Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017


Παράκτιος οικισμός

της Δήμητρας Χριστοδούλου

εκδόσεις Μελάνι
(η πρώτη δημοσίευση στο Fractal  http://fractalart.gr/paraktios-oikismos/)




το δικό της «Απολείπειν»



Η παρατήρηση είναι μια αναγκαία συνθήκη για να αρθρώσει τον λόγο του ο ποιητής. Στρέφει το βλέμμα του γύρω, απομονώνει τα έμπλεα σημασίας κομμάτια μιας πραγματικότητας, που αν και μέσα της διαβιούν ίσως περνά απαρατήρητη για τους αδιάφορους και βιαστικούς. Για τη δική του οπτική, όμως, κάτι ελάχιστο μπορεί να αποβεί εξαιρετικά σημαίνον, με όλα τα σημαινόμενα που εμπεριέχει. Κι έτσι αποκόπτοντάς αυτήν την ψηφίδα από το όλον την ενσωματώνει στον δικό του πίνακα, να αποτελέσει κομμάτι του προσωπικού του τοπίου. Αυτονόητη διαδικασία που ενώνει απρόσκοπτα τον έξω με τον μέσα κόσμο, με την εσωτερική παρατήρηση να συμπληρώνει την άρρηκτη πλέον σχέση ιδιωτικής δημιουργίας και ιδιωτεύοντος πάθους  σε ένα νέο όλον. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα είτε το έργο θα κλειστεί στον εαυτό του είτε θα δοκιμάσει την επικοινωνία του με τους άλλους, και τότε είτε θα αναμετρηθεί με μια καινούργια αδιαφορία (προς την αποτύπωση πλέον της πραγματικότητας εν τέχνη)  είτε θα αποτελέσει το έναυσμα για ενεργό σύμπλευση του αναγνώστη με τον ποιητή.  

Η περίπτωση της Δήμητρας Χριστοδούλου είναι, νομίζω, ένα από τα ενδεικτικότερα παραδείγματα αυτής της διττής παρατήρησης – προς τα έξω και προς τα μέσα. Παραθέτω ένα ποίημα από την πρόσφατη συλλογή της Παράκτιος Οικισμός, το οποίο τιτλοφορεί ευφυώς Το πανηγύρι.

Με το κεφάλι μου βαρύ από φρόνηση,

Στόχους πετυχημένους, μπαγιάτικους

Και την ανάμνηση μιας μουσικής από κείνες

Που ενθουσιάζουνε σε γαλανές βραδιές

Έγειρα έξω απ’ το παράθυρό μου,

Να δω την πάνδημη κηδεία μου.



Πάγκοι απλωμένοι σ’ όλη τη λεωφόρο.

Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,

Παιχνίδια πλαστικά και μικροτάματα.

Πίσω τους πωλητές χαμογελάνε

Σαν να ’χουν πόνο ξαφνικό στα πλευρά.

Με κάτι κέρματα ασήκωτα

Πασχίζουν οι αγοραστές να πληρώσουν.

Μικρά παιδιά τα κουβαλάνε ιδρωμένα,

Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά.



Τέλος, να ’μαι κι εγώ με τ’ αλογάκι μου!

Πώς μου πηγαίνει το αστρικό μου φόρεμα!

Ποτέ μου δεν υπήρξα ωραία κι όμως τώρα

Ένα φεγγάρι θα ήταν χλωμότερο.



Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές

Ακολουθούν στον ρυθμό της μπάντας

Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο

Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται

Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα.



Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,

Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.



Η ποιήτρια, ως ποιητικό υποκείμενο, σε απολύτως προσωπική ταύτιση με το εγώ του ποιήματος, ανοίγει το παράθυρο, και ως να το κλείσει ξανά και να βυθιστεί στο τοπίο της κάμαράς της, προφταίνει να δώσει το πώς και το γιατί της ποίησής της. Σε μια παράλληλη σχέση (όσο κρατάει μέσα της η εικόνα του άλλου ποιητή) πλησιάζει προς το παράθυρο για να δει όχι την  Αλεξάνδρεια που φεύγει, αλλά την Αλεξάνδρεια που κάθε τόσο πρέπει να κερδίζει ως απότοκο των πολλών βαθιά βιωμένων χρόνων ζωής και ποιητικής κατάθεσης. Και αυτό που βλέπει κάτω στον πολυσύχναστο δρόμο είναι μια σκηνή πανηγυριού. Είναι όλοι εκεί: κι αυτοί που πουλάνε κι αυτοί που αγοράζουν. Είναι και ο άγγελός της, προσωπικά να ασχολείται με τις συναλλαγές. Είναι κι αυτή με όλη την αίγλη μιας εικόνας παραμυθένιας, ουτοπικής και απλησίαστης. Ένα παραμύθι παρηγορητικό και γεμάτο θαλπωρή, που αν κάνεις όμως να το αγγίξεις εξαφανίζεται. Δεν θα την ακολουθήσει μόλις αυτή κλείσει το παράθυρο. Θα πάρει μαζί της μόνον την εικόνα του και θα την αποτυπώσει στους στίχους. Μάταιους θα τους ονομάσει. Ίσως και να είναι έτσι, μέσα στην καταγραφή μιας εικόνας που εμπεριέχει τη μάταιη δόξα του προσωρινού και του ευφάνταστου. Ή πάλι, μάταιοι να είναι γιατί απευθύνονται σ’ αυτούς που στο πανηγύρι μέσα παρακολούθησαν την πάνδημη κηδεία της. Η ποιήτρια διαλύθηκε μέσα στο πλήθος – δεν ήταν η θέση της εκεί – και αποσύρθηκε στο κλειστό τοπίο της προσωπικής της μοναξιάς. Μονήρης πλέον γράφει και ενσωματώνει στον δικό της κόσμο τις πολύβουες εικόνες που μάζεψε απ’ έξω, από τον δρόμο.




Γεμάτα από εικόνες όλα τα ποιήματα της συλλογής, με το ποιητικό υποκείμενο μέσα τους να βλέπει, να αγγίζει, να αφήνεται με όλες τις αισθήσεις να αποθηκεύει την ουσία τους. Ο κόσμος της Χριστοδούλου είναι πλήρης αντικειμένων, που την πλαισιώνουν και μεταλλάσσονται από ρεαλιστικά χρηστικά πράγματα σε σουρεαλιστικές παραστάσεις, ικανές να την παρασύρουν στον εσώτερο εαυτό, εκεί που ολοζώντανες θα μιλήσουν οι μνήμες. Αίφνης ένα μαχαίρι μπορεί να δεσπόζει στη σκηνή όχι με την ιδιότητα του αντικειμένου προς χρήση αλλά ως σημαινόμενο μιας απουσίας. Ένας κήπος με φράχτη αποτυπώνει πάνω του -σαν ένα αστείο της φύσης- μιαν άνοιξη που δεν θα έρθει. Ένα ζευγάρι πλουμιστές παντόφλες γίνονται το μέσον για μια επικοινωνία με τον κόσμο που ζει (;) κάτω από τη γη που ψηλαφούν. Ένα σύμπαν πολύσημο που σχετίζει τη γέννησή του με το παιχνίδι θανάτου μιας νυχτοπεταλούδας στο φως μιας λάμπας.



Στον κόσμο της χωρούν και οι σπαρακτικές εικόνες μιας πόλης που αφήνεται ανήμπορη στην επερχόμενη φθορά της. Εικόνες ανθρώπων που μόνοι και φερέοικοι κυκλοφορούν ανάμεσά μας αναζητώντας την ψυχή τους. Μόνο που είναι μάταιη η αναζήτηση, έτσι που όλοι έχουμε προ πολλού ξεπουληθεί σε σώμα και ψυχή.



[…]

Πόσο να ζήσουμε ξεχνώντας

Το πράο φεγγάρι ποτισμένο αλάτι.

Πόσο να πούμε το ψωμί προορισμό μας

Χωρίς ντροπή.

Πώς την καρδιά ενός γιγάντιου κήτους

Να ρίξουμε σ’ ελεεινό τηγάνι,

Πώς, ύστερα, υπό τη θυμηδία των κυμάτων,

Να μπούμε στην ουρά με καραβάνα

Και πώς στο τέλος τέτοιαν αλητεία

Να ξαναπείς ψυχή.





Οι στίχοι της Δήμητρας Χριστοδούλου δεν χαρίζονται εύκολα και σε κανέναν. Με σκληρό το κέλυφος οι λέξεις, αναδεικνύουν τη βαθιά πληγή τους σε όποιον θελήσει να ανιχνεύσει τα τοπία τους. Η λέξη τοπία χρησιμοποιείται εδώ με όλη τη συναίσθηση του βάρους της. Η ποίησή της δημιουργεί τα δικά της σκηνικά, άλλοτε ρεαλιστικά και άλλοτε υπερβατικά, ωστόσο ειλικρινή σε κάθε περίπτωση. Και η ποιήτρια εισχωρεί σ’ αυτά με την επίγνωση ότι σε καθένα αφήνει και μέρος του εαυτού της. Σε  μια τέτοια κατά μέτωπον αντιμετώπιση της αλήθειας που φέρνει ο χρόνος και οι επιλογές της ζωής, η ποιήτρια θα πει:



[…]

Με χίλια δυο μπουκέτα αστραποβόλα

Τραντάζει ο ήλιος τα μισόκλειστα παράθυρα.

Και είμαι εκείνη που κλαίει χαρούμενη,

Πώς ξέσπασε μια τόσο όμορφη μέρα;

Είμαι ο τυφλός με τη λάσπη στα βλέφαρα

Που νιώθει τα θαυματουργά τα δάχτυλα.

Πώς τη ζωή μου τόσο φως κάνει στάχτη;



Τέτοιες αλήθειες γράφονται απέναντι σε καθρέφτη, όχι παραμορφωτικό αλλά επίπεδο κάτοπτρο της γνώσης και της συνειδητοποίησης. Και οπωσδήποτε σε πρώτο πρόσωπο, όπως εδώ. Η ποιήτρια στην πιο ώριμη στιγμή της συνομιλεί με τον Νίκο Καρούζο, που τον χρειάζεται για να ανοίξει την πόρτα της συλλογής της στην προμετωπίδα:



Έχουν αρχίσει να με κυκλώνουν επικίνδυνα οι ώρες.

Ακούω τα φυλλώματα σήμερα

γίνηκαν ανήσυχα χορικά…

                                          Νίκος Καρούζος





Η ποίησή της, με όλο το φορτίο της συσσωρευμένης πείρας, έρχεται με τη γνώριμη γραφή να συνομιλήσει για μια ακόμα φορά με τους συνοδοιπόρους της ευαισθησίας της. Λεπτές επισημάνσεις, αδιόρατο χιούμορ στα όρια της ειρωνείας, κι ένας σαρκασμός προς εαυτήν.



[…]

Στο ποτάμι που περνά μπρος απ’ τα πόδια μου

Σπαρταρούν φοβερά καλαμπούρια,

Η γέννηση, η ενηλικίωσή μου,

Το δωδεκάθεο των ερώτων

Και άλλα αυτοάνοσα νοσήματα

Που έφτυσα μέσα στο νερό.



Σημάδια αναγνωριστικά μιας ποίησης που επιμένει να μας κεντρίζει και να μας στρέφει προς αυτά που αξίζει να δούμε, στον περιβάλλοντα χώρο και κυρίως μέσα μας. Στέκομαι για το τέλος στον τίτλο της συλλογής: Παράκτιος οικισμός. Ο χώρος είναι εκεί που αρχινά η θάλασσα το δικό της ταξίδι, και ο κάτοικος αυτού του οικισμού δεν έχει πολλά περιθώρια υπαναχωρήσεων και αναβολών. Ένα νοητό όριο εγκαταστημένο στο μυαλό μας. Και μια μικρή ώθηση ποιητική για να βιωθεί στην ουσία του. Θαρρώ πως η ποίηση της Δήμητρας Χριστοδούλου σταθερά μέσα στα χρόνια ωριμάζει τις επιλογές της αλλά και τις δικές μας.



Διώνη Δημητριάδου