Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»
φιλοξενεί ένα διήγημα του Δημήτρη Φαρή

«Μην πετάξεις τη ζωή σου»



Είναι εκεί πάνω στη σκηνή με τους φίλους της. Παίζουν δαιμονισμένα, η συναυλία πάει προς το τέλος της, τα αυτιά της βουίζουν, η μύτη της έχει ξεραθεί από τον καπνό των τσιγάρων και όμως συνεχίζει. Το φλάουτό της ίσα που ακούγεται μέσα από τους άγριους αρπισμούς της κιθάρας, ασυναίσθητα χορεύει όταν δεν παίζει, δεν πήγαν χαμένες τόσες ώρες στην μπάρα, ο κόσμος είναι μαγεμένος από τις κινήσεις της, κανείς δεν προσέχει τον τραγουδιστή. Κάπου εκεί μέσα στο σκοτάδι του κόσμου είναι και το αγόρι της αλλά τώρα έρωτάς της είναι η μουσική που φτιάχνει, η ροή των ήχων και η κίνηση.
Κατέβηκε από τη σκηνή. Πάντα θυμάται τον εαυτό της να κατεβαίνει από τη σκηνή, ποτέ να ανεβαίνει. Κάποιος θαυμαστής της είχε πει ότι μάλλον γεννήθηκε εκεί πάνω και δεν θα έπρεπε να κατεβαίνει ποτέ. Στη γωνία την περιμένει ένα βεβιασμένο χαμόγελο. Τον πλησιάζει, κατεβάζει το χέρι με το φλάουτο και με το άλλο χέρι χαϊδεύει τα γένια του και του δίνει ένα γρήγορο και αθώο φιλί στα χείλη:
- Πώς ήταν; Πώς ήμουν; Το είδες όλο;
- Σήμερα δεν ακουγόσουν...Σε σκεπάζουν αυτοί οι αλήτες ...
Μα αυτοί οι αλήτες είναι οι φίλοι της. Ναι, δεν παίζει κλασική μουσική όπως θα έπρεπε, οι κλασικές σπουδές της μοιάζουν σαν βαλίτσες στο πατάρι, δεν χορεύει όπως θα έπρεπε όπως τότε στα χρόνια της εφηβείας αλλά ...με αυτούς τους "αλήτες" έχει γνωρίσει τα πάντα. Έχουν γυρίσει μαζί όλη τη χώρα, έχουν κάνει συναυλίες σε βουνά και θάλασσες, με λάβα και με χιόνι, σε μοναχικά καφενεία και στάδια γεμάτα. Δεν μπορεί να τους αφήσει έτσι αυτούς τους "αλήτες".
- Κάποιος ψηλός εκεί μπροστά σε κοιτούσε επίμονα, τον ήξερες;
- Μα ...το ξέρεις κι εσύ ...τα φώτα με τυφλώνουν εκεί πάνω...δεν βλέπω τίποτα ...Μα, γιατί ρωτάς;
- Γιατί σήμερα δεν είδα το βλέμμα σου να με ψάχνει.
Αλήθεια, ξέρει κανείς τι ταξίδι είναι μια συναυλία; Είσαι σε ένα ιπτάμενο χαλί και πας. Ο κόσμος απλώς βλέπει, δεν το ζει. Πώς να μιλήσει και πώς να τα περιγράψει όλα αυτά και βέβαια πώς να πείσει την καρδιά του η οποία χαρίζεται κάθε μέρα στα χρήματα και στους αριθμούς; Μα βέβαια, είναι σίγουρη, το αγόρι της θα έχει ένα λαμπρό μέλλον. Οικονομικές σπουδές, εταιρίες, χρηματιστήρια, μετοχές, αλλά με τις μετοχές των ανθρώπων τι γίνεται; Με το χρηματιστήριο του Έρωτα; Της υπόσχεται ταξίδια, ξενοδοχεία, εξωτικές παραλίες αλλά ...δεν της έχει κόψει ούτε ένα λουλούδι, δεν της έχει φέρει ούτε μία σοκολάτα τώρα που λιποθυμάει από την πείνα μετά τη συναυλία.
- Θα έρθεις στο σπίτι μου; Αύριο θα σε φέρω εγώ στην πόλη.
- Ναι θα έρθω ...του είπε άνευρα και έβαλε το φλάουτο στη θήκη του.
- Μα, το λες σαν να μην το θέλεις.
- Απλώς αύριο είναι η audition....
- Ποια audition, αυτή για το Παρίσι; Θα τρελάθηκες μου φαίνεται...
Ναι, δεν ξέρει πια τι θέλει. Συνάντησε πριν από ένα μήνα την παλιά της καθηγήτρια του φλάουτου κι ένα σποράκι άρχισε να βγάζει ρίζες στην καρδιά της. Μα πώς θα ζούσε εκεί πάνω, πού θα έμενε, πώς θα επικοινωνούσε αφού δεν ήξερε τη γλώσσα. Εκείνη όμως, όπως πάντα, ήταν σίγουρη για τη μαθήτριά της. "Πήγαινε στην audition και θα τα σαρώσεις όλα, και το βραβείο και την υποτροφία" της είπε με ενθουσιασμό αλλά ....μπορεί άραγε; Εδώ και ένα μήνα μελετάει ένα σκονισμένο κοντσέρτο Vivaldi, έβαλε τα κλάματα μόλις το ξανάπαιξε, της ήρθε στο μυαλό μυρωδιά από πριονίδι και άκουσε πάλι τη ζεστή φωνή του μέσα της να της λέει:
- Αν κάνεις το ένα δέκατο από αυτά που ονειρεύεσαι, θα είσαι σπουδαία.
Οδηγάει δίπλα της και σφυρίζει ανέμελα. Όταν του είπε για την audition έδειξε δόντια και το πρόσωπό του θύμισε σκύλο. Νευρίασε για λίγο αλλά μετά έδειξε να ξαναβρίσκει την αυτοκυριαρχία του. "Αν κάνεις λίγη υπομονή ...δεν θα χρειαστεί να παίζεις πια με αυτούς τους αλήτες...θα κατακτήσουμε τον κόσμο μαζί...όπου πηγαίνω εγώ θα έρχεσαι μαζί μου...θα γνωρίσεις όλες τις πόλεις του κόσμου ...δεν θα επιθυμήσεις τίποτα πια...απλώς θα το έχεις. Όσο για τη δασκάλα σου...Γιατί δεν πήγε αυτή στο Παρίσι; Τι νομίζεις; Χιλιάδες μουσικοί πεινούν εκεί πάνω, οι θέσεις στις Όπερες είναι λίγες...Θα διάλεγαν μία μετανάστρια; Προσγειώσου κακομοίρα μου. Η μόνη θέση σου είναι εδώ, δίπλα μου..."
Τώρα κάθεται στο τεράστιο μπαλκόνι του σπιτιού του και κοιτάει τα φώτα των πλοίων έτσι όπως γλιστρούν και φεύγουν από το λιμάνι. Πώς το βρήκε αυτό το σπίτι; Κάποιο περιουσιακό στοιχείο της οικογένειας. Αυτός δεν έχει δουλέψει ακόμα, όλο θεωρίες και όνειρα. Λεφτά δικά του δεν έχει βγάλει, και όμως επιμένει, θα την έχει στα πούπουλα. Μπορεί και να έχει δίκιο. Όταν θα γίνει χρηματιστής, και μόνο με ένα κλικ του ποντικιού του θα βγάζει τόσα λεφτά όσα εκείνη σε ένα χρόνο. Ίσως θα έπρεπε να τα παρατήσει όλα και να τον ακολουθήσει.
- Δεν είσαι μαζί μου σήμερα. Το μυαλό σου πετάει ....
- Ναι, συγχώρεσέ με. Σκέφτομαι...
Και πάλι αυτή η δυνατή μυρωδιά....Πριονίδι και λάκα...Ο πατέρας της στο μαραγκούδικο...Με ένα λεπτό γυαλόχαρτο να προσπαθεί να λειάνει ένα καμπύλο πόδι καρέκλας...
- Ποια είναι τα όνειρά σου μπαμπά;
- Κορίτσι μου, εγώ μαραγκός δεν ήθελα να γίνω.
- Δηλαδή δεν αγαπάς αυτό που κάνεις;
- Το αγαπώ γιατί μοιάζει με την άλλη μου αγάπη που δεν έχει φράγκα.
Και βέβαια, τώρα τα θυμήθηκε όλα. Τον είχε δει σε κάτι φωτογραφίες να φτιάχνει γοργόνες στην άμμο. Όλοι του οι φίλοι κοιτούσαν τις λουόμενες αλλά αυτός τις συγκέντρωνε όλες γύρω του. Έβαζε το χέρι του σαν φτυάρι στη μέση της χωμάτινης γοργόνας και όλες ένιωθαν ότι τις χάιδευε στη μέση, μετά έπαιρνε μια φούχτα βρεγμένη άμμο και την πίεζε στο στήθος του δημιουργήματος και όλες ένιωθαν ένα κύμα να ανεβαίνει από το στήθος τους στο κεφάλι. Ναι, αυτός ήταν ο πατέρας της, ήταν ένας γλύπτης γεμάτος φαντασία και όρεξη για ζωή.
- Και τί θα κάνεις; Δεν θα κάνεις ποτέ το όνειρο σου πραγματικότητα;
- Όταν πάρω την σύνταξη, κορίτσι μου. Θα βρω ένα σπιτάκι πάνω σε ένα βουνό και θα αρχίσω να τις φτιάχνω...τις γοργόνες μου.
Και όντως, πήρε τη σύνταξη, μάζεψε και μερικά λεφτουδάκια που είχε στην άκρη, τα έδωσε σε ένα δασοπόνο, εκείνος του έκλεισε πονηρά το μάτι, "Σε έξι μήνες θα αποχαρακτηριστεί" του είπε χωρίς να δώσει απόδειξη, την είχε πάρει μαζί του εκείνο το πρωί, της έδειξε την πλαγιά με τα έλατα, της είπε ότι επιτέλους εκεί θα έφτιαχνε το ατελιέ του και μετά από μια βδομάδα, ένας δυνατός πόνος στην πλάτη, νοσοκομείο, η ταφόπλακα με το όνομά του...
Δεν έχει κοιμηθεί καθόλου. Η θήκη του φλάουτου την περιμένει δίπλα στα ρούχα της. Είναι εδώ μαζί του και δεν είναι. Κόσμος πολύς την περιμένει εκεί στο Παρίσι, φορούν όλοι τα καλά τους ρούχα, κάθονται ιδρωμένοι στις θέσεις τους με κιάλια και βεντάλιες και περιμένουν να ανοίξει η αυλαία. Αυτή κάθεται περήφανη ντυμένη Παπαγκένια, με το φλάουτο σαν λουλούδι στην αγκαλιά της, πίσω από τις κουΐντες και είναι έτοιμη να βγει χοροπηδώντας στη σκηνή. Σηκώνεται ζαλισμένη και πάει στην κουζίνα.
- Ένα σημάδι, θεέ μου! Κάτι που να μου δείξει ότι πάω να κάνω το σωστό.
Ξημερώνει...Βάζει καφέ να γίνει και κοιτάει με μάτια γεμάτα ελπίδα τη θάλασσα μακριά, έτσι όπως γίνεται σιγά-σιγά από μαύρη γαλάζια. Ένα πλοίο έρχεται ασθμαίνοντας από τα νησιά. Ανοίγει ασυναίσθητα το ραδιόφωνο. Τι τύχη...Ο αγαπημένος της τραγουδιστής ...
Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο
και μου λες λοιπόν θυμήσου
μη πετάξεις τη ζωή σου ...στα σκυλιά.
Ούτε που ξύπνησε να τη χαιρετήσει.
Είναι ήδη στη στάση του λεωφορείου.
Φεύγει.



Δημήτρης Φαρής

(εικόνα: "Η γοργόνα στα βράχια" του Διονύση Καρυπίδη)

Δημήτρης Φαρής γεννήθηκε στο Duisburg της τότε Δυτ. Γερμανίας από Έλληνες μετανάστες. Σπούδασε Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως καθηγητής σε Λύκειο. Έχει πτυχίο κλασικού πιάνου και ασχολείται εντατικά με την μελέτη του σαξόφωνου. Κάποια βράδια του χρόνου εμφανίζεται ως μουσικός σε bar και συναυλιακούς χώρους παίζοντας πιάνο και σαξόφωνο σε μικρά jazz μουσικά σχήματα. Με τη συγγραφή ιστοριών ασχολείται από τη στιγμή που κατάλαβε ότι η ζωή είναι σημαντική και η μνήμη πεπερασμένη. Όταν δεν φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπάει τρέχει σε στάδια και φυτεύει γιούκες σε δημόσιους χώρους. Τις νύχτες, μέσα από τα όνειρα του, ζει μια δεύτερη ζωή.)