Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Το βιβλίο του νερού του Ανδρέα Φιλιππόπουλου - Μιχαλόπουλου εκδόσεις Θίνες (η πρώτη δημοσίευση στο Fractal http://fractalart.gr/to-vivlio-tou-nerou/)


Το βιβλίο του νερού

του Ανδρέα Φιλιππόπουλου - Μιχαλόπουλου

εκδόσεις Θίνες
(η πρώτη δημοσίευση στο Fractal http://fractalart.gr/to-vivlio-tou-nerou/)




επιστροφή σ’ έναν υδάτινο κόσμο



[…] αποφασίζουμε και ενδίδουμε σε αυτό το κάτι που μας τραβάει βαθιά, από τότε που γεννιόμαστε και ίσως κι από πιο πριν […]

Έτσι γίνεται. Και πλέον ακολουθούμε την άφευκτη πορεία προς αυτό που μας καθόρισε πολύ πριν εμείς αποφασίσουμε να ενδώσουμε στην έλξη του. Κι αν η πρώτη φύση μας ήταν υδάτινη, σαν μια σφαίρα από νερό που μέσα της κολυμπούσαμε κάποτε ευτυχείς και ανίδεοι για τα τοπία που παραμόνευαν να μας καταπιούν μέσα στη στεγανότητά τους, τότε σ’ αυτήν ίσως να καταφύγουμε, ζητώντας με κάθε τρόπο να ανακτήσουμε την υγρή θαλπωρή της. Δεν είναι, όμως, εύκολη η επιστροφή στην αρχική κοιτίδα. Πρώτα πρώτα πρέπει να εξοικειωθούμε με το νερό. Σταδιακά.

[…] Έβγαλε την πρώτη μπουρμπουλήθρα και περίμενε λίγο. Στη δεύτερη, το νερό άρχισε να τον ξεχνάει. Όταν πια έβγαλε όλο τον αέρα από μέσα του, η υδάτινη μάζα γύρω του με τη σιμιγδαλένια αμμουδερή βάση της και τα διάφορα φύκια, ψάρια, πέτρες, είχε σταματήσει να κινείται. Όλα απλώθηκαν σαν κύμα χρόνου, γιγαντιαία αργό. Τον είχαν ξεχάσει ανάμεσα στις πτυχές τους, τον άφηναν να παρατηρεί γύρω του την παύση. Ήταν πολύ ευχαριστημένος: αυτή τη φορά του πήρε πολύ λιγότερο χρόνο απ’ όσο συνήθως.

Κατόπιν πρέπει να γίνουν εμβαπτίσεις των αντικειμένων σε υγρό περιβάλλον, μέχρι να μεταλλαχθεί η μορφή τους. Η διαδικασία απαραίτητη, προκειμένου να δημιουργηθεί το κατάλληλο πλαίσιο αυθεντικής υγρής ζωής.

[…]  Το εξώφυλλο είχε ήδη αρχίσει να μουλιάζει και να ρουφά τα δάχτυλά του μέσα στα όμικρον και τα ρω του, σαν ενυδρείο που επέπλεε στην ατμόσφαιρα των χεριών του. […] Κατέληγε να αφήνει το βιβλίο, όχι γιατί του γλιστρούσε από τα χέρια αλλά γιατί ο ίδιος γλιστρούσε από το βιβλίο, σαν χαρακτήρας που η πλοκή πια δεν τον απαιτούσε, συμπαρασύροντας ένα κομμάτι του κόσμου που τελικά συγκρατιόταν μόνο από υδάτινες γέφυρες, τεντωμένα σχοινιά από ζελέ, τρεμουλιαστά χέρια από κύματα.

Έτσι, αργά αλλά σταθερά, όλος ο περιβάλλων χώρος θα καταβυθιστεί. Στην αρχή σε μια προσομοίωση πραγματικής πλημμύρας η πόλη θα γίνει μια ωκεάνια μητρόπολη αποτυχημένων εκκινήσεων και τα σώματα θα κυλήσουν κολυμπώντας ως τον πάτο ενός ποτηριού. Ώσπου όλα θα αποκτήσουν υδάτινο περίβλημα σε αληθινή πλέον καταβύθιση. Το νερό, δηλωτικό ζωής, θαλπωρής και αγάπης θα καλύψει τα πάντα.

Ο Ανδρέας Φιλιππόπουλος  έχει αφεθεί σ’ αυτά τα είκοσι μικρά κείμενα σε μια αναζήτηση του υγρού τοπίου, του αρχικού αληθινού περιβάλλοντος, της αρχέγονης επαφής με το νερό. Ο ίδιος νιώθει ευτυχισμένος όταν οι λέξεις που γράφει γίνονται νερό. Βλέπει την ανθρώπινη παρουσία στον φιλικό της χώρο απολύτως συμφιλιωμένη με τη μετάλλαξη του τοπίου.

Όσο πιο βαθιά φτάνουμε, τόσο τα μάτια μας χύνονται και ενώνονται με το νερό που αχνίζει στο κέντρο της γης, και τα μαλλιά μας συναντούν άλλα μαλλιά, άλλων σωμάτων, και πλέκουν μια μυθολογία μήτρας, και τα πόδια μας αιωρούνται με αέρα από άλλους πλανήτες. Γινόμαστε ένα με τα πάντα εκεί κάτω, τους γνωστούς που βρέθηκαν την ίδια ώρα στα βαθιά, τους χαμένους τουρίστες, τους νεκρούς και τους άλλους που μπορεί να μη γεννηθούν ποτέ. Αλλά και με σώματα πτερυγοφόρα ή εγχελυόμορφα, με τρεμάμενους στήμονες και νυσταλέες ρίζες, με όλη την πόλη επάνω κι ακόμα πιο πάνω, μ’ ένα σύμπαν που εξακολουθεί πάντοτε να κολυμπάει μέσα σε μιαν άωρη φούσκα νερού.

Τα τοπία του νερού, ο χρόνος που λιμνάζει και φτιάχνει κοιλάδες αντικαθρεφτίσματος σαν μετά από καταρράχτη, η υφήλιος που μοιάζει με πηγάδι βαθύ και στενό και σκοτεινό, μια θέση γα να δούμε τον κόσμο, μια ανάσα πέλαγος που ανοίγει μέσα στο σαλόνι και όλος ο όροφος απλώνει νερό. Τέλος, μια μυθολογία μήτρας:

Μπήκανε και αυτοί, αργά, προσέχοντας να μην τραυματίσουν το νερό, απαλό σαν πλακούντας, άσπιλο που ήταν πριν κατέβουν οι υπόλοιποι, πυκνό σαν ιστορία, δικό τους σαν επιστροφή.

Έναν τέτοιο κόσμο ανοίγει μπροστά μας αυτό το βιβλίο του νερού. Μια αγκαλιά επιστροφής στο αρχικό σημείο, στην εκκίνηση του ανθρώπινου είδους. Μια απομάκρυνση (μακάρι και εφικτή) από την απομόνωση μέσα στο πλήθος, από τη φθίνουσα κοινωνία των λησμονημένων αξιών, από την παραμορφωτική εικόνα του εαυτού μας που αδυνατεί πλέον να επιβιώσει. Μόνο που αυτή η επιστροφή υπάρχει ως ενδεχόμενο για όποιον μπορεί να κρατήσει την αναπνοή του μέσα στον άηχο τόπο του νερού, να συμφιλιωθεί με τον σκοτεινό βυθό, να καλλιεργήσει στη θέση της ανάσας που σιγά σιγά ξέπνοη ακούγεται όλα τα ψήγματα εκείνου του αρχέγονου εαυτού, που ακόμα κρυμμένα αναμένουν τη νέα ζωή. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο πνιγμός είναι βέβαιος.

Δε σταμάτησαν να περπατάνε, αλλά τα βήματά τους άρχισαν σιγά-σιγά να βγάζουν υδάτινες ρίζες, πλοκάμια φύκια που τους έκαναν να επιβραδύνουν, να φτιάχνουν σπίτια και νοικοκυριά και μέλλοντα με κάθε απλωτή. Γύρω τους, κύκλοι πάνω στο νερό, μαζεύτηκαν καράβια βουνά. Ιπτάμενα και μεγαλειώδη, σκίαζαν τη θάλασσα και έκλεισαν γύρω τους απαλά. Είχαν επιστρέψει στον κόλπο.


Ένα τόσο διαφορετικό βιβλίο, μια αναγνωστική πρόκληση και σε περιεχόμενο αλλά και σε όψη. Μια εμφάνιση πρωτότυπη, με χειροποίητο δέσιμο, αληθινό ξάφνιασμα. Πόσο σοφά, όμως, δένει έτσι η εξωτερική εμφάνιση με το περιεχόμενο, το κείμενο με τις οκτώ υδάτινες φωτογραφίες και τη μία του εξωφύλλου, που πλημμυρισμένο από νερό δημιουργεί την προειδοποιητική είσοδο στο βιβλίο. Οι πολύ ξεχωριστές αναγνωστικές προτάσεις προσφέρουν την τέρψη εν συνόλω.



Διώνη Δημητριάδου