Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Οι οπισθοφύλακες

(με αφορμή μια άποψη του Ιωάννη Συκουτρή)





«Υπάρχουν εποχαί, κατά τας οποίας η διανόησις εκτελεί έργον οπισθοφύλακος. Ακολουθεί εκείνη το ρεύμα της ζωής και επηρεάζετ’ απ’ αυτό. Εκείνο που της δίδει τότε τον χαρακτήρα διανοήσεως και την  ξεχωρίζει από την  απλήν προβολήν επί του πεδίου των εννοιών και των καλλιτεχνικών εικόνων της καθημερινής ζωής εις την βάρβαρον και άμορφον υλικότητά της – και αυτό είναι δια πολλούς η σκέψις  – είναι ότι υψώνεται υπέρ το ρεύμα, δια να επισκοπήση την κατέυθυνσίν του και να το καταδικάση – τόσον μόνον. Κατά βάθος ευρίσκεται εις το περιθώριον της ζωής, εφ’ όσον, ανίκανος να την αλλάξη ή να την εξυψώση, αρνείται και να την υπηρετήση. Την ζωήν  τότε “κατευθύνει” (εις ό, τι “πνευματικόν” θέλει να έχη) όχι ο διανοούμενος, αλλ’ ο δημοσιογράφος, όχι ο υπεύθυνος ηγέτης του έθνους, αλλ’ ο επιτήδειος υπηρέτης του όχλου.»

(Ιωάννης Συκουτρής, «Η ελληνική αρχαιότης και η μεταπολεμική πνευματική ζωή», 1936)

Αυτά γράφει το 1936 ο Ιωάννης Συκουτρής. Και επισημαίνοντας έτσι τον ρόλο του οπισθοφύλακα-διανοούμενου προκαλεί σε κάποιες σκέψεις:

Η οπισθοφυλακή συνιστά κι αυτή μια θέση, είναι  ένας σημαίνων ρόλος, αν φυσικά αποκωδικοποιήσουμε τον όρο που χρησιμοποιεί. Οι φύλακες των καίριων σημείων δυνατόν να μην ευρίσκονται πάντοτε στην πρώτη γραμμή. Η επαγρύπνηση έχει κι αυτή ιδιαίτερη αξία και δύναμη.

Η καταδίκη του ρεύματος που επικρατεί είναι κι αυτή μια θέση/άποψη. Αρκεί να αναλογιστούμε όλους αυτούς που συμπλέουν, για να καταξιώσουμε αυτόν που  έστω μόνο καταδικάζει.

Άρα υπάρχει χώρος για τον διανοούμενο, ακόμη και σε ζοφερές εποχές, να καταδεικνύει με τον λόγο του την αλλαγή πλεύσης. Με έναν λόγο όμως που θα θέσει εξ αρχής την απόσταση από την κυρίαρχη ιδεολογία, που θα αρθρώσει τη διαφωνία του και θα επιπλήξει τους συνοδοιπορούντες με τη φαυλότητα. Που θα ξεσκεπάσει το χαλκευμένο προσωπείο του κάθε επιτήδειου, που κρατώντας τη φωνή του (με τη βοήθεια των μηχανισμών καθοδήγησης) σε πιο ψηλό τόνο από τους άλλους θα τους παρασύρει (σαν κοινό και σαν κοπάδι) πίσω από τον σκόπιμο λόγο του.

Σε εποχές κάπως δυσδιάκριτες ως προς την αληθινή τους εικόνα (αν δούμε τουλάχιστον αυτή την ήπια εκδοχή της πραγματικότητας) είναι απαραίτητες οι καθαρές φωνές, ακόμη κι αν αρκεστούν προς το παρόν σε καταγγελτικό λόγο.

Και μια τελευταία κουβέντα σχετική με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί εδώ ο Συκουτρής. Χαίρομαι που η ελληνική γλώσσα έχει τόσες δυνατότητες, ώστε μετά από τόσα χρόνια και από τόση κακοποίηση των λέξεων ακόμη μπορούμε να διαβάζουμε τις παλαιότερες μορφές της.

Διώνη Δημητριάδου