεχε, επί παραδείγματι. Το βλέπεις τώρα; Είναι σαν να θέλεις να του στερήσεις την ελευθερία που είχε να κάνει αυτήν την επιλογή, μόνο και μόνο για να μην λυπηθείς εσύ για τα νιάτα του και κατ’ επέκτασιν για σένα. Γιατί είναι καθρέφτης όλα αυτά. Εάν πάλι, δεν ήταν επιλογή του, αλλά της μοίρας και εσύ δεν μπορούσες να κάνεις κάτι γι’ αυτό, πάλι δεν θα έπρεπε να ανησυχείς για την  ηθική σου. Όπως ακριβώς συνέβη με τους καλλιτέχνες που σκοτώθηκαν. Ουδεμία σχέση είχαμε. Να κοιτάμε την θετική πλευρά. Και σίγουρα από όλα αυτά βγήκε και κάτι θετικό».
Καθίσαμε για λίγα λεπτά σιωπηλοί να κοιτάμε τη θέα.
«Ξέρεις Αλκίνοε κάτι; Πιστεύω πως ο κόσμος άλλαξε εξαιτίας της πτώσης σου από αυτό εδώ το μπαλκόνι πριν τρείς μέρες».
«Μια ακόμα απλοϊκή σκέψη από τον καλό μου φίλο Ιάσονα. Και νόμιζα πως είχες σημειώσει βελτίωση».
«Δεν ξέρω πού το αποδίδεις εσύ όλο αυτό, αλλά πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο λογικοφανές πέραν τούτου».
«Δεν πειράζει, Ιάσονα. Ας είναι αυτό που δεν μπορείς να εξηγήσεις μόνο».
«Αναρωτιέμαι όμως, πώς έγιναν όλα αυτά έτσι στα ξαφνικά φίλε μου. Πού πήγε η κριτική οντολογία που κήρυττες με τόση ζέση; Τώρα που τα πράγματα άλλαξαν και έγιναν όπως είσαι εσύ, δεν σε νοιάζει ποιο είναι το τίμημα και ο τρόπος που αλλάζουν; Θυμάσαι τι έλεγες όταν είχαμε πάει στο αντιφασιστικό φεστιβάλ; Πού πήγαν όλα αυτά; Έχεις καταλήξει να γίνεις και εσύ όπως αυτοί που απεχθανόσουν. Το μόνο που σε νοιάζει είναι να κάνουν όλοι αυτό που θέλεις εσύ. Αν κάποιος που δεν είναι όπως τον θες, πεθάνει στην πορεία, τότε είναι για καλό, όπως μου διευκρίνισες.
»Για να μην στα πολυλογώ, δεν συμφωνώ με αυτή τη λογική και μου φαίνεται φασιστική απ’ την ανάποδη. Γι’ αυτό σκέφτομαι αν θα μπορούσε να ανατραπεί αυτή η κατάσταση και αν με κάποιον τρόπο θα μπορούσαμε να επιστρέψουμε πίσω στα φυσιολογικά. Σε έναν κόσμο όπως τον ξέραμε.
»Προβληματίστηκα αρκετά με το πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο. Εξέτασα όλες τις πιθανές εκδοχές και ανέλυσα όλα τα σενάρια που είχα στα χέρια μου. Θέλω να με πιστέψεις.
»Και κάτι που πρέπει να σου εξομολογηθώ σχετικό με όλα αυτά, σινιόρ Αλκίνοε, είναι πως για να γίνουν όλα όπως πριν, σκέφτομαι σοβαρά να σε ρίξω από το μπαλκόνι».
Εκείνος με κοίταξε με απορία και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι είχα πει, εγώ τον είχα ήδη πιάσει από τον γιακά και με δύναμη τον έσπρωχνα έξω από τα κάγκελα...
«Πέσε επιτέλους! Πέσε! Απόψε τελειώνουν όλα!», του φώναξα, καθώς έσπρωχνα το στήθος του με δύναμη, λυγίζοντάς τον πάνω στο κάγκελο.
Ο Αλκίνοος μούγκριζε και προσπαθούσε όπως-όπως να κρατήσει την ισορροπία του για να παραμείνει στην εσωτερική μεριά του μπαλκονιού, καθώς τον πίεζα με όλη μου τη δύναμη, λες και έσπρωχνα τοίχο.
«Εδώ τελειώνουν όλα! Μ’ ακούς;», του ξαναφώναξα, σκύβοντας το κεφάλι μου κοντά στο δικό του, ενώ παράλληλα συνέχιζα λυσσαλέα να τον σπρώχνω προς το κενό. Εκείνος έκανε κάτι σπασμωδικές κινήσεις για να τινάξει από πάνω του τα χέρια μου. Τον έπιασα απ’ τα μαλλιά και τον κλώτσησα στο γόνατο για να τον λυγίσω.
Μαζεύοντας όλη μου την ενέργεια για μια ύστατη κίνηση, ένα τελευταίο δυνατό ξέσπασμα, πήδηξα πάνω του και τον έπιασα με μια γερή λαβή από το λαιμό. Το μπράτσο μου ήταν μέγγενη γύρω του και τα πόδια μου συσπώνταν και τον ωθούσαν με βία.
Ενώ κλυδωνιζόταν έτοιμος να λυγίσει και να παραδοθεί στη βαρύτητα, ο Αλκίνοος, σε μια τελευταία στιγμή αντίστασης, έφερε το χέρι του πίσω και με άρπαξε από τον αυχένα, ξεκολλώντας με από την πλάτη του. Ξαφνικά, βρέθηκα στον αέρα να πετάγομαι με ορμή έξω από το μπαλκόνι. Η κατάσταση είχε αντιστραφεί. Τώρα πια εγώ ήμουν αυτός που αγκομαχούσε προσπαθώντας να κρατηθώ από κάπου για να μην πέσω στο κενό.
Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι είναι το πεζοδρόμιο να έρχεται κατά πάνω μου.
(συνεχίζεται)