Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017


Μηδενική γωνία

διηγήματα

της  Μαρίας Εμ. Μαραγκουδάκη

εκδόσεις Εύμαρος
(η πρώτη δημοσίευση στο frear.gr http://frear.gr/?p=19805)





το μαύρο πηγάδι το άπατο

Είκοσι μία αφορμές (όσες και τα διηγήματα της συλλογής της) βρίσκει η Μαρία Μαραγκουδάκη για να μιλήσει για το σκοτεινό τοπίο της απώλειας και του πένθους. Μοιράζεται μαζί με τον αναγνώστη της την παράξενη αίσθηση που δημιουργεί η επαφή με το «μετά» της ζωής, είτε από την πλευρά του απόντος (σε μια υπερβατική λογοτεχνική προσέγγιση) είτε από την πλευρά του εναπομείναντος (γνωστή και ρεαλιστική αυτή η εικόνα). Ποια είναι η ανάγκη που καθοδηγεί τη γραφή να κοινοποιεί τα πιο ελλειπτικά σκηνικά της απουσίας ή της μοναχικής εγκαρτέρησης; Γράφει η Κατερίνα Μάτσα: «η εμπειρία του πένθους χρειάζεται, οπωσδήποτε, έναν συνομιλητή για να βιωθεί και να εκφραστεί με λόγια, να μιληθεί. Αυτός ο συνομιλητής πρέπει να είναι όχι απλώς ένα πρόσωπο ή έστω το περιβάλλον των συγγενών του νεκρού, αλλά ολόκληρο το κοινωνικό σώμα» (Κατερίνα Μάτσα, Το αδύνατο πένθος και η κρύπτη, εκδόσεις Άγρα, 2012). Εσωτερική ανάγκη, λοιπόν, το μοίρασμα. Για να βιωθεί η απώλεια, να συνειδητοποιηθεί η αλλαγή των θέσεων. Ποιος εδώ και ποιος εκεί.

Οι ήρωες της Μαραγκουδάκη βλέπουν με την οπτική μιας μηδενικής γωνίας. Είναι η θέση τους τέτοια που δεν επιτρέπει ούτε την οξεία ούτε την αμβλεία γωνία. Πολύ περισσότερο την ορθή γωνία. Ο πόνος είναι χαμηλόφωνος χωρίς οξείς τόνους που θα αλλοίωναν την εσωτερικότητα του προσωπικού βιώματος, αλλά και χωρίς την πολυτέλεια μιας άμβλυνσης. Όσο για την ορθότητα, ποιος θα έπαιρνε τα εύσημα της μοναδικά σωστής γνώσης του άφατου και αόρατου κόσμου; Η γραφή σε παρασύρει, πότε με μια γήινη θεώρηση των  πραγμάτων και πότε με μια περισσότερο απογειωτική που αγγίζει τον φαντασιακό χώρο. Η αφήγηση σε οδηγεί μέσα από στενά περάσματα σε μια θέα της άλλης όχθης:

Μισό αιώνα μετρώ που γίνομαι ολόγραμμα και βλέπω τις σχισμές της γης να χάσκουν σα στόματα μπροστά μου, αισθάνομαι να τρυπώνω σιγά σιγά μέσα σ’ αυτές και να χάνομαι σε διαύλους και στοές μυστικές κάτω από τη γη, να είμαι παντού και πουθενά, να γίνομαι ένα με την ύλη των ψυχών, να είμαι νεκρός κι εγώ ανάμεσα σε άλλους νεκρούς, να κοιμόμαστε όλοι μαζί τον ύπνο του ανεξύπνητου. Κι όποιος νομίζει πως κοιμόμαστε και λιώνουμε ήσυχα ήσυχα στο χώμα κάνει λάθος.

Μισό αιώνα μετρώ που. Ή μήπως δεν;

(Ολόγραμμα)

Αυτή η μαγική ασάφεια, η αοριστία των ανθρώπινων μεγεθών, η άγνοια εν ζωή, η άλλη όχθη εκεί να μας γητεύει και να μας απωθεί ταυτόχρονα, να μας ελκύει και να μας φοβίζει. Και η λογοτεχνία στη δική της σκευή να εμπεριέχει και τα απτά και τα άρρητα στον ίδιο χρόνο, στα ίδια λόγια μέσα. Η Μαραγκουδάκη, έτσι, φτιάχνει μια τοιχογραφία, στην οποία η κάθε ψηφίδα έχει το σθένος να πει τη δική της αλήθεια. Και βρίσκει τους ευφυείς τρόπους όλο αυτό να έχει έναν πολύ δυνατό  βαθμό πρόσληψης από την πλευρά του αναγνώστη. Δεν είναι μόνον η ποιότητα της γραφής, με μια γλώσσα που αρμόζει εύστοχα στον πραγματικό και τον φαντασιακό λόγο. Είναι, κυρίως, αυτό που θα ονομάζαμε ήθος της γραφής. Και εννοώ μ’ αυτόν τον όρο ότι αποφεύγει τις ευκολίες στα κείμενά της, που θα συνιστούσαν και μια παγίδα αναγνωστική. Είναι τέτοια η θεματική της, που διατρέχει όλα τα διηγήματα, που θα μπορούσε να παρασύρει κάποιον σε ένα λυγμικό λόγο, συγκινησιακά φορτισμένο. Όχι, όμως, εδώ. Ετούτη η γραφή προτιμά να μιλά υπαινικτικά για τον πόνο, επιλέγει να καθοδηγεί με χαμηλούς τόνους (έντονου ωστόσο εσωτερικού σπαραγμού) προς τη θέα των απολεσθέντων.  Με υποδόριο χιούμορ σε κάποιες στιγμές, με ειρωνεία να αχνοφαίνεται πίσω από εύστοχα επιλεγμένες λέξεις, με αγάπη και συμπάθεια πρωτίστως απέναντι στον ανθρώπινο πόνο, αντιμετωπίζοντάς τον σαν ένα κοινό τόπο, άφευκτο για όλους.  Σε κυρίαρχη θέση, όπως είναι αναμενόμενο, η μνήμη, η οποία «γράφει» μέσα της πρώτα και κατόπιν αφήνεται να καταγράψει τα αποθηκευμένα της με τη μυθοπλασία στις μικρές αφηγήσεις. Έτσι, ακόμα και ο έρωτας δένει στενά με την έννοια του θανάτου, μακρινές αναμνήσεις, σημαδιακές για την εξέλιξη της ζωής, απαθανατίζονται σε τοπία λογοτεχνικά πολύ δυνατής γραφής:

Στα περιθώρια των τετραδίων σχεδίαζε, για την ακρίβεια χάραζε, σκληρούς μαιάνδρους.

Ήταν μαθήτρια μου. Λιγόλογη. «Είμαι είκοσι δύο χρονών», μου είπε μία φορά που βρεθήκαμε μόνοι «και με λένε Άννα. Κι αν θες να ξέρεις δάσκαλε, εγώ από μωρό βύζαινα παγοκρυστάλλους». Το ίδιο εκείνο βράδυ συναντηθήκαμε σε ένα μπαρ. Το ίδιο εκείνο βράδυ φιληθήκαμε για πρώτη φορά. Άκουγε μόνο ροκ και μισούσε τα ηλιοβασιλέματα. Δε φορούσε ποτέ φούστα. Το τζιν εφαρμοστό πάνω της. Όλα εφάρμοζαν πάνω της. Και θυμωμένα. Σχεδόν οργισμένα. Στον αφαλό είχε ένα κρικάκι και μια σχισμή μικρή και στενή που με τρέλαινε. Τα μαλλιά της μπούκλες. Ολόκληρη ήτανε μια μαύρη και σκοτεινή θεότητα. Όταν πετούσε και το τελευταίο εσώρουχο, εγώ πουλούσα και την ψυχή μου στο διάολο και άρχιζα το μέτρημα. … πενήντα…, ένα μαύρο σκορπιό είχε τατουάζ στην αριστερή ωμοπλάτη. …ενενήντα οκτώ ..., κι ένα κορμί αίλουρου με το διάβολο μέσα του. … εκατόν δέκα. …, οι μαύρες μπούκλες της ήταν κι αυτές οργισμένες. ..., πεντακόσια…, οι αριθμοί δεν τελειώνουν ποτέ.

(Έξι σημεία ασυνέχειας, 4ο)


Αγαπά τους αριθμούς η Μαραγκουδάκη, άλλωστε μαθηματικός είναι. Ωστόσο, η μαγεία των αριθμών, εισέρχεται στο κείμενό της και από άλλη χαραμάδα, πιο ουσιαστική. Το μέτρημα, η αρίθμηση, απηχούν ταυτόχρονα και την ανάγκη του έλλογου όντος να κρατήσει έστω για λίγο το σύμπαν μέσα στα χέρια του. Η παγίδευση του ασαφούς και άγνωστου χώρου μέσα σε μια έννοια τόσο συμβατικά ανθρώπινη, όσο ένας αριθμός, συνιστά την ασφάλεια, την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος, το σύμπαν, λειτουργεί κάτω από την ανθρώπινη υπολογιστική ικανότητα. Και η ζωή αλλά, κυρίως, ο θάνατος παίρνουν έτσι διαστάσεις προσπελάσιμες για τη λογική. Μια εσωτερική ανάγκη τακτοποίησης του αχανούς, ώστε να γίνεται κατανοητό. Ματαιότητα; Οπωσδήποτε! Αλλά είναι η μόνη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να βιώσει τη ζωή του, να τη νοήσει στα δικά του μέτρα μέσα. Πολύ εύστοχα στο διήγημα Η τσάκιση (από τα καλύτερα της συλλογής, μαζί με την ονειρική και σπαρακτική Πορτοκαλί κορδέλα) μπαίνουν τα πράγματα στη θέση τους. Στο χαρτί:

Ένας ένας, τον κάνατε όλοι το σάλτο και, τσουπ, την πηδήξατε την τσάκιση, από την "υγεία" στην "ανάπαυση", ε, δεν ήτανε και τίποτε δύσκολο, σκέφτεσαι, δυο-τρία εκατοστά απόσταση. Και να που τώρα αναπαύεστε όλοι σε παράταξη, κάτω από το σταυρό, μόνο εσύ ξέμεινες, για να θυμάσαι. Εσύ που ξέρεις γράμματα, να διπλώνεις χαρτιά και να γράφεις «Υπέρ αναπαύσεως» στη μια μεριά με ένα σταυρό από κάτω, «Υπέρ υγείας» στην άλλη και ανάμεσα να βλέπεις την τσάκιση, χαράδρα άπατη να χάσκει.

(Η τσάκιση)

Είναι ίσως θέμα αποστάσεων. Άλλοι από την εδώ πλευρά κι άλλοι από την άλλη, την αντίπερα. Και στη μέση η χαράδρα, που κάθε τόσο καταπίνει κάποιον για να τον κάνει να αναδυθεί από την άλλη όχθη. Και η μοναξιά να συνοδεύει την πορεία αυτή, και στη μια και στην άλλη πλευρά. Όπως σωστά έγραψε ο Irvin D. Yalom: Περισσότερο απ’ τον θάνατο αυτό που φοβόμαστε είναι η απόλυτη απομόνωση που τον συνοδεύει. Προσπαθούμε να περάσουμε τη ζωή μας δυο δυο, ο καθένας μας όμως οφείλει να πεθάνει μόνος – κανείς δεν μπορεί να πεθάνει τον δικό μας θάνατο μαζί μας ή αντί για μας. (Irvin D. Yalom, Η μάνα και το νόημα της ζωής, Άγρα, 2007)

Τα διηγήματα της Μαρίας Μαραγκουδάκη είναι όψεις της άρρηκτης σχέσης ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο. Θα μπορούσαν να αποτελούν απόπειρες συμφιλίωσης με τη διττή αυτή πραγματικότητα. Θα μπορούσαν, φυσικά, να είναι μόνον αναγνωστικές προτάσεις αξιόλογες. Άλλωστε η λογοτεχνία μιλά με τον δικό της τρόπο για όσα απαιτούν έστω την ελάχιστη μυθοπλασία για να μας συντροφεύουν ως νοητικές (δυνάμει βιωματικές) εμπειρίες.



Διώνη Δημητριάδου