Τετάρτη, 24 Φεβρουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση' στο βιβλίο

«Στοιχειωμένη ζωή – η χαμένη νουβέλα»

του Jack Kerouac

σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη
από τις εκδόσεις Πλέθρον



Ήταν το 1943 όταν μέσα από μια ιστορική συνάντηση των Allen Ginsberg, Jack Kerouac και William Burroughs (στη φοιτητική εστία του πανεπιστημίου Κολόμπια) γεννήθηκε αυτό που αποκαλούμε κίνημα των beatniks. Αυθεντικό γέννημα μιας γενιάς αμφισβήτησης που μέσα από πειραματισμούς και αναζητήσεις επηρέασε τα λογοτεχνικά πράγματα (αλλά και αργότερα τη μουσική σκηνή) και έδειξε μια άλλη εικόνα της αμερικάνικης κουλτούρας. Όπως πολλά ανάλογα κινήματα ξεκίνησε από μια λογοτεχνική παρέα για να αγκαλιάσει με τα χρόνια ό,τι πιο ζωντανό είχε να δώσει η γενιά αυτή, και να αντιπαρατεθεί με τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής αλλά και τα απατηλά χρώματα του καταναλωτισμού που προωθούσε η εικόνα του αμερικανικού ονείρου.
Ο Jack Kerouac, στον οποίο οφείλει και το όνομά του το κίνημα αυτό, θεωρούσε ότι με όπλο την τέχνη και την πνευματικότητα οι beatniks αναδεικνύουν «τη μυστική αγιότητα των κατατρεγμένων». Με το μυθιστόρημά του «Στο δρόμο» (On the road), το 1951, παρουσίασε και το προφίλ της γενιάς αυτής

«Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, τρελαίνονται να μιλήσουν, τρελαίνονται να σωθούν, που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!με θαυμασμό»

για να έρθει λίγο μετά το «Ουρλιαχτό» (Howl) του Allen Ginsberg και το «Γυμνό γεύμα» (Naked lunch) του William Burroughs και να ολοκληρώσει την πρόταση αυτού του κινήματος προς κάθε ανήσυχο και επαναστατημένο πνεύμα.

Τα κείμενα της λεγόμενης beat generation διαβάστηκαν έκτοτε πολύ, διαμόρφωσαν ένα ύφος και έναν τρόπο γραφής αλλά και μια προτίμηση στην επιλογή θεμάτων σε πολλούς που τους ακολούθησαν. Πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις ενδιαφέρει να δει κανείς τα πρώιμα σχεδιάσματα του λόγου των εμπνευστών του λογοτεχνικού κινήματος, από τα οποία προφανώς ξεκινά το δούλεμα της σκέψης και φθάνει κάποτε στα μεταγενέστερα πιο ώριμα και πιο κατασταλαγμένα γραπτά, συχνά χαρακτηριζόμενα και αριστουργήματα. Για ένα τέτοιο πρόκειται κι εδώ. Η «Στοιχειωμένη ζωή» του Jack Kerouac, γνωστή και ως «η χαμένη νουβέλα» βρήκε τον δρόμο για την έκδοση μετά από 72 χρόνια, μυστηριωδώς εξαφανισμένη. Ο ίδιος ο συγγραφέας της νόμιζε ότι είχε ξεχάσει σε ταξί το μοναδικό του χειρόγραφο, η αλήθεια όμως είναι ότι το είχε αφήσει στο δωμάτιο του Ginsberg, στη φοιτητική εστία. Το χειρόγραφο εμφανίστηκε ξαφνικά σε μια δημοπρασία του  Sothebys, το 2002. Το 2014 εκδόθηκε για πρώτη φορά, Jack Kerouac, The haunted life, Viking Penguin Books.  Στην ελληνική γλώσσα ευτύχησε πριν λίγους μήνες να εκδοθεί από τις εκδόσεις Πλέθρον, σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη, και με προσθήκη σχεδιασμάτων, σημειώσεων και σκέψεων του συγγραφέα που φωτίζουν εκείνη την ιδιαίτερη λογοτεχνική φωνή που έγραφε με ωριμότητα που μας ξαφνιάζει σε ηλικία μόλις 22 χρόνων.

Το σκηνικό της νουβέλας είναι η ήρεμη κωμόπολη Γκάλογουεϊ στη Νέα Αγγλία, φανταστικό μέρος που όμως παραπέμπει στη γενέτειρα του Kerouac Λόουελ της Μασαχουσέτης. Ομοίως κάποια από τα πρόσωπα έχουν ως πρότυπο υπαρκτά πρόσωπα της ζωής του, όπως ο πατέρας Τζο Μάρτιν παραπέμπει στον πατέρα του Λίο ή οι δύο φίλοι του ήρωα Πίτερ Μάρτιν που αντιγράφουν δύο αληθινούς φίλους του συγγραφέα, ήδη σκοτωμένους στον πόλεμο, όταν γράφτηκε η νουβέλα. Δεν μας ξαφνιάζει φυσικά η αντιστοιχία χαρακτήρων με τα υπαρκτά πρόσωπα, καθόσον είθισται στα πρώιμα γραπτά του ένας  συγγραφέας (πόσω μάλλον κάποιος τόσο νέος) να μεταφέρει την αληθινή ζωή στο χαρτί και να προσαρμόζει σ’ αυτήν τη φαντασία του.
Η ζωή σε μια συνηθισμένη κωμόπολη με τη ρουτίνα της και τα μη εναλλασσόμενα πρόσωπα δεν μπορεί, όπως είναι αναμενόμενο, να επιφυλάσσει ιδιαίτερες εκπλήξεις για τους κατοίκους της και οπωσδήποτε δεν μπορεί να συνιστά κάποιο οραματικό πλαίσιο για τα νεότερα μέλη της, παιδιά που λίγο πριν έχουν  τελειώσει το σχολείο και βρίσκονται στην αρχή της ενήλικης ζωής τους. Θα δούμε, έτσι, τον Πίτερ Μάρτιν να ετοιμάζεται για το δεύτερο χρόνο του στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης να περνά το αδιάφορο καλοκαίρι του στην ανιαρή κωμόπολη παρέα με τους δύο φίλους του, τον Γκάραμπεντ, αριστερό, ιδεαλιστή ποιητή, και τον Ντικ, που περισσότερο τον ελκύει η περιπέτεια από τη στατική και αδιέξοδη ζωή στον μικρόκοσμο του Γκάλογουεϊ. Αυτός είναι που θα προτείνει στον Πίτερ

«να πετάξει το κολέγιο απ’ το παράθυρο και να καταταγεί στο στρατό»

και θα τον κάνει να συνειδητοποιήσει για πρώτη φορά πόσο απλή ήταν η ζωή του ως τότε

«με την κυριολεκτική έννοια, η ζωή του τα τελευταία χρόνια ήταν τόσο στοχευμένη και ταπεινή όσο και ενός τραπεζοϋπαλλήλου που δουλεύει χρόνο με το χρόνο περιμένοντας περιοδικά την προαγωγή του. Ο υπάλληλος περιμένει να προαχθεί σε βαθμό ταμία· ο Πίτερ περίμενε να κερδίσει το κύρος του δευτεροετούς και να διασφαλίσει τη θέση του στην ομάδα του πανεπιστημίου. Ποια η διαφορά; Ήταν η ίδια αργόσυρτη, άχαρη συλλογιστική».

Ο Πίτερ προβληματίζεται ακούγοντας γύρω του τρεις διαφορετικές φωνές, του πατέρα του και των δύο φίλων του, οι οποίοι εκπροσωπούν

«τρεις διαφορετικούς τρόπους προσαρμογής στην αμερικάνικη ζωή κατά τη διάρκεια της κρίσιμης ιστορικής περιόδου από τη Μεγάλη Ύφεση μέχρι το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Ριζωμένες στη δεκαετία του 1930, οι τρεις αυτές φωνές ή οπτικές πηγάζουν από μία από τις πιο τραχιές περιόδους της αμερικάνικης ιστορίας και μιλάνε καθαρά για μια εποχή κατά την οποία το έθνος έφτασε πολύ κοντά στην επαναστατική ρήξη»,

όπως επισημαίνει ο επιμελητής του χειρογράφου Todd F. Tietchen, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, στην κατατοπιστική εισαγωγή που (και στην ελληνική έκδοση) προτάσσεται της νουβέλας.

Τον βλέπουμε να αντιδρά απέναντι στον πατέρα του

« “Η Αμερική δεν είναι η ίδια πια· δεν είναι καν Αμερική”. Ο κ. Μάρτιν τράβηξε μια ρουφηξιά από το πούρο του κουνώντας το κεφάλι οργισμένα και τελεσίδικα. “Βόθρος έχει γίνει για τις πιο παρακατιανές ράτσες απ’ την άλλη μεριά. Η Αμερική δεν είναι πια Αμερική. Άμα είσαι λευκός δεν μπορείς πια να βγεις στο δρόμο, να πας σ’ ένα εστιατόριο, ή να κάνεις τις δουλειές σου, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις δηλαδή, χωρίς αν είσαι αναγκασμένος να έχεις γύρω σου αυτούς τους βρωμιάρηδες απ’ την άλλη μεριά”.
Ο Πίτερ άπλωσε το χέρι του στο κουμπί του ραδιοφώνου για να δυναμώσει ένα δίσκο του Μπένι Γκούντμαν που είχε μόλις ξεκινήσει. Συγκράτησε την παρόρμησή του να ανακοινώσει δυνατά τον τίτλο του τραγουδιού· αν βρισκόταν σε κάποιο μαγαζί, θα το είχε φωνάξει με περηφάνια, για να δείξει τις γνώσεις του στη τζαζ.»

Ο ξενοφοβικός λόγος του πατέρα ανακαλύπτει την απειλή για την κατάρρευση της χώρας του στους έγχρωμους και ξένους, αλλά από την άλλη ο βασιλιάς του σουίνγκ με την παρέμβαση του Πίτερ εισβάλλει για να κονιορτοποιήσει με τη δύναμη της ανατρεπτικής μουσικής του αλλά και της αντιρατσιστικής του θέσης κάθε ανοησία που μόλις εκστομίστηκε, δείχνοντας πως ένας άλλος κόσμος βγαίνει στο προσκήνιο με τη δική του πρόταση πολιτισμού. Ποιος έχει τώρα γεμίσει με τον ήχο του το δωμάτιο; Ο Kerouac, μόλις στα 22 του χρόνια που τα γράφει αυτά, έχει το ένστικτο να δει τη διαφορά και να την  προτείνει μέσω του ήρωά του.


Στην ουσία η νουβέλα αυτή, ολοκληρωμένη τουλάχιστον ως προς το πρώτο της μέρος όπως καταλαβαίνουμε από το καθαρογραμμένο χειρόγραφο, έχει ήδη βρει τον στόχο της. Παρουσιάζει τις διαφορετικές και αντικρουόμενες αντιλήψεις της ταραγμένης εποχής, αφήνει να φανούν τα δείγματα μιας αλλαγής νοοτροπίας σε ένα μέρος του πληθυσμού, κινητοποιεί τη σκέψη προς μια ζωή που φαίνεται να αλλάζει, με την προϋπόθεση ότι οι γενικότερες συνθήκες στον παγκόσμιο πλέον χώρο και όχι πλέον στον εθνικό ορίζοντα θα της το επιτρέψουν. Γιατί ο εξελίξεις είναι δραματικές και δυστυχώς η ζωή στοιχειώνεται από πολλά φαντάσματα. Δεν είναι μόνο οι φίλοι του συγγραφέα, που όπως τόσα άλλα νέα παιδιά έχασαν τη ζωή τους στο πεδίο της μάχης, είναι και τα όνειρα που συχνά καταργούνται από παραμέτρους τόσο ξένες προς τη θέληση των ανθρώπων. Θα σχολιάσει ο Kerouac σε σημειώσεις του σχετικά με τη νουβέλα αυτή (κάτι σαν σχεδίασμα):

«Ο πόλεμος δημιουργεί μία κατάσταση συνώνυμη με αυτή μιας μεγάλης γενικευμένης μετανάστευσης.
Πόσο στοιχειωμένη θα είναι η μνήμη εκείνων που έζησαν τη μεγάλη μετανάστευση, το τράνταγμα της γης – γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν γεννηθεί γι’ αυτή τη ζωή. Έχουν γεννηθεί για τη γαλήνη, για την εστία και για την οικογένεια, που παίρνει μια γωνιά της γης – μια περιοχή – και την ονομάζει δική της.»

Και στη νουβέλα ο Πίτερ θα μονολογήσει:

«Ο εργαζόμενος παράγει· ο πολιτικός κάνει κάτι άλλο…είναι ένας τύραννος, ή διαφορετικά περνάει τον καιρό του απολαμβάνοντας τους καρπούς της θέσης του. Αλλά ο εργαζόμενος μόνο παράγει. Και μετά έρχονται οι πόλεμοι, οι πολιτικοί τους κηρύσσουν και οι εργαζόμενοι πολεμάνε. Γιατί; La même pauvre people vielle histoire…»

Αναμφίβολα πολιτικό το κείμενο δείχνει και την πορεία του Kerouac κατόπιν απέναντι σε κόμματα και ιδεολογίες. Ποτέ του δεν ψήφισε στις εκλογές, όπως και ποτέ του δεν ασπάστηκε καμία κομματική ταυτότητα. Παρέμεινε ένας περιπλανώμενος των ιδεών, σε όλη τη σύντομη ζωή του on the road. Στον δρόμο. Όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι της γενιάς των beatniks.
Η νουβέλα αυτή περίμενε αληθινά πάρα πολύ καιρό να δει το φως της έκδοσης. Τώρα είναι πια ο καιρός να εκτιμήσουμε το πρώιμο αυτό κείμενο ενός συγγραφέα που ξέρει να ταράζει τα νερά και να κινητοποιεί τη σκέψη. Και να το τοποθετήσουμε δίπλα στα άλλα τα δικά του, τα πολυδιαβασμένα, τα εξαιρετικά.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση έγινε στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/stoixeiomeni-zoi-jack-kerouac/)