Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

«Γιατί διαβάζουμε ποίηση»

Μια 'ανάγνωση' 

στο «Γιατί γράφω ποίηση» 

του Χάρη Βλαβιανού

εκδόσεις Άγρα




Εξήντα δύο λόγους μας εξομολογείται ο Χάρης Βλαβιανός, προκειμένου να μας δείξει τι είναι αυτό που τον οδηγεί στη γέννηση του ποιητικού του λόγου. Εξήντα δύο, τη στιγμή που θα ήταν αποδεκτοί και πολλαπλάσιοι ακόμη, ή καλύτερα θα ήταν πιο ειλικρινής η παραδοχή πως το κάθε ποίημα έλκει την έμπνευσή του από κάτι διαφορετικό κάθε φορά. Και, όπως δεν μπορείς να αποκωδικοποιήσεις απολύτως ένα ποίημα, έτσι δεν μπορείς να προσδιορίσεις με βεβαιότητα την αφορμή του.

Αν, φυσικά, το ερμηνεύσουμε αλλιώς, δηλαδή τι είναι αυτό που τον κάνει ποιητή, θα συμφωνήσουμε ότι μπορεί να απομονώσει τουλάχιστον αυτούς τους λόγους που καθοδηγούν (ή αρχικά καθοδήγησαν τη σκέψη του) στην κατεύθυνση της ποίησης.
Υπάρχουν πολλοί ορισμοί της ποίησης. Προτιμώ αυτόν που τη θεωρεί απότοκο μιας σύναξης στιγμιότυπων -αόρατων ίσως ή και ανάξιων λόγου για τους πολλούς- πολύτιμων για τη ματιά του ποιητή που θα εγγράψει μέσα του το ελάχιστο ίχνος τους και θα αφεθεί κατόπιν στη γοητευτική εσωτερική επεξεργασία τους.
Αυτές λοιπόν τις μικρές απεικονίσεις μάς αφήνει εδώ να δούμε ο Χάρης Βλαβιανός, καθιστώντας μας με αυτόν τον τρόπο κοινωνούς των διεργασιών που καταλήγουν στον ποιητικό λόγο. Αυτά τα ολιγόλογα αποτυπώματα που άφησαν μέσα του τα συναπαντήματα με άλλους ποιητές (όχι πάντα με τον στίχο τους)

«Επειδή μετά το εγκεφαλικό ο Σικε-
λιανός αναφώνησε: Είδα το απόλυτο
μαύρο και ήταν ανέκφραστα ωραίο»

βρίσκοντας στον λόγο του «εκτός του κόσμου τούτου» Άγγελου εκείνη την απόλυτη αλήθεια που διέπει τη ζωή. Γιατί και η ποίηση ξεκινάει από το σημείο που το μαύρο καθορίζει τη ματιά μας.

«Επειδή ο Μανούσος Φάσσης είναι
ο αγαπημένος μου Αναγνωστάκης»

γιατί εκείνο το σημείο που συναντιέται το πάθος της ζωής με τη σκωπτική ματιά είναι άλλο ένα σημείο εκκίνησης του ποιήματος.

Διαβάζει ακόμη τα αχνά πατήματα των παλιών αναμνήσεων, εικόνες αγαπημένων προσώπων, άλλες από μια θαλπωρή χαμένη ή από όνειρα και σχέδια ματαιωμένα ή αλλοιωμένα μέσα στον χρόνο.

«Επειδή ένας άγγελος μοιάζει
με όσα δεν έχουμε ξεχάσει»

Σελίδα τη σελίδα, και καθώς το ένα «επειδή» διαδέχεται το άλλο, ανιχνεύουμε κι εμείς κάποια σημάδια της ποίησης του Χάρη Βλαβιανού, εισχωρώντας με τη ματιά του αναγνώστη στον κόσμο του.

Ωστόσο, ας έχουμε στη σκέψη μας και το ενδεχόμενο όλα αυτά να μην είναι τίποτε άλλο από ένα παιχνίδι λέξεων και αφορμών που κατασκευάζει προσεκτικά ο ποιητής, στήνοντας τα πιόνια του με τη δική του διάταξη, καταγράφοντας εντελώς αυθαιρέτως τους όρους και προσκαλώντας μας να παίξουμε μια παρτίδα μαζί του. Γιατί, τι άλλο από παιγνιώδη διάθεση δείχνει αυτή η παράθεση εξήντα δύο λόγων που οδηγούν στον ποιητικό δρόμο; Μήπως όλα αυτά συνοψίζονται σε ένα και μόνο, αυτό το αναπόφευκτο της δημιουργίας, αυτή την ώθηση που νιώθει ένας αληθινός ποιητής μη μπορώντας να αναιρέσει μέσα του την ορμή για έκφραση; Ναι, αλλά τότε πώς κάνεις συνοδοιπόρους της πορείας σου τους αναγνώστες της ποίησής σου; Ετούτο το παιχνίδι απαιτεί συμπαίκτες, και αυτοί μόνο κάτω από αυτή την παράθεση των προσωπικών αποτυπωμάτων μπορούν να συμμετέχουν.
Διαβάζοντας τους λόγους που ώθησαν ή και ωθούν διαχρονικά τον συγκεκριμένο ποιητή στη δημιουργία, νιώθεις (ως συμπαίκτης πια) πως ίσως να σε αφορούν και σένα ως αναγνώστη της ποίησης. Έτσι όπως ο ποιητής καθορίζει τα πλαίσια της γραφής του, εσύ ο αναγνώστης, βρισκόμενος στην άλλη πλευρά της σελίδας (την εξωτερική) αρχίζεις να βλέπεις με τα μάτια του ποιητή, αρχίζεις να νιώθεις πως κομμάτια αυτών των εικόνων αποτελούν και όστρακα του δικού σου κόσμου. Και ίσως κάποια αυτά ή κάτι ανάλογο με αυτά είναι που καθιστούν και σένα συμμέτοχο στην υπόθεση της ποίησης. Και κυρίως, αναζητάς στα απαιτητικά  ποιητικά διαβάσματα αυτό που δανείζεται εδώ ο ποιητής από τον Mallarmé:
«la fleur…l’ absente de tous bouquets»

Ο ποιητής καταθέτει τους λόγους που τον κάνουν ποιητή. Και ο αναγνώστης δικαιούται να διαβάζει τους λόγους (ή κάποιους απ’ αυτούς) που τον κάνουν αναγνώστη της ποίησης.

Διώνη Δημητριάδου