Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

«Μόνα Λίζα»
  




Με το φως του ήλιου να δίνει τις απαραίτητες φωτοσκιάσεις, να το ξέρετε, τα πρόσωπα αναδεικνύονται. Γίνονται περισσότερο εμφανείς οι εσώτερες διεργασίες που λάμβαναν χώρα την ακριβή στιγμή της απόδοσης της εικόνας με τον χρωστήρα μου. Θεωρούσα δεδομένο, βέβαια, ότι κατόρθωνα πάντα να αιχμαλωτίζω αυτή την ιδιαίτερη αίσθηση και να την παραδίδω πλέον στην αιωνιότητα. Ηδονή αξεπέραστη, ίσως πιο μεγάλη απ’ όλες, ακόμη κι απ’ αυτή της πραγματικής επαφής με το ποθητό πρόσωπο. Ναι, η γνώση της απόλυτης επικοινωνίας μέσω της τέχνης με όλους τους άλλους -τους οπωσδήποτε άσχετους με το δικό μου δράμα της δημιουργίας- μου έδινε από τη μια την απόλαυση της επιτέλεσης του έργου αλλά και από την άλλη το έναυσμα για μια ελπιδοφόρα συνέχεια.
Μόνο που έπρεπε κάθε φορά να έχω την ευτυχία να συναντώ αυτό ακριβώς το πρόσωπο που θα άξιζε να αποδοθεί με τη δική μου ακρίβεια, στις γραμμές και στα χρώματα, όσο και με τη φαντασία, την τόσο απαραίτητη για το τελικό, θείο αποτέλεσμα.  Έψαχνα παντού το τέλειο μοντέλο, το δούλευα πολύ, όταν το έβρισκα, το εξαντλούσα, θα μπορούσα να πω. Είναι αλήθεια ότι κάποια μοντέλα μου με μίσησαν, μεταφέροντας στο πρόσωπό μου όλο το βάρος που αναπόφευκτα δημιουργεί η τέχνη στους εργάτες της. Δεν έφταιγα εγώ στην πραγματικότητα. Η ανάγκη της ολοκλήρωσης της εικόνας που είχα στο μυαλό μου και, κυρίως, αυτή η εσωτερική μου ανάγκη για τελειότητα με οδηγούσαν συχνά σε σχεδόν βάναυση συμπεριφορά προς τις ταλαίπωρες αυτές μορφές που έστηνα απέναντί μου. Δεν είχα, έτσι, αποκτήσει καλό όνομα. Αν κανείς ρώταγε τη γνώμη των μοντέλων μου για την αξία μου, θα αναρωτιόταν τι αλήθεια ήταν αυτό που με έκανε τόσο διάσημο. Πράγματι ήταν η τέχνη μου ή μήπως οι ιδιοτροπίες μου και η κάπως σαδιστική μου συμπεριφορά; Πάντως οι πίνακές μου γνώριζαν μεγάλη αποδοχή από ένα εξαιρετικά απαιτητικό κοινό, όπως αυτό των μεγάλων εκθέσεων, που διοργάνωνα κάθε φορά που είχα έτοιμο ένα ικανό αριθμό έργων.

Η πιο δημιουργική μου περίοδος ήταν όταν το κρύο άρχιζε να γίνεται περισσότερο αισθητό και η ανάγκη για ζέστη και θαλπωρή στο σπίτι μεγαλύτερη. Εγώ, βέβαια, τον πιο πολύ καιρό τον περνούσα στο εργαστήριο παλεύοντας με τις εικόνες που έφτιαχνα με τη φαντασία μου, πριν τις αποδώσω στους καμβάδες μου. Όταν κάποτε καταλάβαινα ότι είχα φτάσει σε κάποιο σημείο ικανοποιητικό τη δουλειά μου, επέτρεπα στον εαυτό μου να χαρεί λίγη από τη ζεστασιά του υπόλοιπου σπιτιού. Για κάποιο περίεργο λόγο δεν μπορούσα να αποδώσω το ίδιο, όταν ο καιρός ζέσταινε και ο κόσμος ξεμύτιζε πιο εύκολα από τα σπίτια. Εγώ χρειαζόμουνα μουντές εικόνες γύρω μου -μέσα μου καλύτερα θα έλεγα αλλά αυτό ήταν μια μάλλον παγιωμένη κατάσταση- για να καταφέρω να βγάλω προς τα έξω τα σώψυχά μου.
Τέλος πάντων. Όπως είπα ήδη δεν ήμουνα πάντα τυχερός στην ανακάλυψη των κατάλληλων προσώπων. Όλο και πιο δύσκολα πια συναντούσα τη μορφή που μπορούσε να με συγκινήσει. Το τελευταίο διάστημα δούλευα για καιρό κάποιο πορτραίτο αλλά διαρκώς έμενα ανικανοποίητος από το αποτέλεσμα. Στην αρχή νόμιζα ότι έφταιγε το μοντέλο μου. Ίσως δεν το είχα επιλέξει με τα σωστά, τα δικά μου κριτήρια. Το θέμα δεν είναι να έχω μπροστά μου κάποιο πρόσωπο και να το ζωγραφίζω· η ουσία βρίσκεται αλλού. Να είναι το ιδανικό πρόσωπο, αυτό που θα καταφέρει να μου εμπνεύσει την αληθινή δημιουργία. Να φτάσω την τελειότητα. Το πρόσωπο, λοιπόν, που είχα απέναντί μου, δεν θα κατόρθωνε ποτέ να με οδηγήσει σ’ αυτό που ονειρευόμουνα. Να δημιουργήσω τη δική μου μοναδική γυναικεία μορφή, να γεννήσω πρόσωπο και προσωπικότητα μαζί. Περισσότερο βαριεστημένα στηνόταν απέναντί μου, αφήνοντάς με να υποθέσω ότι το μυαλό της αλλού βρισκόταν εκείνη την ώρα. Φυσικά δεν έχω την απαίτηση να συμμερίζεται το μοντέλο μου τη δική μου σκέψη (πώς θα ήταν αυτό δυνατόν άλλωστε) και ούτε τρέφω την ψευδαίσθηση ότι την ώρα που με κοιτάζει αντιλαμβάνεται πως εγώ δεν κάνω απλώς τη δουλειά μου με την πεζότητα και τη ρουτίνα ενός γραφιά, ας πούμε. Τουλάχιστον θα ήθελανα μην μου δείχνει με τόση κυνικότητα την πλήρη αδιαφορία της για το έργο μου. Ρομαντισμός; Ίσως, αλλά έτσι μόνο μπορώ να δουλεύω.
Ήταν η πολλοστή φορά που προσπάθησα όλα αυτά να τα βάλω στη άκρη και να αποτελειώσω το πορτραίτο, και ήταν για άλλη μια φορά η αποτυχία. Κατάφερνα να αποδώσω στον καμβά ακριβώς αυτό που έβλεπα. Ένα κενό ενδιαφέροντος πρόσωπο. Και ως προς την ικανότητά μου να αποδίδω πιστά την εικόνα, όλα καλά. Αλλά εδώ το θέμα ήταν η τέχνη και όχι η απομίμηση. Τότε στο μυαλό μου άρχισε να γυρνάει μια άλλη σκέψη, εφιαλτική. Αν δεν έφταιγε το μοντέλο αλλά εγώ; Αν είχα πλησιάσει το νεκρό σημείο όπου η έμπνευση σταματά; Γιατί, αλήθεια, δεν κατόρθωνα να υπερβώ αυτό που έβλεπα απέναντί μου και να περάσω στη δημιουργική φάση του έργου μου, εκεί όπου η φαντασία πια του καλλιτέχνη ανάγεται πιο πάνω από την πεζή αφορμή της;
Τα παράτησα και βγήκα από το σπίτι.

Οδηγούσα χωρίς να έχω κάποιο ιδιαίτερο  προορισμό, μόνο και μόνο για να ξεφύγω από αυτό που έκανα πριν λίγο. Αν είναι κάτι που πάντα φοβόμουν ήταν η στιγμή που θα ένιωθα ότι προδίδω την τέχνη μου αναλώνοντας τον εαυτό μου σε διεκπεραίωση κάποιας ανιαρής δουλειάς. Και τώρα αισθανόμουν ότι είχα φτάσει πολύ κοντά σ’ αυτό το σημείο.
Πρέπει να είχα απομακρυνθεί αρκετά από τη γειτονιά μου και βρισκόμουν τώρα σε δρόμους γνωστούς, βέβαια, αλλά από καιρό ξεχασμένους. Είχα χρόνια να περάσω από δω. Άρχισα να μετράω και μπερδεύτηκα. Πρέπει να ήταν πάνω από τριάντα σίγουρα. Είδα την ταμπέλα του δρόμου που βρισκόμουν τώρα. Γνωστός κι αυτός. Αν δεν με απατούσε η μνήμη μου λίγο πιο κάτω ήταν μια ταβέρνα, από κείνες τις παλιές, που όλο και πιο σπάνια πια συναντάς στην πόλη. Πράγματι, ανάμεσα σε δύο πολυκατοικίες, που δεν μου θύμιζαν τίποτε απολύτως, την είδα. Φαινόταν πολύ μικρή, έτσι όπως στενευόταν κολλητά στα δύο κτήρια. Αλλά ήμουν σίγουρος. Ήταν αυτή.

Μόλις μπήκα μέσα, το σκηνικό που αντίκρισα από τη μια μου θύμισε κάτι, από την άλλη πάλι σαν να είχαν αλλάξει όλα. Κάθισα στο πιο γωνιακό τραπέζι και κοίταξα γύρω μου. Ήταν νωρίς. Δεν υπήρχε άλλος πελάτης εκτός από μένα. Στο παλληκάρι που πλησίασε για την παραγγελία ζήτησα για αρχή λίγο κρασί. Άρχισα σιγά σιγά να θυμάμαι. Ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας ήταν ο Τάκης (ή μήπως τον λέγαν Τάσο) και μαζί του είχε τη γυναίκα του (δεν θυμόμουν το δικό της όνομα), είχε και δυο μικρά παιδιά. Οικογενειακή ταβέρνα με μικρή αυλή για το καλοκαίρι και σχετικά μεγάλη αίθουσα για τον χειμώνα. Από τη θέση μου μπορούσα να δω όλους τους τοίχους. Δεν θυμόμουν τότε να ήταν ζωγραφισμένοι, πάντως τώρα ήταν βαμμένοι σε ώχρα και ο ένας απ’ αυτούς είχε στην άκρη του μια ζωγραφιά. Κάτι σαν δέντρο, με κάπως αφηρημένο στυλ, και από πάνω ένας κατακίτρινος ήλιος. Η ζωγραφιά δεν έπιανε όλο τον τοίχο. Ίσως δεν την είχαν τελειώσει, δεν ξέρω.
Ήρθε το κρασί μου, δοκίμασα και το βρήκα αρκετά του γούστου μου. Μπορεί τα τελευταία χρόνια να σύχναζα σε τελείως διαφορετικούς χώρους και η γεύση μου να είχε αλωθεί από ποικίλα οινοπνεύματα, αλλά η αίσθηση που μου γεννά το καλό κρασί μάλλον δεν με είχε εγκαταλείψει. Έγνεψα επιδοκιμαστικά στον νεαρό. «Καλό το κρασί σου». «Ευχαριστώ. Το φτιάχνουμε εμείς, δηλαδή ο πατέρας μου» είπε.
«Ο κυρ Τάκης;» τόλμησα.
«Τάσο τον λένε».
«Ναι μπράβο, δίκιο έχεις, μπερδεύτηκα. Είναι που έχω πάρα πολλά χρόνια να έρθω εδώ. Εσένα πώς σε λένε;»
«Νικόλα. Πόσα χρόνια έχετε να περάσετε από δω
 «Πάρα πολλά. Να σκεφτείς ότι τότε, αν θυμάμαι καλά, ήσουνα πολύ μικρός, και η αδελφή σου σχεδόν μωρό».

Με το κρασί και με κάτι μεζέδες που μου έφερε ο Νικόλας πέρναγε η ώρα και είχα αρχίσει ελαφρώς να ζαλίζομαι. Κάθε τόσο κοίταζα τον τοίχο απέναντι, ιδίως εκείνο τον περίεργο ήλιο. Σαν να μου φαινόταν τώρα πιο λαμπερό το χρώμα του. Σίγουρα θα έφταιγε ο φωτισμός. Είχαν ανάψει περισσότερα φώτα στην αίθουσα, μια που και περισσότερες συντροφιές καθόντουσαν πια στα τραπέζια. Ο τρόπος που πέφτει το φως (τεχνητό ή φυσικό χωρίς διαφορά) δίνει μια άλλη διάσταση στις ζωγραφιές, ως γνωστόν. Έτσι μια απλή εικόνα μπορεί αίφνης να σου δώσει την εντύπωση ενός μεγάλου έργου. Μου ήρθε να γελάσω, καθώς έπιασα τον εαυτό μου να στοχάζεται για τη φωτοσκίαση μέσα σε μια ταβέρνα, με λίγο κρασί και μεζέ μπροστά μου. Δηλαδή, τι πίστευα; Θα έβρισκα εδώ αυτό που γύρευα; Ή μήπως έβλεπα ξαφνικά τον εαυτό μου σαν τον Χορν, στον ρόλο του φτωχού ζωγράφου, που αναγκασμένος από την ανέχεια ζωγράφιζε στους τοίχους μιας ταβέρνας μεγάλα, λαμπερά φεγγάρια; Αλίμονο! Ήμουν σωστός και στις δύο εκδοχές.
Τη σκέψη μου τη διέκοψε το άνοιγμα της πόρτας. Η γυναίκα που μπήκε έφερε μαζί της και κάτι από το κρύο και τον αέρα του έξω κόσμου. Κατευθύνθηκε βιαστικά προς την κουζίνα και δεν την έβλεπα πια. Άκουγα μόνο κουβέντες μισές, κάτι σαν δικαιολογίες, προφανώς για την αργοπορία της. Θα ήταν ίσως μαγείρισσα ή λαντζέρισσα, σερβιτόρα μήπως; Τι σημασία είχε; Η αλήθεια είναι ότι κάτω από άλλες συνθήκες δεν θα της είχα ρίξει δεύτερη ματιά. Ας πούμε, αν την είχα συναντήσει στον δρόμο ή σε κάποια παρέα. Εδώ, όμως, θες γιατί το μυαλό μου είχε λίγο θολώσει, θες γιατί ήμουνα πολύ μόνος, περισσότερο ίσως γιατί ο ήλιος από απέναντι μου χαμογελούσε τώρα ολοστρόγγυλος και λαμπερός (σίγουρα κυρίως γι’ αυτό τον λόγο) σηκώθηκα και πλησίασα στην ανοιχτή πόρτα της κουζίνας κρατώντας το άδειο μισόκιλο στο χέρι.  «Θα ήθελα λίγο κρασί ακόμη, αν είναι εύκολο», είπα, ψάχνοντας με το βλέμμα να δω το πρόσωπό της. Αντί γι’ αυτήν, όμως, μου απάντησε ο Νικόλας. Πήρε το άδειο μισόκιλο και πηγαίνοντας πίσω από τον πάγκο μού το γέμισε πάλι. Την ώρα που το πήρα στο χέρι μου, εκείνη γύρισε και με κοίταξε.

         Μήνες μετά τη βραδιά εκείνη στην ταβέρνα θα ήταν ψέμα να πω ότι η ζωή μου ήταν πια η ίδια.
         Θα μπορούσα να μιλήσω με πολλές λεπτομέρειες για τα πρόσωπα που όλα τα χρόνια της δουλειάς μου είχα ζωγραφίσει, για όλα αυτά που με είχαν συγκινήσει -το καθένα για τον δικό του λόγο- ακόμη θα μου ήταν ιδιαίτερα εύκολο να θυμηθώ ζωγραφιές άλλων που με είχαν γοητεύσει και ζήλευα που δεν είχαν βγει από το δικό μου χέρι. Πρόσωπα με όλα τα χαρακτηριστικά τους ξεχωριστά, άλλα πάλι με μόνο ένα ιδιαίτερο στολίδι πάνω τους, ικανό εντούτοις να σε κάνει να τα προσέξεις. Η γυναίκα αυτή δεν έμοιαζε με κανένα από αυτά. Ένα κανονικό στις αναλογίες του πρόσωπο, αρκετά ταλαιπωρημένο, κουρασμένο σίγουρα αλλά με κάτι παραπάνω από μια περιστασιακή κούραση. Θα μπορούσα να πω ότι έμοιαζε να κουβαλάει όλα της τα χρόνια και όλα όσα είχε συναντήσει στη ζωή της πάνω σ’ αυτό το πρόσωπο. Αυτό, φυσικά, δεν είναι κάτι ασυνήθιστο, συμβαίνει σε όλους η ζωή να αφήνει τα σημάδια της πάνω μας. Αλλά το βλέμμα της! Δεν είχα συναντήσει ποτέ ως τότε  μάτια που να σε κοιτάζουν και να σου μεταδίδουν όλη τη φωτιά που σιγόκαιγε πίσω τους. Προσπαθούσα κοιτάζοντάς την  να διαβάσω τον μέσα κόσμο της, να δω, να κατανοήσω τι ήταν αυτό που, ενώ το ήξερα πως υπήρχε εκεί μέσα και ζέσταινε την ψυχή της, δεν έφτανε στην επιφάνεια να σπάσει τον φλοιό και να εκφραστεί.
Κάθε φορά που καθόμουν απέναντί της με όλα μου τα σύνεργα, έτοιμος να δημιουργήσω, ένιωθα σαν να είχε ανοίξει ένα παράθυρο στον ουρανό και μου έριχνε αυτό το απόκοσμο, εξωανθρώπινο φως, ικανό να με ωθήσει σε απίθανους κόσμους έμπνευσης. Να με ανεβάσει μαζί της πολλά επίπεδα πάνω από τις μέχρι τότε δημιουργίες μου, να με οδηγήσει στην τέλεια μορφή, που πάντα αναζητούσα. Αυτή δεν διαμαρτυρόταν ποτέ, δεν έδειχνε να κουράζεται, έπαιρνε συγκαταβατικά όλες τις στάσεις που της ζητούσα. Το τέλειο μοντέλο!
         Όλα τα δεχόταν, γιατί είχα δεχθεί τον μοναδικό της όρο. Μπορούσα να φτιάξω όσα πορτραίτα της ήθελα, αλλά ένα θα έπρεπε να το ζωγραφίσω πάνω στον τοίχο της ταβέρνας, εκεί δίπλα στον ήλιο, που τότε είχε τραβήξει την προσοχή μου. Μυστήριο. Δεν μου ήταν δυνατόν να κατανοήσω γιατί ήθελε να απαθανατιστεί η μορφή της σε μια, αν όχι άθλια πάντως πολύ υποτονική και χωρίς καθόλου έμπνευση, ζωγραφιά στον τοίχο μιας ταβέρνας. Δεν μπήκε στον κόπο να μου εξηγήσει, κι εγώ δεν επέμεινα. Σεβάστηκα τον όρο της.
         Όταν ήρθε η ώρα της τελευταίας ζωγραφιάς, αυτής που έπρεπε να ζωγραφίσω πάνω στον τοίχο, νομίζω πως είχα πια εξαντλήσει όλη μου την έμπνευση και τη μαεστρία στις άλλες που είχα φτιάξει στο ατελιέ μου. Τι άλλο θα μπορούσε να με συγκινήσει σ’ αυτή τη μορφή;
         …
Το κρύο είχε πια υποχωρήσει κι έτσι η πόρτα της ταβέρνας έμενε ανοιχτή αφήνοντας ένα ελαφρύ αεράκι να μπαίνει και να δροσίζει τον χώρο. Η άνοιξη σε λίγο θα ήταν γεγονός. Εμένα αυτή η εποχή, όπως είπα, δεν μου άρεσε ποτέ. Τώρα, όμως, η διάθεσή μου είχε αλλάξει. Ήμουν έτοιμος να συμφιλιωθώ με την αλλαγή των εποχών, που στο τέλος τέλος δεν μου έκανε και κανένα κακό. Το απόγευμα, που ξεκινήσαμε το πορτραίτο πάνω στον τοίχο, αυτή δεν μίλαγε καθόλου. Άκουσε προσεκτικά τις υποδείξεις μου, πήρε την κατάλληλη πόζα, και αρχίσαμε. Σκέφτηκα πως, αφού η ήδη υπάρχουσα ζωγραφιά ήταν κάπως αφηρημένη, θα μπορούσα κι εγώ να δημιουργήσω κάτι πιο σουρεαλιστικό, δηλαδή να φτιάξω το κεφάλι σε πρώτο επίπεδο, πιο μεγάλο σε διαστάσεις, σε μισή στροφή για να κοιτάζει προς τον ήλιο, χωρίς να με ενδιαφέρει ούτε η προοπτική αλλά ούτε και η ρεαλιστική απόδοση του προσώπου σε σχέση με το τοπίο. Ελεύθερη εικόνα. Έτσι το ένιωσα, έτσι το ξεκίνησα.
Θα είχα ήδη προχωρήσει αρκετά, όταν χρειάστηκε να της μιλήσω, γιατί μου φάνηκε ότι κάπως είχε αποκλίνει από τη στάση που ήθελα. Δεν μου απάντησε, ίσα που μετακινήθηκε λίγο. Πάλι κάτι δεν μου άρεσε. Στη δεύτερη υπόδειξή μου γύρισε λίγο προς εμένα το κεφάλι της. Και τότε είδα κάτι που τόσο καιρό δεν είχα φανταστεί ότι μπορούσε να συμβεί. Είχε δακρύσει. Σχεδόν έκλαιγε. Όλο το διάστημα που δουλεύαμε τα πορτραίτα της δεν είχε δείξει την παραμικρή ευαισθησία, δεν άφηνε καμία αμφιβολία ότι ήταν απούσα από το σώμα της. Σαν να μην είχε αισθήματα, να μην την ενδιέφερε τίποτε. Τυφλή υπακοή στις εντολές μου. Και τώρα αυτό! Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Μου είχε τύχει και άλλη φορά το μοντέλο μου να κλάψει, αλλά ο λόγος ήταν πάντοτε η πίεση που ασκούσα στην προσπάθειά μου να βρω την πιο καλή στιγμή για τη ζωγραφική μου απεικόνιση. Τώρα δεν είχα φανεί καθόλου πιεστικός, ίσα ίσα ήμουν ήρεμος και πιο πολύ θα μπορούσα να πω ότι διεκπεραίωνα μια ζωγραφιά παρά δημιουργούσα. Το είπα ξανά. Το όλο σκηνικό δεν με ωθούσε σε ιδιαίτερα εμπνευσμένο έργο. Πριν καλά καλά αποφασίσω πώς να το χειριστώ, «ας σταματήσουμε, σε παρακαλώ» ψέλλισε. «Δεν μπορώ να συνεχίσω».
Όλες τις επόμενες μέρες, μέχρι να τελειώσω τη ζωγραφιά στον τοίχο, οι ώρες της δουλειάς κυλούσαν αργά. Διακόπταμε συχνά, καθόμαστε αντικριστά, κάναμε τσιγάρο, πίναμε λίγο κρασί (καμιά φορά και περισσότερο) και πιάναμε την κουβέντα. Η γυναίκα με το βαθύ βλέμμα μού άνοιγε όλο και πιο πολύ την ψυχή της. Αγνοούσαμε τις ματιές που μας έριχνε ο Νικόλας, τα σχόλια του κυρ Τάσου για το τι στην ευχή κάναμε και τι σόι ζωγραφιά θα έβγαινε τελικά. Είχα τελείως αφοσιωθεί στην εξερεύνηση του κόσμου αυτής της περίεργης γυναίκας, που τόσο αναπάντεχα είχε μπει στη ζωή μου (και στην τέχνη μου) αλλά και τόσο απρόσμενα μου είχε ξεκλειδώσει τα μυστικά της.

Η Λίζα (αυτό ήταν το όνομά της) δούλευε τα τελευταία χρόνια στην ταβέρνα, κουζίνα και λάντζα, μια δουλειά που είχε βρει λίγο μετά που έχασε την πραγματική της επαγγελματική ασχολία. Ήταν για χρόνια υπάλληλος σε συνοικιακό βιβλιοπωλείο, αλλά  κάποιοι λανθασμένοι υπολογισμοί και χειρισμοί του αφεντικού της αυτόν τον είχαν οδηγήσει στη χρεοκοπία και αυτήν την έριξαν στην ανεργία. Πάλι καλά που βρέθηκε και αυτή η -προσωρινή αρχικά, μόνιμη πια- απασχόληση στην ταβέρνα του Τάσου. Εδώ είχε βρει ένα φιλικό περιβάλλον, ταυτόχρονα φαγητό και στέγη, αφού εδώ έτρωγε αλλά και κοιμόταν σε περισσευούμενο δωμάτιο του σπιτιού. Δεν σκεφτόταν πλέον τίποτε καλύτερο, γιατί είχε χάσει πια κάθε ελπίδα για άλλη δουλειά με την κρίση που προέκυψε. Εδώ το έφερε και η τύχη να τη συναντήσω εγώ με τα δικά μου αδιέξοδα και τις δικές μου έγνοιες, εδώ σ’ αυτό το τελείως λαϊκό σκηνικό συντύχαμε έτσι απέναντι, αυτή να ποζάρει κι εγώ να απαθανατίζω τη μορφή της πάνω σ’ ένα τοίχο, με φόντο έναν ήλιο που μας έκαιγε, όπως φαίνεται, και τους δύο.
Έτσι κι έγινε. Και το πρόσωπό της, μια στάλα γυρισμένο προς τον ήλιο, με μια δόση απόστασης από την πραγματικότητα, ολοκλήρωσε τη ζωγραφιά, την αρχινισμένη λίγα χρόνια πριν. Τότε που ένας ερασιτέχνης ζωγράφος θέλησε να αποδώσει το πρόσωπο της αγαπημένης του στον τοίχο της ταβέρνας, μέσα σε σκηνικό φωτισμένο από έναν ήλιο τεράστιο, όσο και ο έρωτάς του γι’ αυτήν. Κι εκείνη είχε δεχθεί, όχι γιατί της άρεσε να ποζάρει αλλά γιατί της το είχε ζητήσει με τόσο πάθος αλλά και γιατί ήθελε κι αυτή να κάνει κάτι για να τον ευχαριστήσει. Μόνο που η ζωγραφιά δεν ήταν γραφτό να ολοκληρωθεί τότε, όπως άλλωστε δεν ολοκληρώθηκε και τίποτε άλλο απ’ αυτά που ονειρεύονταν. Μόνο το τοπίο πρόλαβε να τελειώσει ο ζωγράφος της, προτού συναντήσει κι αυτός την τύχη του πάνω σε έναν άλλο τοίχο (οικοδομής αυτός) οδηγώντας μεθυσμένος την XT Γιαμάχα του. Κι αυτή απόμεινε να κοιτάζει τη μισοτελειωμένη εικόνα, απ’ την οποία έλειπε το πρόσωπό της.

Στο έργο μου χωρίζω δυο εποχές. Το πριν και το μετά. Πριν ήταν που κοίταζα αλλιώς. Έψαχνα την έμπνευσή μου κοιτάζοντας τα πρόσωπα με την επιφάνειά τους, χωρίς να αναζητώ το υπόστρωμα που κρυβόταν κάτω από τα χαρακτηριστικά του προσώπου, που περιστασιακά μου έκανε για τον πίνακά μου, χωρίς να ενδιαφέρομαι για τη μέσα όψη. Κι όμως, αυτό το κατάλαβα μετά, δεν έφταιγαν τα μοντέλα μου, όταν εγώ αδυνατούσα να βρω την τέλεια εικόνα. Εγώ ήμουν λάθος. Εγώ έβλεπα με λοξή ματιά, κι έτσι δεν μπορούσα να βρω τη χαρά της δημιουργίας. Έπρεπε να ανακαλύψω την αλήθεια (τη δική μου και κατ’ επέκταση του έργου μου) σε ένα απλό πρόσωπο, σε μια παλιά ταβέρνα, με αφορμή μια μισοτελειωμένη ζωγραφιά σ’ έναν τοίχο. Έστω κι έτσι όμως.
Τη Λίζα δεν την ξαναείδα. Όταν τελείωσαν όλα τα έργα μου με τη μορφή της, νιώσαμε ότι τα είχαμε πει όλα. Ίσως μακριά από τη ζωγραφική μου, χωρίς τη συγκυρία που μας έφερε κοντά, τα πράγματα να ήταν αλλιώς. Και αυτό δεν το θέλαμε και οι δύο. Ας έμενε, λοιπόν, εκεί.
Την άλλη βδομάδα εκθέτω τα νέα μου έργα σε γνωστή γκαλερί. Κυρίως προσωπογραφίες, όπως άλλωστε σε όλες τις εκθέσεις μου. Φυσικά ανάμεσά τους, ξεχωριστή ενότητα, τα πρόσωπα της Λίζας. Όλα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους αλλά και με μια ομοιότητα, που τα κάνει ταυτόχρονα να διαφέρουν από κάθε άλλη μου δουλειά. Έχουν αυτό που απουσιάζει από τα υπόλοιπα, άρτια από καλλιτεχνική άποψη. Έχουν ψυχή.
Και φυσικά σκοπεύω να ξαφνιάσω με την παρατήρηση που θα συνοδεύει το έργο «Πρόσωπο της Λίζας, έργο ν.20». Δεν βρίσκεται εδώ. Θα το βρείτε στον τοίχο μιας συνοικιακής ταβέρνας, εκεί που κανονικά ανήκει.



Διώνη Δημητριάδου
(από τη συλλογή διηγημάτων "Τα κοινά και τα ιδιωτικά", εκδόσεις Νοών)


(εικόνα: Η Jeanne Hebuterne, μούσα του Modigliani)