Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» 

φιλοξενεί ένα αφήγημα 

του Δημήτρη Μπούκουρα


«Το Καλαμάκι της μνήμης μας»

    



Χτες πάνω στα σύρματα της ΔΕΗ, ήρθε και κάθισε ένα όμορφο πουλί, με υπέροχα χρώματα και ένα περήφανο λοφίο. Δεν ήταν άλλο, παρά ένας τσαλαπετεινός. Τσαλαπετεινός! Έτρεξα μέσα με λαχτάρα για να πάρω την μηχανή μου να τον φωτογραφίσω. Όμως δεν πρόλαβα. Έφυγε κι αυτός τόσο γρήγορα όπως έφυγαν και τα παιδικά μας όνειρα.
    
Ο ήλιος έγερνε πίσω από την Καστέλα, βάφοντας τα πάντα κατακόκκινα  στην οδό Δαβάκη στο Καλαμάκι. Το πουλί αυτό με πήρε και με ταξίδεψε πίσω στα ωραία αυτά χρόνια, όταν πιτσιρικάς είχα έρθει να μείνω εδώ αφήνοντας πίσω μου για πάντα το κέντρο της Αθήνας που είχα γεννηθεί. Εξωτικό -αλήθεια- μου είχε φανεί το μέρος. Το νερό της Ούλεν δεν είχε φτάσει ακόμα, αλλά ούτε και ηλεκτρικό ρεύμα είχαμε. Διάβαζα  και έγραφα τα μαθήματά μου στο φως μιας λάμπας πετρελαίου. Το νερό ήταν πηγαδίσιο. Όλα τα σπίτια είχαν το πηγάδι τους. Από το σπίτι μας το μάτι έφτανε ανεμπόδιστο μέχρι τα ριζά του Υμηττού. Μόνο χωράφια υπήρχαν εδώ που τώρα υπάρχει ένα πυκνό δάσος από πολυκατοικίες που χτίσθηκαν με την καταστροφική αντιπαροχή. Κάθε τόσο όρθωναν το ανάστημά τους εκείνοι οι αμερικάνικοι σιδερένιοι νερόμυλοι.
   
Τώρα που τα πηγάδια έγιναν βόθροι, τώρα που οι ανεμόμυλοι γίνηκαν σκραπ, τώρα που οι δρόμοι, όλοι ασφαλτοστρωμένοι πια, φωτίζονται με λάμπες Clair de Lune, τώρα που η μαρίνα του Αλίμου άλλαξε τη μορφή όλων όσα αγαπήσαμε, τώρα κι εγώ θα προσπαθήσω να κάνω μια μικρή αναδρομή στο τότε Καλαμάκι των ονείρων  μου. Και μιας που το έναυσμα για να αρχίσω τη μικρή μου ιστορία το έδωσε ένας τσαλαπετεινός, θα αρχίσω από τα πουλιά.
   
Το Καλαμάκι  σαν παραθαλάσσιος και χέρσος τόπος που ήταν τότε -ας βάλουμε το τότε μέσα στη δεκαετία του πενήντα- ήταν πέρασμα για κάθε είδους πετούμενο. Εδώ έμαθα τη μισή ιπτάμενη πανίδα της Ελλάδας: Ψαρόνια, τσίχλες, μελισσουργοί, κοκκινόκολοι, κοκκινολαίμηδες, καρδερίνες, σπίνοι, φλώροι, και για να πάμε στα μεγαλύτερα: τρυγόνια, κοτσίφια, ορτύκια, τσαλαπετεινοί, ήταν τα πουλιά της περιοχής μας. Επόμενο ήταν οι κυνηγοί να κάνουν πάρτι, και την εποχή του κυνηγιού τα μπαμ-μπουμ να είναι στην ημερησία διάταξη. Εμείς τα πιτσιρίκια δεν είχαμε, βέβαια, καραμπίνες, είχαμε όμως τα δικά μας κόλπα: Φτιάχναμε καπατζέδες και πιάναμε πουλιά, κυρίως φλώρους και καρδερίνες. Πώς ακριβώς γινόταν το κόλπο; Βάζαμε σε κάποιο σημείο ενός χωραφιού ένα κλουβί μ’ ένα κεσεδάκι με κανναβούρι ή κεχρί μέσα.  Από την πορτίτσα, που την αφήναμε ανοιχτή, δέναμε ένα λεπτό σπαγκάκι και αμολώντας καλούμπα κρυβόμαστε κάπου, αφού πριν τοποθετούσαμε κοντά στο κλουβί-παγίδα, ένα άλλο με μια καρδερίνα μέσα, τον «κράχτη». Η καρδερίνα κελαηδούσε και ο επίδοξος γαμπρός κατέφθανε. Πριν όμως από το φλερτ θεωρούσε καλό να φάει λίγο κανναβούρι για να… δυναμώσει. Έμπαινε ανυποψίαστος στο κλουβί, εμείς τραβούσαμε το σπαγκάκι που κρατούσαμε στο χέρι και από εκεί και πέρα ο μάγκας θα είχε όλο τον καιρό να ερωτοτροπήσει, αφού θα έμενε στο ίδιο κλουβί με την καρδερίνα.
   
Ένα άλλο πράγμα που θυμάμαι είναι αυτό που έχει σχέση με τον ήχο και το φως. Όχι με το γνωστό τουριστικό θέαμα που ήκμασε μετά το ‘60 στην Πνύκα, αλλά με τις δικές μου ταπεινές παρατηρήσεις. Οι ήχοι λοιπόν. Τη  νύχτα επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Θυμάμαι ότι άκουγα τα σφυρίγματα των τραίνων, που έρχονταν κατ’ ευθείαν από του Ρουφ, μιας και δεν υπήρχαν οι πανύψηλες πολυκατοικίες να εμποδίσουν την ακουστική. Όσο για το φως, θα αναφέρω αυτή τη δέσμη φωτός που κατά τακτά διαστήματα διέσχιζε τον ουρανό. Από την πρώτη μέρα ρώτησα γι’ αυτό, για να μάθω ότι ήταν ο προβολέας του πύργου του αεροδρομίου του Ελληνικού. Ελλείψει άλλης φωταύγειας έλαμπε κι αυτός, όπως και ο Γαλαξίας και οι αστερισμοί. Σήμερα, τις ίδιες ώρες, μετά βίας μπορείς να δεις τη μεγάλη Άρκτο και τον Ωρίωνα.
   
Μπροστά από το σπίτι εκτεινόταν χέρσα γη που έφτανε, όπως προανέφερα, σχεδόν μέχρι τον Υμηττό. Χωράφια με αμπέλια, σιταγροί και οπωροφόρα δέντρα, με προεξάρχοντα τις συκιές και τις αχλαδιές. Και καλαμιώνες. Εκτεταμένοι καλαμιώνες. Μόνο στο πολύ-πολύ βάθος ξεχώριζαν κάτι σπίτια. Η σημερινή Ηλιούπολη. Αλλά και γύρω από το σπίτι, η ίδια ερημιά. Σε μιαν ακτίνα πεντακοσίων μέτρων από το σπίτι, υπήρχαν περίπου άλλα 15. Βοσκοί έρχονταν εδώ και έβοσκαν τα κοπάδια τους. Από αυτούς προμηθευόμαστε και το γάλα που μας το έφερναν στα σπίτια με τις καρδάρες κι εμείς το παίρναμε με τις κατσαρόλες. Όλη την ημέρα περνούσαν διάφοροι βιοπαλαιστές. Ο ακονιστής με εκείνο τον τεράστιο τροχό του, ο παπλωματάς με το τόξο του, όπως νομίζαμε τότε τη χορδή με την οποία χτυπούσαν τα στρώματα για να τα κάνουν πιο αφράτα, ο γανωματής που γάνωνε τα μπρούτζινα σκεύη της μαγειρικής. Και τέλος ο παλιατζής που φώναζε «όλα τα παλιά αγοράζω» και όχι «εγώ μαζεύω όλα τα παλιά… Εγώ καθαρίζω υπόγεια, ταράτσες. Ο παλιατζής ήρθε στη γειτονιά σας».
    
Θυμάμαι και τα βιβλία μας που ήταν τα κλασικά εικονογραφημένα και αργότερα ο «Μικρός Ήρωας». Στο σπίτι έμπαινε και το λαϊκό περιοδικό «Θησαυρός» με τη διάσημη «χοντρή» του, και από εφημερίδες η Ακρόπολη που  εκτός από τις πολυσέλιδες περιγραφές των εγκλημάτων, δημοσίευε τότε δύο δημοφιλή αναγνώσματα. Τον «Τσακιτζή, τον ιππότη των ορέων», και τον Ταρζάν. Και μου έρχεται τώρα στο νου η παιδική μου αφέλεια, όταν βλέποντας το «Ιππότης των ορέων», είχα βγάλει το συμπέρασμα ότι η εφημερίδα ήταν… ανορθόγραφη. Ακούς εκεί να γράφει τους ωραίους με όμικρον και έψιλον!
   
Τώρα πια, όταν βγαίνω για καμιά βόλτα στην πόλη μας, δεν μπορώ παρά να δω το πόσο έχει αλλάξει.
   
Αυτό  που έχει υποστεί την πιο βάρβαρη επέμβαση είναι η ωραία και γραφική παλιά παραλία του Καλαμακίου. Στη Μαρίνα Αλίμου, εκεί που είναι σήμερα ο Ναυτικός όμιλος, υπήρχε το όμορφο νεοκλασικό του Λογοθετόπουλου και μια ωραία εκτεταμένη αμμουδιά. Στη δεντροφυτεμένη έκταση μεταξύ της Μαρίνας  και της Λεωφόρου Ποσειδώνος, σώζεται ένα ανάχωμα από κιμιλιά (το γνωστό γεωλογικό υλικό της ευρύτερης περιοχής του Καλαμακίου). Το ανάχωμα αυτό, ύψους ενός μέτρου περίπου, είναι ό,τι απέμεινε από ένα γκρεμό …πέντε μέτρων, απ’ όπου βουτούσαμε στη θάλασσα κάνοντας τη σχετική φιγούρα.  Οι τερατώδεις επιχωματώσεις που δημιούργησαν αυτή τη μεγάλη υψομετρική διαφορά, εξαφάνισαν την όμορφη παραλία με το λιμανάκι της και τις βαρκούλες που νοίκιαζαν τα ζευγαράκια για να κάνουν μια «ρομαντική» βαρκάδα μέχρι το απέναντι νησάκι, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Αυτό το νησάκι  δεν την γλύτωσε. Ήταν περίπου στο σημείο που σήμερα είναι η καφετέρια ΣΚΗΠΕΡ.
    
Έχει καταντήσει να κάνουμε λίγο τον τοπογράφο προκειμένου να εντοπίσουμε πού βρίσκονταν τα μπάνια της Πικροδάφνης, πού το νησάκι και πού τα βραχάκια, στα οποία φτάναμε κολυμπώντας, κάτι που τηρουμένων των παιδικών αναλογιών ήταν κατόρθωμα. Είπα «Πικροδάφνης» και στο νου μου ήρθε το πασίγνωστο ρέμα που θεωρείται -κοντά στις εκβολές του- το σύνορο μεταξύ του Παλαιού Φαλήρου και του Καλαμακίου. Το ρέμα προσφερόταν για ποικίλες δραστηριότητες. Μαζεύαμε πεταλούδες, φύλλα φυτών, χαζεύαμε τις σαύρες, τους βατράχους και τους μικρούς γυρίνους τους (που τους νομίζαμε ψάρια) και κόβαμε καλάμια για να φτιάξουμε τόξα. Ήταν κατάφυτο από λογής λογής θάμνους με προεξάρχοντα αυτόν της λυγαριάς που σκόρπιζε τη χαρακτηριστική της μυρωδιά σε όλη την περιοχή. Και βέβαια οι πικροδάφνες πανταχού παρούσες. Δίπλα στο ρέμα, στην περιοχή του Καλαμακίου, δέσποζε το κτήμα Γκρώμαν. Το χτήμα αυτό ήταν γεμάτο πεύκα και φοίνικες, μποστάνια, στέρνες, σιδερένιους υδρόμυλους, και ερειπωμένα υποστατικά, ό,τι δηλαδή  είχε απομείνει από το πάλαι ποτέ τσιφλίκι της οικογένειας των Βαυαρών που είχαν έρθει με τον Όθωνα, και που πια η περιουσία τους, που έτσι κι αλλιώς την είχαν αρπάξει, είχε δημευτεί. Στις παρυφές του χτήματος υπήρχε το τεράστιο νεοκλασικό αρχοντικό της οικογένειας, που στέγαζε αναπήρους πολέμου. Ώσπου ήρθε ο Καραμανλής με τη φαεινή ιδέα να αποκαταστήσει αυτούς τους αναπήρους, παραχωρώντας τους όλο το χτήμα αντί να το κάνει ένα όμορφο πάρκο. Τελικά το πήραν οι ανάπηροι, και όχι μόνο το κατέτμησαν σε οικόπεδα, κόβοντας  σχεδόν όλα τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και τους φοίνικες, αλλά αργότερα, εκμεταλλευόμενοι τον εγκληματικό νόμο της αντιπαροχής, του έδωσαν την χαριστική βολή με τις πολυκατοικίες που κτίστηκαν. Ευτυχώς που ένα  μέρος του χτήματος Γκρώμαν είχε από πριν παραχωρηθεί για τη δημιουργία του συμμαχικού νεκροταφείου, κι έτσι σώθηκε μια σχετικά μεγάλη έκταση από την επιδρομή του κέρδους.
   
«Και στο Καλαμάκι, κόψε για ουζάκι», τραγουδούσε ο λαϊκός βάρδος. Γιατί το τότε Καλαμάκι ήταν εξοχή, και σαν τέτοια είχε αρκετά κεντράκια. Εκτός από την ακριβή και αριστοκρατική «Νεράιδα», υπήρχαν τα φθηνά «Νίτσα» και «Ζέφυρος» καθώς και η θρυλική «Μαρίδα», που βρισκόταν στο τέρμα της σημερινής λεωφόρου Αμφιθέας, εκεί που για πολλά χρόνια, αργότερα ήταν η πιτσαρία γνωστής φίρμας. Αλλά το μαγαζί που έγραψε ιστορία, ήταν το κλαμπ ΜΠΙ-ΠΙ, απέναντι από τη «Μαρίδα». Εκεί ο φοβερός και πανέξυπνος Νίκος Μαστοράκης, οργάνωνε τα περίφημα κυνήγια του θησαυρού.
   
Αυτά θυμάμαι από την πόλη μας. Ίσως είναι λίγα. Ελπίζω να προστεθούν σε άλλα κείμενα πιο εμπεριστατωμένα όταν κάποιος τσαλαπετεινός ξυπνήσει τις μνήμες άλλων φίλων.

   
ΥΓ. Μπορεί να φάνηκε ότι κάνω κατάχρηση της ονομασίας «Καλαμάκι» αντί του Αλίμου.. Όμως τις εποχές στις οποίες αναφέρομαι, όλοι μιλούσαν για το Καλαμάκι το οποίο ήταν Κοινότητα.

Δημήτρης Μπούκουρας



 (στη φωτογραφία η παραλιακή, στο ύψος της λεωφόρου Αμφιθέας)

(Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στη δημοσιογραφική σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια στην εφημερίδα  «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα τη δημοσιογραφική του καριέρα, αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες  ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γεια σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και  «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το αυτοβιογραφικό  αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που ετοιμάζεται να εκδοθεί.Ποιήματά του, καθώς και διηγήματα, έχουν βραβευτεί σε αντίστοιχους διαγωνισμούς.)