Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016


"Αύριο κιόλας"




Κάθεται λίγο παραπέρα από τους άλλους. Με σκυμμένο το κεφάλι μονολογεί. Γλώσσα ακατάληπτη. Από κάποια πανάρχαια διαδρομή έφθασε εδώ, σκαφτή πάνω σε γη και θάλασσα.
Κάποιος που γνώρισε πολλά και νιώθει τα μυστικά περάσματα που ενώνουν τις ψυχές, λέει «στη μάνα του μιλάει, την πεθαμένη χρόνια.» «Δεν βρήκε κάποιον ζωντανό για να τον κουβεντιάσει» σχολιάζουν μερικοί. Κι οι πιο πολλοί αδιαφορούν και φεύγουν κουνώντας το κεφάλι «πάει, παρανόησε αυτός».
Εκείνος, όμως, ξέρει πως μέσα στην άγρια νύχτα που αρχινάει, μόνο η μάνα του θα στέκεται σιμά του, να τον ρωτάει αν έφαγε, αν βρήκε πού να κοιμηθεί, να τον παρηγορεί που το ταξίδι του τον έφερε σε άξενο τόπο.
Μόνο αυτήν ακούει. Να του λέει πως μπορεί να φταίει η γλώσσα η παράξενη που οι άλλοι δεν τον νιώθουν. Να του γεννάει ελπίδα πως θα ανοίξει δρόμος και γι’ αυτόν που φέρνει κάπου αλλού. Καλύτερα. Μόνο να μάθει να μιλάει και να σκέφτεται αλλιώτικα. Αύριο κιόλας να γίνει σαν τους άλλους.

Έτσι, πιο ήσυχος, γέρνει κάτω να αποκοιμηθεί. Να ονειρευτεί θάλασσα ακύμαντη  και τόπους δίχως σύνορα. Και μια αγκαλιά ανοιχτή.

Διώνη Δημητριάδου