Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

«America versus America»



Ο λόγος της γενιάς των μπήτνικ ακόμη σήμερα επίκαιρος, (εβδομήντα χρόνια μετά) με αυτό το πρώιμο γραπτό του Jack Kerouac (χαμένο για δεκαετίες, τώρα ευτυχώς τυπωμένο) αλλά και η μουσική του Benny Goodman μας δίνουν άλλη μια αφορμή να πούμε πως υπήρχε, υπάρχει και φυσικά θα υπάρχει και μια άλλη Αμερική. Δεν ακούγεται η φωνή της συχνά, όταν όμως την προσέξετε, θα δείτε τη δύναμη που κρύβεται μέσα της.

« “Η Αμερική δεν είναι η ίδια πια· δεν είναι καν Αμερική”. Ο κ. Μάρτιν τράβηξε μια ρουφηξιά από το πούρο του κουνώντας το κεφάλι οργισμένα και τελεσίδικα. “Βόθρος έχει γίνει για τις πιο παρακατιανές ράτσες απ’ την άλλη μεριά. Η Αμερική δεν είναι πια Αμερική. Άμα είσαι λευκός δεν μπορείς πια να βγεις στο δρόμο, να πας σ’ ένα εστιατόριο, ή να κάνεις τις δουλειές σου, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις δηλαδή, χωρίς αν είσαι αναγκασμένος να έχεις γύρω σου αυτούς τους βρωμιάρηδες απ’ την άλλη μεριά”.
Ο Πίτερ άπλωσε το χέρι του στο κουμπί του ραδιοφώνου για να δυναμώσει ένα δίσκο του Μπένι Γκούντμαν που είχε μόλις ξεκινήσει. Συγκράτησε την παρόρμησή του να ανακοινώσει δυνατά τον τίτλο του τραγουδιού· αν βρισκόταν σε κάποιο μαγαζί, θα το είχε φωνάξει με περηφάνια, για να δείξει τις γνώσεις του στη τζαζ.»
(Jack Kerouac, «Η στοιχειωμένη ζωή», εκδόσεις Πλέθρον, σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη)

Κι έτσι στις σελίδες του Κέρουακ συντελείται αυτή η πολιτισμική σύγκρουση: από τη μια ο ξενοφοβικός λόγος του πατέρα να ανακαλύπτει την απειλή για την κατάρρευση της χώρας του στους έγχρωμους και ξένους, και από την άλλη ο βασιλιάς του σουίνγκ να εισβάλλει για να κονιορτοποιήσει με τη δύναμη της ανατρεπτικής μουσικής του αλλά και της αντιρατσιστικής του θέσης κάθε ανοησία που μόλις εκστομίστηκε, δείχνοντας πως ένας άλλος κόσμος βγαίνει στο προσκήνιο με τη δική του πρόταση πολιτισμού. Ποιος έχει τώρα γεμίσει με τον ήχο του το δωμάτιο;

Υ.Γ. Ο Kerouac δεν κατονομάζει ποιος δίσκος του Benny Goodman άλλαξε το σκηνικό και ανέτρεψε τις ισορροπίες στο παραπάνω απόσπασμα. Αυθαιρέτως, λοιπόν, επιλέγω το αγαπημένο «sing, sing, sing».


Διώνη Δημητριάδου