Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση' 

στην ποιητική συλλογή

«Διαδρομές»

της Δέσποινας Καϊτατζή - Χουλιούμη

από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη




«Ο χρόνος, το τώρα, το πριν, το μετά, το ποτέ και το πάντοτε»

Αυτές οι πέντε τόσο διακριτές όσο και ασαφείς στην ουσία τους διαστάσεις του χρόνου θέτουν και τα όρια του νοήματος στους στίχους της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη. Και, όπως συμβαίνει σε κάθε ανάλογη ποιητική απόπειρα να καθοδηγηθεί η σκέψη από τα χρονικά διαστήματα, έτσι κι εδώ η νοηματική συγκομιδή είναι και πλούσια και ενδιαφέρουσα.
Μένω περισσότερο στη χρήση των χρόνων (μας έχει προετοιμάσει άλλωστε με τους στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ που παραθέτει εν είδει προμετωπίδας: «ο παρών χρόνος και ο παρελθών χρόνος είναι ίσως και οι δύο παρόντες στον μέλλοντα χρόνο και ο μέλλων χρόνος να περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο») καθόσον αυτοί αποκαλύπτουν καλύτερα το υποσυνείδητο που τους επέλεξε. Έτσι εδώ συναντάμε και τον ενεστωτικό χρόνο του αναπόφευκτου παρόντος, που με τον ρεαλισμό του τείνει να αποποιηθεί κάθε ποιητική διάθεση «πορευόμαστε δέντρα ξεριζωμένα», συναντάμε και τους παρελθοντικούς χρόνους, εκείνον τον παρατατικό με την απατηλή του διάρκεια «γεμίζαμε τον κόρφο μόρτες ανέμους», που λίγο κόντεψε να ξεγελάσει με την αιωνιότητα που είχε στην όψη, αλλά κι εκείνον τον αδυσώπητο αόριστο, τον κατ’ εξοχήν χρόνο της απώλειας, τον βιωμένο αόριστο, τόσο οριστικό όμως και τελεσίδικο «προδοσίες φυτρώσαν/ ανθίσαν απώλειες». Και ο μελλοντικός χρόνος της ελπίδας; Αυτός επιβιώνει μέσα από ερωτήματα που στην ουσία καταργούν το ευφρόσυνο της φύσης του: «πώς θ’ αντέξουμε αντικρίζοντας άδειους περιστερώνες;» θα μας προετοιμάσει ο στίχος και θα προλάβει την ερώτηση «μη ρωτάς, μου είπε, μη ρωτάς οι ερωτήσεις χαλούν την ποίηση
μη ρωτάς», αφήνοντας έτσι ανοιχτό το ενδεχόμενο αυτός ο μέλλοντας να είναι επίσης δυσοίωνος.

Μέσα από αυτές τις χρονικές διάρκειες η ποιήτρια ρίχνει ένα βαθύ βλέμμα στη ζωή που βίωσε, έτσι όπως ανοίχτηκε στο πέλαγος, αλλά και στη σοφία που αποκόμισε από τον κόσμο γύρω και μέσα της. Γιατί αυτοί οι δύο κόσμοι βρίσκονται σε μια συνομιλία μεταξύ τους, και όπως ο ένας γερνά στον χρόνο ο άλλος ο εσωτερικός τον παρακολουθεί με την αναπόφευκτη θλίψη που γεννά η βεβαιότητα της φθοράς.

«Τώρα που τους καθρέφτες θρυμματίσαμε
και μονοκοντυλιά διαγράψαμε τα είδωλά μας
απολιθώματα απομείναμε γυμνά
Το δάκρυ και το χαμόγελο στα στήθη πέτρωσαν
πέτρα ο λόγος και ο πόνος μας
πέτρα το όνειρο κι η ελπίδα πέτρα
πέτρα που την σηκώσαμε στο στήθος μας
Τώρα μ’ αυτήν πλαγιάζουμε και τα όνειρα αδειανά
Σίσυφοι που απόκαμαν στη ρίζα του βουνού γερμένοι
Τώρα μ’ αυτή οδεύουμε μετέωροι
στης ερημιάς την ανελέητη γαλήνη»



Η ποίηση της Δέσποινας Καϊτατζή – Χουλιούμη έχει εσωτερικό ρυθμό, καλή γνώση της ροής του λόγου και ποικιλία στη μορφή. Εναλλάσσει τα πρόσωπα επιμένοντας στο πρώτο ενικό της αυτοσυνειδησίας και στο πρώτο πληθυντικό της συνύπαρξης με τους ομοειδείς ομοφρονούντες ή συμπάσχοντες. Νομίζω πως είναι συνακόλουθο της ώριμης ποιητικής ηλικίας αυτή η ανάγκη συμπόρευσης, εκεί που στα πρώτα στιχουργικά βήματα επικρατεί συνήθως η αυτάρεσκη απομόνωση του “εγώ”. Έτσι, λοιπόν, εδώ η ποίηση νιώθει την ανάγκη να ακουμπήσει σε συνομήλικους πόνους, να νιώσει την κοινή πορεία, να γίνει κατανοητή από αυτούς που έχουν βιώσει απώλειες καθοριστικές στη ζωή τους. Αυτή την εικόνα ζωής, για παράδειγμα, που δηλώνεται εδώ

«σιγά σιγά ψηλαφιστά στα σκοτεινά
να ψάξουμε να κρατηθούμε απ’ τις ρίζες
μη και κουτρουβαλώντας τσακιστούμε
μες στης επιστροφής το σκοτεινό κι άνυδρο ρέμα»

ίσως για να τη συλλάβεις θα πρέπει να έχεις βιώσει πάνω σου αρκετές πτώσεις και ματαιώσεις.

Αναπόφευκτα διαβάζοντας αποκομίζεις μια θλίψη (προσωπικά τη θεωρώ απαραίτητη σύντροφο της ποίησης) η οποία, ωστόσο, δεν είναι ταυτόσημη της συντριβής. Αποπνέει μια δύναμη ο στίχος και, αν και σε καταβυθίζει, έχει τον τρόπο να σε στηρίξει με το σχόλιο που σου φυλάει συχνά το ποίημα στο τέλος του

«Ήρθε αναπάντεχα χωρίς σημάδι, χωρίς προειδοποίηση καμιά,
πίσω από το παραβάν της θλίψης καθισμένη
Διάχυτο παγερής λευκότητας το φως
κι η λάμψη η ζεστή πουλί χαμένο
Στο πρόσωπο λαμπύριζαν κρυστάλλινα σπαθιά
Πώς είσαι; ρώτησα δειλά
Δεν είμαι, δεν είμαι τώρα πια, πώς θα μπορούσα τάχα
είπε και σα να υγράνθηκε ανεπαίσθητα
του παγερού σπαθιού η άκρη
Κι αμέσως το μαύρο που την περιέβαλλε στο χώρο απλώθηκε
και βίαια θρονιάστηκε στο στήθος μου επάνω

Κι όμως είχα ακούσει πως λέγαν οι παλιοί
“Αυτόν τον αθεόφοβο εφτά φορές τη μέρα να θυμάσαι”»


Μια ποίηση γεμάτη από εικόνες, άλλες πραγματικές φυλαγμένες στη μνήμη της ποιήτριας (τα σπίτια, η μάνα, οι φωτογραφίες) και άλλες επινοημένες, ένας αντικατοπτρισμός του εσωτερικού κόσμου, μια ανάγκη έκφρασης του μη ορατού
«δρόμοι πολλοί λαμπύριζαν
κι ένας είχε μουντές κηλίδες σκοτεινές
που όλο μεγάλωναν, μεγάλωναν
ώσπου σκέπασαν τον χαρταετό που ανέμελα πετούσε».

Μια αναβάθμιση του ποιητικού λόγου, λοιπόν, έχουμε εδώ, με όχημα τις λέξεις που φέρουν όλο το νοηματικό φορτίο και με δημιουργό μια ξεχωριστή φωνή. Μια ώριμη ποιητική φωνή.
Το περιεχόμενο σε αγαστή συνομιλία με το εξώφυλλο, όπου στο απόλυτο μαύρο του φόντου,  εισβάλλει από τη μία πλευρά ο πανάρχαιος δίσκος με τα μυστηριώδη σύμβολα. Ένα σχόλιο στο πέρασμα του χρόνου που διασώζει όλα τα καλά φυλαγμένα σκοτεινά σημεία. Και ένας ρόλος, καλά φυλαγμένος κι αυτός, για τον άνθρωπο να ανοίξει δρόμο μέσα από τα δυσδιάκριτα περάσματα για να κατανοήσει έστω αυτό το ελάχιστο που του αναλογεί ως ερμηνεία. Εν προκειμένω, όλο αυτό συντελείται μέσω της ποίησης.

Διώνη Δημητριάδου