Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Φωνές από χώμα νουβέλα της Κωσταντίας Σωτηρίου εκδόσεις Πατάκη


Φωνές από χώμα

νουβέλα

της Κωσταντίας Σωτηρίου

εκδόσεις Πατάκη
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr https://www.vakxikon.gr/6-vivlioprotaseis-dekemvrios-2017/)




Πώς μπορεί να ορισθεί η ιστορική αλήθεια; Ποια φωνή μπορεί να θεωρηθεί έγκυρη, προκειμένου να αποδοθεί με όλη την αλήθεια του το γεγονός ή το απλό συμβάν που μετεξελίσσεται σε αφορμή μιας σειράς συνταρακτικών και καθοριστικών γεγονότων για την ιστορική συνέχεια; Όσο βρισκόμαστε μέσα στον χρόνο της τέλεσης των γεγονότων, είναι εξαιρετικά δύσκολο (αν όχι απίθανο) να εξοικονομηθεί το αυστηρό πλαίσιο της εξέτασης του πραγματικού γεγονότος. Όσο απομακρυνόμαστε από αυτό και ο χρόνος λειτουργεί ιαματικά για τις αιμάσσουσες πληγές, είμαστε σε θέση πιο ψύχραιμα να αποδώσουμε -με την αρωγή της ιστορικής επιστήμης- την αλήθεια των πραγμάτων. Ωστόσο, η επιστημονική ιστορική μελέτη πάλι αφήνει το περιθώριο ενός σκεπτικισμού, απομακρυνόμενη από μια μονοσήμαντη (δογματική αναπόφευκτα) εκδοχή και ερευνώντας διαρκώς τα νέα στοιχεία που δυνάμει θα αναιρέσουν το πόρισμα ως τότε. Ειδικά για την πρόσφατη ιστορία, της Κύπρου εν προκειμένω και του Κυπριακού Ζητήματος, θα λέγαμε ότι πολλά ακόμα παραμένουν ανοιχτά στην έρευνα και πολλά θα έλθουν ακόμα στο φως, ενισχύοντας, εμπλουτίζοντας ή ίσως ανατρέποντας όσα τώρα εμφανίζονται ως η Ιστορία.

Η εισαγωγή αυτή θεωρώ πως είναι αναγκαία, γιατί η Κωσταντία Σωτηρίου με το πρόσφατο βιβλίο της «Φωνές από χώμα» συνεισφέρει στη συνολική εικόνα μιας υπόθεσης που ακόμα ζωντανή θα πρέπει να θεωρείται. Η ερώτηση, φυσικά, αν η λογοτεχνία έχει τη δυνατότητα, την ικανότητα ή και τη νομιμότητα να διαδραματίσει τον ρόλο της συνεισφοράς στην ιστορική έρευνα, ας εκληφθεί ως εύλογη αλλά ταυτόχρονα ας υπερκερασθεί. Συχνά βλέπουμε να μπορεί να αποδοθεί με τον καλύτερο τρόπο αν όχι το γεγονός το ίδιο (αυτό ας το αφήσουμε στους ιστορικούς), έστω ο απόηχός του, το απότοκο του γεγονότος, όπως διυλίστηκε μέσα στο μυαλό και στην ψυχή των ανθρώπων. Ακόμα καλύτερα, μπορούμε να δούμε τη σκέψη των απλών ανθρώπων, όταν νιώθουν να βρίσκονται στο περιθώριο της ιστορίας, δηλαδή στο περιθώριο της ζωής τους της ίδιας. Και πολλές φορές αυτή η σκέψη που αποκομίζουμε, όπως καταγράφηκε μέσα από τη λογοτεχνική μετάπλασή της, είναι πολύτιμη, καθαρή γνώση, απλή και αυθεντική εκτίμηση των γεγονότων της ιστορίας.

Αυτό συμβαίνει και με το βιβλίο της Σωτηρίου. Το θέμα της νουβέλας είναι ένα ιστορικό γεγονός, τα διακοινοτικά γεγονότα τον Δεκέμβρη του 1963 που οδήγησαν στη διαίρεση της Λευκωσίας σε δύο τομείς, τον ελληνοκυπριακό και τουρκοκυπριακό τομέα με τη λεγόμενη  «Πράσινη Γραμμή», η οποία το 1974 επεκτάθηκε και χώρισε τα ελεύθερα από τα κατεχόμενα εδάφη, μέχρι το 2003 που έγινε μερική άρση του περιορισμού διακίνησης μεταξύ του βόρειου και του νότιου τμήματος του νησιού. Η συγγραφέας θα χειριστεί το θέμα αυτό από την πλευρά των γυναικών, καθόλου τυχαία φυσικά η επιλογή. Οι δεκατρείς γυναίκες θα καταθέσουν η καθεμία τον δικό της μονόλογο, που αποτυπώνει κομμάτια των γεγονότων μέσα από τη δική της μαρτυρία. Οι δώδεκα είναι Ελληνοκύπριες και η μία Τουρκοκύπρια, η πόρνη Τζεμαλιγιέ. Αυτή μαζί με τον αγαπημένο της Ζεκή έγιναν με τον θάνατό τους η αφορμή για το κακό που ακολούθησε. Η αφήγησή της εναλλάσσεται με τις μαρτυρίες των δώδεκα γυναικών, που (αξιοσημείωτο αυτό) μιλούν σε κυπριακή διάλεκτο, χαρίζοντας έτσι την αληθοφάνεια στην ιστορία. Η αφήγηση της Τζεμαλιγιέ είναι γεμάτη από έρωτα για τον Ζεκή αλλά ταυτόχρονα και  επίγνωση για την περιθωριοποίησή της από την κοινωνία της υποκρισίας, που δεν μπορεί να ανεχθεί μια πόρνη να προσβάλλει τα χρηστά της ήθη. Σιγά σιγά θα ενστερνισθεί και τις ακραίες απόψεις του αγαπημένου της (ας θεωρηθεί αυτό συνέπεια και του ερωτά της για τον Ζεκή αλλά και της βίωσης του περιθωρίου) και θα μεταμορφωθεί σε νεοφώτιστη φανατική των εθνικιστικών αντιλήψεων για διχοτόμηση του νησιού:

«... μου σφίγγει με τα δάκτυλα τα δόντια μου, μάσησε μου λέει τις λέξεις σου Τζεμαλιγιέ, φάε να χορτάσεις και με κοιτάζει ύστερα με αγωνία να μην τις φτύσω, με κοιτάζει να δει κι εγώ καταπίνω την Volkan και την Taksim και την Anavatan, καταπίνω τις λέξεις μου επειδή ο Ζεκή με ταΐζει μαζί με τα νέα γράμματα αγάπη».



Ο Ζεκή και η Τζεμαλιγιέ θα πυροδοτήσουν τα αιματηρά επεισόδια του Δεκέμβρη του 1963. Ο Ζεκή θα αρνηθεί έλεγχο του αυτοκινήτου του από Ελληνοκύπριους αστυνομικούς, η Τζεμαλιγιέ θα επιτεθεί με «όπλο» την κατακόκκινη ψηλοτάκουνη γόβα της (έτσι κι αλλιώς αυτή ήταν σκάνδαλο):

 «Η πουτάνα! Τζιείνη ήταν η πρώτη που επυροβόλησε. Η Τούρτζισσα. Εφόρεν κάτι ψηλά παπούτσια κότσινα, με κολανούδι στο πλευρό, ποτζιείνα που φορούσαν οι πουτάνες, οι τίμιες οι γεναίτζιες εν φορούν κότσινα παπούτσια».

Οι δώδεκα γυναίκες, που θα παρεμβάλλονται στην αφήγηση της Τζεμαλιγιέ, θα ιστορούν η καθεμιά τη δική τους οπτική και την αλλαγή που έφερε στη ζωή τους η ταραχή αυτή που ξέσπασε. Όλες με μικρές λεπτομέρειες θα δώσουν την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων, άθυρμα στις επιλογές των μεγάλων, που φυσικά καθόλου δεν ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα μεγέθη, που τολμούν να παρεισφρήσουν στον πολιτικό τους χάρτη. Αυτές οι καταθέσεις θα φωτίσουν και μια άλλη πλευρά της ζωής, μια άλλη οπτική, αυτή των γυναικών που βιώνουν πάνω τους τη βία των ανδρικών επιλογών, πρώτα μέσα στο σπίτι τους και κατόπιν στο ευρύτερο πλαίσιο της ζωής τους. Στερεότυπες αντιλήψεις, εθνικισμοί, διαξιφισμοί, ανόητες και μονόφθαλμες πολιτικές, πόλεμοι και διχασμοί, όλα πάνω τους αφήνουν το σημάδι τους. Κι αυτές στο περιθώριο να μην μπορούν να δουν ότι απέναντι τους, αντίπαλη, δεν είναι η πόρνη Τζεμαλιγιέ. Απέναντί τους βρίσκονται (και πάντα θα βρίσκονται με διαφορετικό προσωπείο) τα συμφέροντα των μεγάλων. Κι αυτές πολύ μικρές και ασήμαντες δεν θα κατανοούν τον δικό τους ρόλο.

«Έµαθα την τέγνη να µεν αθθυµούµαι. Γιατί εν τέγνη, μηάλη. Τζιαι να µε αξιώσει ο Θεός ώσπου να πεθάνω να µάθω τζιαι την τέγνη του να ξηχάνεις. Αλλά τζιείνον λαλούν εν το πιο δύσκολο, εν πιο µεγάλη τέγνη να ξεχάνεις. Εγιώ µόνο να µεν θυµούµαι έµαθα Για τούτον τζιαι δεν μιλώ».

Αν  μιλούσαν, όμως; Ποια μορφή θα είχε ο κόσμος; Μας προβληματίζει η Σωτηρίου, ευτυχώς. Η Τζεμαλιγιέ, η  Τούρτζισσα, η πόρνη, όπως τη θέλουν οι άλλες, με την  ανοιχτή καρδιά να μπορεί να δει πιο καθαρά:

«Σε αυτή τη γειτονιά τη  μικρή, που συνυπάρχουν ο Θεός των χριστιανών και ο δικός μας ο Αλλάχ, εμένα και τις άλλες γυναίκες του κερχανέ κανένας δεν μας αγαπά, κανένας Θεός δεν μας ξέρει και δεν μας ζητά και το έχουμε μάθει πια καθαρά, αλλά έρχονται κάποιες στιγμές που ο κάθε Θεός, αγνοώντας ακόμα και τις δικές του προσταγές, μας καλεί, οι καμπάνες χτυπάνε δυνατά τις Κυριακές, ο μουεζίνης με καλεί να γονατίσω στο χαλί να προσευχηθώ…»

Έτσι είναι. Υπάρχουν αυτά που χωρίζουν τους ανθρώπους (ταπεινά τα κίνητρά τους) αλλά και αυτά που τους ενώνουν (δίκαια και σωστά αλλά δυσδιάκριτα συχνά). Και αυτά τα δεύτερα δεν τα καταγράφει η επίσημη ιστορία. Μόνο προσωπικές μνήμες τα διασώζουν, όταν καταλαγιάσει το μίσος και η μικροπρέπεια. Τότε κάποιοι αναλογίζονται τα αληθινά μεγέθη:

«Η Τουρκού που μας έδιαν φαΐ πουπάνω που τον φράκτην, τζιείνη που μας έδιαν τες κουφέττες τζιαι τα αθάσια που το ττέλλιν. […] Εν ημπόρεσα να πάω στην κηδεία. Είπαν, είσσιεν πάρα πολύν κόσμον. Έπιαν με που το σσιέριν η μάνα μου τζιαι επήαμαν στην εκκλησιά τζιαι ανάψαμε της ένα τζιερί. Άψαμεν έναν τζιερί για την ψυσσιήν της. Της Τζεμαλιγιέ».


Η νουβέλα της Κωσταντίας Σωτηρίου, εκτός από μια αναγνωστική πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία -με τη ζωντανή και ρέουσα γλώσσα και την εναλλαγή των αφηγήσεων- προσφέρει και μια «ανάγνωση» της Ιστορίας. Και, φυσικά, προστίθεται αυτό το θετικό πρόσημο και στη δική της τέχνη της γραφής αλλά και στον ιδιάζοντα ρόλο (απρόσμενα καλοδεχούμενο) ως βοηθητικό της Ιστορίας, που αναλαμβάνει η Λογοτεχνία.



Διώνη Δημητριάδου