Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

φιλοξενεί ένα διήγημα 

του Δημήτρη Μπούκουρα



«Ο  δράκος»

    



Ο ήλιος λίγο ήθελε για να δύσει πίσω από την Κούλουρη. Τα μαζεμένα σύννεφα έφτιαχναν μια δύση ζωγραφιά. Στον καναπέ καθόταν ο παππούς. Ήταν μια μορφή γερασμένη και θα έλεγε κανείς σε μια στάση αναμονής. Αναμονής γι’ αυτό που δεν θα αργούσε να έρθει. Κάτω στο πάτωμα, ανάμεσα σε ένα σωρό πεταμένα παιχνίδια, τα δύο του εγγονάκια έπαιζαν ένα παιχνίδι πάνω στο καινούργιο τους τάμπλετ. Ο παππούς τα έβλεπε και καμάρωνε. Έβλεπε συγχρόνως και τα τόσα πολλά παιχνίδια που ήταν παρατημένα, αφού το νέο παιχνίδι είχε κατακτήσει τώρα πια τα παιδιά. Στον νου του έφερε τα δικά του παιδικά χρόνια τότε στους δύσκολους καιρούς, που τα παιχνίδια φάνταζαν άπιαστο όνειρο. Τότε που γύριζε στις αλάνες με κείνο το τσέρκι που το τσουλούσε με το δίχαλο, ενώ στο άλλο του χέρι βαστούσε τη φέτα με το βρεγμένο ψωμί το πασπαλισμένο με ζάχαρη. Τώρα τα παιδιά έπαιζαν χτυπώντας πυρετωδώς τα δαχτυλάκια τους πάνω στο μηχάνημα. Κάθε τόσο πάνω στην προσπάθειά τους τραντάζονταν νευρικά. Ο παππούς σηκώθηκε με δυσκολία και τα πλησίασε. Πάνω στην οθόνη είδε κάτι που φάνταζε σαν τέρας. «Και τι είν’  αυτό, βρε παιδιά;» ρώτησε «δράκος;» «Τι δράκος, βρε παππού, τρανσφόρμερ είναι. Άκου δράκος! Τι είναι αυτό πάλι;» «Ο δράκος είναι… ο δράκος είναι… να, θέλετε να σας πω ένα παραμύθι με δράκους;» « Άσε μας τώρα, βρε παππού, να παίξουμε. Δεν θέλουμε παραμύθι».
   Ο γέρος έκανε δυό βήματα πίσω και ξαναβυθίστηκε στον καναπέ. Ο ήλιος είχε πια δύσει βάφοντας τα πάντα κατακόκκινα. Τα εγγονάκια του συνέχιζαν να παίζουν πληκτρολογώντας και φωνάζοντας, ανάλογα με την τροπή που έπαιρνε το παιχνίδι τους πάνω στην οθόνη. Σιγά - σιγά άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα μάτια του παππού  βασίλευαν κι αυτά. Οι φωνές των παιδιών φάνταζαν απόμακρες τώρα, καθώς ένα μικρό σύννεφο ήρθε και τον πήρε και τον μετέφερε, λες κι ήταν κι αυτός ένα μέρος του φανταστικού παιχνιδιού των παιδιών, σε μιαν άλλη εποχή. Μια εποχή χαμένη πια μέσα στην ομίχλη του χρόνου. Και νάτος -τώρα- παιδί κι αυτός στα γόνατα του παππού του.
   «Θα σου πω ένα παραμύθι για μια χώρα μακρινή κι ένα δράκο που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων...»


Δημήτρης Μπούκουρας

(Νικόλαος Γύζης, Το παραμύθι της γιαγιάς)

(Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στη δημοσιογραφική σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια στην εφημερίδα  «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα τη δημοσιογραφική του καριέρα, αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες  ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γεια σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και  «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το αυτοβιογραφικό  αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που ετοιμάζεται να εκδοθεί.Ποιήματά του, καθώς και διηγήματα, έχουν βραβευτεί σε αντίστοιχους διαγωνισμούς.)