Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

«Μόνος μου θυμάμαι…»

(μια μικρή επέτειος)




«Αφού έσκισα κι έκαψα πολλά χαρτιά, πήρα ένα απόγευμα το λεωφορείο και με τα έντεκα ποιηματάκια στο χέρι παρουσιάστηκα στο τυπογραφείο του Νικολαΐδη, που φημιζόταν για τις καλές εκδόσεις του, όσο και για την αυστηρότητα του ιδιοκτήτη του. Αυτός μου είπε ξερά ν’ αφήσω τα χειρόγραφα και να περάσω την άλλη εβδομάδα για να μου πει οριστικά αν θα τα τυπώσει. Από πελάτης ένιωσα ξαφνικά σα ζήτουλας. Αλλά τώρα πια τον δικαιολογώ τον άνθρωπο· πολλά μπορείς να πάθεις από τους διάφορους εμπνευσμένους. Πάντως την άλλη εβδομάδα τα βρήκα τυπωμένα κι εκεί στο πόδι κοίταξα τα πρώτα τυπογραφικά μου δοκίμια, που δεν είχαν λάθη, γιατί τα είχε διορθώσει ο αμίλητος Νικολαΐδης.
Το εξώφυλλο, το χαρτί και τα τυπογραφικά στοιχεία τα αποφάσισε μόνος του ο Νικολαΐδης, χωρίς να ζητήσει τη γνώμη μου. Την άλλη εβδομάδα δανείστηκα εξακόσιες πενήντα δραχμές από έναν οικονόμο συνάδελφο και κατεβαίνοντας παρέλαβα τα τριακόσια πενήντα αντίτυπα, που αποτελούσαν ένα δέμα όχι ιδιαίτερα βαρύ. Δεν το πήγα σπίτι, φοβήθηκα πως θα μου κάμναν σκηνές για τα λεφτά, που κατά τη γνώμη τους είχα πετάξει. Πήγα πάλι σ’ ένα λαϊκό ξενοδοχείο, κι αφού διπλοκλειδώθηκα, άνοιξα το δέμα. Ήταν ένα βιβλιαράκι πραγματικά σεμνό. Τώρα, σαν να μην έφταναν όλα, έπρεπε να το μοιράσω. Μ’ έπιασε μια στεναχώρια και προτίμησα να βγω αμέσως έξω στο παρκάκι.»

(Γιώργος Ιωάννου, απόσπασμα από το πεζογράφημα «Μια μικρή επέτειος», από τη συλλογή «Η πρωτεύουσα των προσφύγων», εκδόσεις Κέδρος, 1984)


Αυτή την ανάμνηση  έχει κρατήσει ο Γιώργος Ιωάννου από την πρώτη του περιπέτεια με τις εκδόσεις, το 1954. Και θέλοντας να γιορτάσει αυτή τη μικρή προσωπική επέτειο, είκοσι χρόνια μετά, το 1974, γράφει τα παραπάνω. Εισαγωγικά πάντως παρατηρεί «Άλλωστε, μόνος μου θυμάμαι και μόνος μου γιορτάζω τις επετείους μου. Ό,τι καταλαβαίνω κάνω. Γιάννης κερνάει και Γιάννης πίνει…». 

Μοναχικό οπωσδήποτε. Ωστόσο, αληθινό πέρα ως πέρα, αν σκεφτούμε πόσες επέτειοι είναι σημειωμένες στη μνήμη μας, ίσως για να υπογραμμίζουν πως τα βιώματα "γράφουν" μέσα μας σε μια γλώσσα απολύτως προσωπική.