Σάββατο, 6 Φεβρουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση'

στο βιβλίο της Μαρίας Γιαγιάννου

«Μπαλαντέρ – μια ερωτική εξτραβαγκάντσα»

εκδόσεις Μελάνι





Και να, ένα βιβλίο που δεν μπορείς να το κατατάξεις σε μια κατηγορία. Η ίδια η έκδοση αποφεύγει στο εξώφυλλο να καθοδηγήσει τον αναγνώστη, αφήνοντας τη συγγραφέα να βαφτίσει το κείμενό της: μια ερωτική εξτραβαγκάντσα. Δεχόμενη, λοιπόν, ότι αυτός που γράφει ξέρει καλύτερα τι μας προτείνει να διαβάσουμε, μπαίνω στις σελίδες αυτής της ερωτικής υπερβολής.
Και σκέφτομαι πως είναι μια βουτιά στα βάθη του έρωτα αυτό που επιχειρείται εδώ. Γιατί, αλήθεια, πώς αλλιώς μπορεί να νοηθεί το ερωτικό σμίξιμο παρά σαν μια κίνηση που ξεπερνά τα όρια των συμβάσεων, κάτι σαν ισορροπία στο κενό (εννοείται χωρίς το προστατευτικό δίχτυ), άρα μια υπερβολή, κάτι που βάλλει, χτυπά πάνω και πέρα από τα γήινα και ασφαλή.
Και δεν είπα τη λέξη «χτυπά» τυχαία, καθόσον με το ξεκίνημα η Μαρία Γιαγιάννου έδωσε ένα γερό χτύπημα στον έρωτα και τον θρυμμάτισε. Και να την τώρα, πάνω στα κομμάτια (γυάλινα και κοφτερά) να σκύβει για να τα μαζέψει. Τα βάζει στη σειρά και αρχίζει να τα …διαβάζει.

Είναι αλήθεια, ας το παραδεχτούμε, ότι δεν δίνουμε τόσο μεγάλη σημασία -έτσι πάνω στη φούρια να κατακτηθεί το ποθούμενο- στις λέξεις που αρθρώνονται εκεί στις πρώτες προσπάθειες να επικοινωνήσουμε ερωτικά. Κι όμως! Πόση παρερμηνεία χωράει σ’ αυτά τα αρχικά τα λόγια, πόσα είναι αυτά που μένουν σκοτεινά, μόνο και μόνο γιατί δεν τα ψάξαμε, με την αφελή βεβαιότητα ότι τα καταλάβαμε. Μόνο που ο εκάστοτε άλλος δεν λειτουργεί με τη δική μας σκέψη. Τρέχει περισσότερο ή -σε άλλη εκδοχή- υπολείπεται πολύ απ’ το δικό μας βήμα.
Εδώ, λοιπόν, η συγγραφέας κάνει ξεκάθαρη την πρόθεσή της εξ αρχής, ότι θα προσέξει και θα καθοδηγήσει κι εμάς να προσέξουμε τις λέξεις. Η κάθε λέξη αποκτά βάρος. Είναι η μόνη που ταιριάζει κάθε φορά και δεν βολεύεται καθόλου με τα υποκατάστατα. Με οδηγό αυτές τις λέξεις θα προχωρήσει στο σώμα, το όχημα του έρωτα, το οποίο αντιμετωπίζει σαν ένα τρίτο, ενδιάμεσο των δύο προσώπων.
«στην έλξη του μαγνήτη, στέρνο απέναντι σε στέρνο κινδυνεύουν να ανατιναχθούν. Τα εσωτερικά μου όργανα υφίστανται μια σταδιακή μετατόπιση προς τα εμπρός, προς το μέρος σου· μα εγώ εδώ, σταθερή στο κέλυφός μου, αντιστέκομαι προς τα πίσω, έτσι που ρισκάρω μια ανεπανόρθωτη λόρδωση»
Η ανακάλυψή του πόντο πόντο είναι μια κατάκτηση, απαραίτητη για να προχωρήσει η σχέση. Αποκαλύπτει όλα τα σύνδρομα που ελλοχεύουν στο υποσυνείδητο, έτοιμα να καταπιούν τη μαγεία της επαφής. Η απόλυτη οικειοποίηση αυτού του άλλου σώματος θα καταργήσει την υποθετική τροχοπέδη της λογικής και η πρώτη υπέρβαση θα έχει συντελεστεί. Τώρα πάλι οι λέξεις στο προσκήνιο, θα ξαναβαφτίσουν τα πρόσωπα με νέα ονόματα μοναδικά, κώδικες επικοινωνίας μυστικής. Το σώμα απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού. Γιατί, βέβαια, για παιχνίδι πρόκειται. Το πόσο σκληρό μπορεί να αποβεί αυτό το παιχνίδι για τους παίκτες θα φανεί αργότερα.


Υπάρχει στο μυαλό των εραστών το αύριο ή βρίσκονται αφημένοι σ’ ένα παρόν ατέλειωτο, ασταμάτητο;


«Όλα με σπρώχνουν στο τώρα. Και το αύριο μαζί σου θα είναι πάλι ένα τώρα. Αναγκαστικά θα είναι και λίγο χθες, αλλά θα ήθελα να γλιτώσουμε από τη νοσταλγία. Ή μήπως δεν χρειάζεται; Έχει παραγίνει το κακό με τον διασυρμό της νοσταλγίας. Μήπως τελικά η νοσταλγία δεν είναι πρόβλημα; Για να είμαι ειλικρινής, εγώ ήδη νοσταλγώ το μέλλον όπου θα νοσταλγούμε το παρελθόν, το οποίο δεν είναι άλλο από το σήμερα.»

Ένα παιχνίδι του μυαλού, ένα χάσιμο των χρονικών διαστάσεων ή μήπως μια πραγματικότητα; Κι αυτή η πληρότητα πόσο αγγίζει την ύβρη; Κι αν όντως την αγγίζει, τότε πλανάται κάπου και η πιθανότητα αυτή η υπέρβαση να αποζητά τη τιμωρία της;
Μια τιμωρία θα μπορούσε να λογίζεται ο χωρισμός, με τη συνακόλουθη οργή του, την ανατροπή όλων των φαντασιακών δεδομένων, το ναυάγιο της πλεύσης προς τα άστρα. Κι αυτή η οργή, όμως, πόσο πάθος κρύβει, και αυτό το πάθος πάλι πόσο κοντά στον έρωτα είναι! Ωστόσο τιμωρία, κάτω από μια άλλη οπτική, θα μπορούσε να είναι και η συζυγική συμβατικότητα, η «ελεγχόμενη συζυγικότητα». Εκεί πια, η πτήση προσγειώθηκε με ασφάλεια. Μόνο που αυτό το ασφαλές περιβάλλον καταργεί όλο το αόρατο περίβλημα της σχέσης που κρατούσε τα σώματα λίγο πιο πάνω από το έδαφος.

Κι εδώ σ’ αυτό το σημείο παραμερίζει τις σελίδες του βιβλίου, και με θράσος παρεμβαίνει ο Εμπειρίκος με τον Μεγάλο Ανατολικό του. Από ώρα τον σκεφτόμουν, κάτι στον τρόπο που χειρίζεται το θέμα η συγγραφέας εδώ μου τον θύμιζε, και την κατάλληλη στιγμή πέφτει στο χαρτί ο λόγος του πλέον ερωτικού γραφιά:
«Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως – εξηκολούθησε να σκέπτεται με αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον ‘αίσθημα’ και η λεγομένη ‘ηθική’, θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος και απολύτως παντοδύναμος – όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα ‘μούπες-σούπα’ κι άλλα αηδή κι ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότητα, η εντός του γάμου αγνότης και όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και ματαία ηθικολογία και φιλολογία;» (από το 6ο κεφάλαιο του πρώτου μέρους του βιβλίου Ο Μέγας Ανατολικός του Ανδρέα Εμπειρίκου, Άγρα, 1990)

Κάποιοι αναγνώστες θα θυμηθούν την ανάγνωση του Εμπειρίκου, όταν τότε, το 1990, περιμέναμε πώς και τι να βγουν οι τόμοι του Μεγάλου Ανατολικού (ένας ένας βγαίνανε με αρκετή χρονική απόσταση μεταξύ τους) και όποτε κυκλοφορούσε ο καινούργιος όλο και βλέπαμε περισσότερα χαμογελαστά πρόσωπα στον δρόμο. Όχι, δεν θέλω να παραλληλίσω τα δύο κείμενα, εννοώ απλώς ότι και αυτό το νεότερο βαδίζει στον ίδιο δρόμο. Και εξηγώ: όσο απελευθερώνει ο έρωτας το σώμα και μεταμορφώνει τη συμπεριφορά των προσώπων, άλλο τόσο ο λόγος γύρω από τον έρωτα -έτσι αφημένος, όπως εδώ, σε απόλυτη ελευθερία έκφρασης- σπάει τα δεσμά του μυαλού και αφήνει και τους συνειρμούς ελεύθερους. Γράφοντας με τον τρόπο της η Μαρία Γιαγιάννου σαν να μας προκαλεί να δούμε τον έρωτα από την ασαφή αρχή του μέχρι το πάλι ασαφές τέλος του. Γιατί, αλήθεια, τελειώνει ποτέ αμετάκλητα; Και μας τον δείχνει, με τα κομμάτια του σπασμένα, καλώντας μας να τα πιάσουμε με τα χέρια μας (απώλειες θα υπάρχουν, όπως και πολλά αιματηρά επεισόδια) και να τον συναρμολογήσουμε από την αρχή. Ό,τι είναι θαμπό ας μείνει πίσω. Ό,τι λάμπει ας σωθεί.
Πρέπει να υπάρχει, όμως, κάποιο ‘κλειδί’ σ’ αυτή την περιπέτεια. Αυτό μας το δίνει με τον τίτλο του βιβλίου. Ο μπαλαντέρ. Η φράση μπαλαντέρ, αυτό το σ’ αγαπώ, που άμα σου τύχει στο μοίρασμα
«πρέπει να τον χρησιμοποιήσεις σε καλή μεριά και την κατάλληλη στιγμή. Μη φορτωθείς το σ’ αγαπώ ανείπωτο. Σου δόθηκε προς χρήση».

Ιδού, λοιπόν, η παρτίδα, ανοιχτή σε όλα τα ενδεχόμενα. Και οι μπαλαντέρ, όπως φαίνεται, μπορεί και να είναι πολλοί. Αρκεί να χρησιμοποιηθούν. Μη μας μείνουν στο χέρι και μας κάψουν.
Η ερωτική αυτή εξτραβαγκάντσα μάς πήγε πολύ μακριά και, κυρίως, πολύ ψηλά μας εκσφενδόνισε. Μια συμβουλή: μην αντιμετωπίσετε το κείμενο αυτό σαν να ήταν μια αφήγηση ή μια νουβέλα ή ακόμη και μια ποιητική άσκηση. Δείτε το σαν μια παράσταση θεατρική που άνοιξε μπροστά σας μια σκηνή επικίνδυνη, ωστόσο πολύ δελεαστική για να τη μιμηθείτε. Και προσοχή, όσοι απογειωθείτε με το κείμενο ή με τη συνακόλουθη πραγματικότητα γύρω σας (γιατί ο έρωτας είναι παντού), μην κοιτάξετε κάτω. Σας είναι αρκετός ο ίλιγγος του ύψους. Δεν χρειάζεται να φορτωθείτε και τη σκέψη της πτώσης.

Υ.Γ. ο πίνακας του Richard Colman  Blue vessel, που κοσμεί το εξώφυλλο, επικοινωνεί με το περιεχόμενο του βιβλίου κατά έναν ενδιαφέροντα ειρωνικό τρόπο: όλο αυτό το παράδοξο (συμμετρικό ωστόσο) σύμπλεγμα μοιάζει, κατά τον ζωγράφο, να δικαιολογεί την ύπαρξή του μόνο για να στηρίξει το μπλε αγγείο, που δίνει και τον τίτλο στο έργο.


Διώνη Δημητριάδου