Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

«49 προτάσεις βιωμένου χρόνου» (με αφορμή το βιβλίο "Ο βιωμένος χρόνος -μικρές ιστορίες" της Διώνης Δημητριάδου) Γράφει ο Γιώργος Ρούσκας


«49 προτάσεις βιωμένου χρόνου»
(με αφορμή το βιβλίο "Ο βιωμένος χρόνος -μικρές ιστορίες" της Διώνης Δημητριάδου)

Γράφει ο Γιώργος Ρούσκας 
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/49-protaseis-viwmenou-chronou/)










Έγκλειστος οικειοθελώς μπροστά στο υγρό τοπίο, που επιμελώς έβλεπε καθισμένος δίπλα στο παράθυρο.

Τα θαλασσινά τοπία, σαν τα δεις έρημα, θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής που ο ζωγράφος εγκατέλειψε. Άλλα μέρη εκεί, άλλες θάλασσες, άλλες συνήθειες.

Εκείνη τη στιγμή ακριβώς που έσπαγε το αόρατο πλέγμα και έκανε την εμφάνισή του στα ορατά του κόσμου αυτού, είχε μέσα στα μάτια ακόμα την αχλύ των άπιαστων και αδιαπέραστων εικόνων. Και έτσι ο σκοτεινός ψυχικά ζωγράφος γίνεται εικόνα της εφηβείας σου. Kαι όταν έρθει η ώρα, τότε μαζεύεις φύλλα και αποκόμματα και μια φωτιά ανάβεις.

Απλώνεις τις λέξεις σου, πιο φροντισμένα τώρα.

«Χωμάτινος θα γίνω», φώναξε, μα πάλι αυτοί τίποτα δεν άκουσαν.

Και αμίλητος περίμενε κοιτάζοντας κάπου πέρα από όλους αυτούς, που περνούσαν δίπλα του αδιάφοροι.

Μα σαν η μνήμη του τον είχε αφήσει πια για τα καλά, εκεί που μόνο κενό έβλεπε το μυαλό του, κάτι σαν να σάλεψε και ένιωσε πως είχε λησμονήσει ένα παλιό του χρέος.

Εκεί, έξω από την πόρτα του, χαμηλά κάτω, είδε ένα ταπεινό λουλουδάκι, που μόλις είχε ξεμυτίσει από το χώμα. Ήταν αρκετή αυτή η συγκυρία, η ταυτόχρονη συνειδητοποίηση της παρουσίας του άλλου, του ξένου αλλά και του παράξενα οικείου.

«Ξέρεις σαν τι σε βλέπω; Ίδια με μια πορτοκαλιά»

Κάποια πράγματα δένουν όμορφα στο μυαλό μας, βρίσκουν την καλή τους ώρα και δεν το κουνάν από κει καθόλου, όσα χρόνια κι αν περάσουν.

Μια άλλη διάσταση φτιάχνει φιγούρες ασταθείς, κι όσο πατάμε εμείς σε χώρους μυστικούς, να δούμε δεν μπορούμε πέρα από τη σελίδα τη λευκή ή από τον παραμορφωτικό φακό, που απαθανατίζει αβέβαιες σταθερότητες και απουσίες σταθερές.

Μικρά και αθέατα γράφονται. Όμως για να λες ζω πρέπει να έζησες, να έχεις ζήσει. Παράξενη η πορεία που ακολουθεί ο μέσα χρόνος. Αλλά δεν ήξερε πώς γίνεται αυτό με τις στιγμές.

«Λίγο πιο γκρίζο και θα είναι σαν να έχω πεθάνει», μονολόγησε.

Λευκό θανάτου, ανύπαρκτες σκιές και άηχοι τριγμοί από παντού γεμίσαν το δωμάτιο. Παράλογος εφιάλτης.

Μόνο που σήμερα δεν φοβάσαι, γιατί κρατάς σφιχτά το χέρι του πατέρα σου και νιώθεις ότι παίρνεις κάτι από τη δική του δύναμη.

Στο αυθεντικό χαμόγελο οι πραγματικές ρυτίδες αγνοούνται. Από την άλλη σκέφτομαι πως όλη αυτή η αγάπη μπορεί να κρύβει και μικρή δόση προκατάληψης.



Περιτριγυριζόμαστε από τα πράγματα που μας δανείζουν κάτι από τη δική τους προσωπικότητα, όπως ακριβώς κι εμείς τα χρωματίσαμε κάποτε με τη δική μας. Ίσως γιατί τη μουσική την έχουμε μέσα μας και την ακούμε, ακόμα και όταν δεν παράγεται από πουθενά.

Μπορεί και να καταφέρουν να διαλύσουν τη μέσα σκοτεινιά, να αφαιρέσουν για λίγο το γκρίζο των ημερών του έξω κόσμου.

Υπήρχε μια εποχή που νόμιζα πως κάποια πράγματα θα κρατούσαν για πάντα. Κι εκείνο το «πάντοτε» πόσο παράταιρο ήταν!

Χέρια που μας αγγίζουν και αποτυπώνουν πάνω μας ονόματα και χαρακτηριστικά προσώπων, γεύσεις και οσφρήσεις και κοιτάγματα πολλά, φωνές που αφήνουν τις λέξεις τους, πολύτιμα απομεινάρια μνήμης.

Κάποτε το σχολικό φορτίο χωρούσε όμορφα και τακτοποιημένα σε σάκες, συνήθως πάνινες καρό, που θύμιζαν βαλίτσες πολυκαιρισμένες δεμένες με λουρί.

Θυμάμαι μια εποχή που το φεγγάρι έμπαινε στο σπίτι βρίσκοντας τον δρόμο του κατρακυλώντας από το βουνό, φιλικά παραμερίζοντας την πιο ψηλή κορφή του κυπαρισσιού. Πότε πότε και τα ουράνια σώματα αυτονομούνται από τις κοσμικές συντεταγμένες και αποφασίζουν να πρωτοτυπήσουν. Η νύχτα όλα τα εξηγεί, όπως θέλει και όλα τα ανατρέπει ανενδοίαστα, με το ασύγγνωστο της φύσης της. Και μέσα στη θάλασσα, κοντά στην ακρογιαλιά μπορούσες να διακρίνεις παλιά χνάρια πόλης αρχαίας, βυθισμένης και νεκρής.

Πάνε χρόνια τώρα που το τηλέφωνο σιγεί. Όλοι οι άλλοι γύρω μαζεμένοι κι εσύ μια μοναξιά. Εκείνη όμως, με στεριωμένο το μυαλό στο σημαδιακό όνειρο, όπως έλεγε, γύρευε την ευκαιρία να φύγει απ’ το νησί. Το πιο μακρύ ταξίδι είναι αυτό που δεν αρχίζει.

Είχε απιθώσει κάτω το κοφίνι με τα πλυμένα (ξεπλύματα ζωής) και με τα γυμνά πέλματα πατούσε στα ίχνη όλων των ατίθασων απονενοημένων.

Έτσι ξεμπέρδευε σιγά αλλά σταθερά με την πρώτη της φοβία.

Το φετινό καλοκαίρι είχε άλλα σχέδια, πολύ διαφορετικά φοβάμαι από τα δικά μου. Κάτι μια αίσθηση κλεισούρας μέσα στους τοίχους, έτσι κι αλλιώς το σπίτι είναι πολύ μικρό, κάτι μια αδιόρατη τάση για πρόσκαιρη φυγή, πήρα νωρίς τους δρόμους. Πάντοτε είχα την αίσθηση ότι ποτέ δεν έφτανα κάπου με την ησυχία μου, πάντοτε έτρεχα να προφτάσω.

Η τόλμη ίσως τελικά να είναι απότοκο και της σοφής ηλικίας. Βγαίνοντας από το σπίτι, καθώς άκουσε πίσω της τη σιδερένια τζαμόπορτα να κλείνει, ούτε που το σκέφτηκε ότι αληθινά δεν είχε κάπου να πάει. Έτσι κι αλλιώς αυτή πάντα ταξίδευε.

Και έτσι, με την ξαφνική πληρότητα που δίνει κάποτε η τέχνη, άνοιξε τον βηματισμό της και χάθηκε από τη σκηνή. Έτσι θα ξεκινήσει αυτή η συμπόρευση με τον λύκο, τον εσώτερο εαυτό, σαν να έχουμε την αρχή του παραμυθιού με αβέβαιη κατάληξη.


    (Απαραίτητη σημείωση:

Το μικρό αυτό διήγημα των 781 λέξεων, αποτελείται εξ ολοκλήρου από 49 προτάσεις που διάλεξα από τις ισάριθμες μικρές ιστορίες του βιβλίου «Ο βιωμένος χρόνος» της Διώνης Δημητριάδου, εκδόσεις ΑΩ, 2017. Είναι 100% λόγος δικός της. Πήρα μία πρόταση από κάθε ιστορία, μια ψηφίδα με διαφορετικό χρώμα, υφή, μορφή και διαστάσεις, για να συνταιριάξω με υπομονή -χωρίς συγκεκριμένο από τα πριν σχέδιο- και να δημιουργήσω τούτο το ψηφιδωτό, που είναι πλέον τόσο δικό μου, όσο και δικό της και φυσικά όσο και του κάθε αναγνώστη. Ένα ψηφιδωτό δάπεδο, αυτόνομο πια, που σε καλεί να περπατήσεις επάνω του και να διαλογιστείς, παίρνοντας αφορμή από όποια ψηφίδα σε κεντρίσει περισσότερο ή από ότι σου έρθει στην ψυχή καθώς θα βηματίζεις. Τυχαίο δεν θα είναι. Αν πάλι σκοντάψεις κάπου, θα ξέρεις από τα πριν πως βρήκες το «θέμα» σου.

Φιλική προειδοποίηση: προσοχή, πολλές ψηφίδες, είναι καθρέφτες.

Εγώ, πόσο χρόνο χρειάστηκα για να το φτιάξω;

Τόσο ώστε να συνειδητοποιήσω τελειώνοντας πως ήταν απόλυτα βιωμένος.)



Γιώργος Ρούσκας