Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

"Η όχθη"



Στάθηκε στην όχθη του. Και κοίταζε.
Μια χαρά έβλεπε από εδώ.
Πιο όμορφα από απέναντι, σκέφτηκε, διαφορετικά.
Εδώ είναι οπωσδήποτε καλύτερα.

Όταν πέρασε στην αντίπερα όχθη
στάθηκε και κοίταξε. Απέναντι.
Όμορφα είναι κι από εδώ η θέα, είπε.
Καλύτερα του φάνηκε -ήταν σίγουρος- από απέναντι.

Πέρασε έτσι κάμποσο καιρό περνώντας μια από εδώ μια από εκεί.
Και δεν μπορούσε να αποφασίσει πού ήταν καλύτερα.
Κάθε φορά η όχθη του κέρδιζε στα σημεία.

Στο μεταξύ, το ποτάμι, αδιάφορο, κυλούσε
σιγοτρώγοντας με τα νερά του
πότε τη μια, πότε την άλλη όχθη.

Διώνη Δημητριάδου

(δάσος με ποτάμι και πουλιά, χαρακτικό του Απόστολου Κούστα)