Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2016

Ο "Τσε" και οι "τσε"





Ξεθωριάζουν οι αλήθειες, καταργούνται οι ιδεολογίες και αραχνιάζουν τα πιο δυνατά όπλα. Όχι όταν παύουν να ζουν αυτοί που με την πίστη τους άνοιξαν δρόμους πάνω από χορταριασμένα κι αδιάβατα μέρη. Παρά μόνο όταν αυτόκλητοι ηγέτες θάρρεψαν πως όλο τούτο εύκολα γίνεται και πάσχισαν να πείσουν τους υπόλοιπους πως αξίζει να αποθέσουν πάνω τους κάθε ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
Και να που καμιά φορά η λογοτεχνία βάζει τα γυαλιά στις πολιτικές τοποθετήσεις, και με μια περιγραφή έρχεται να δώσει την απόλυτη εικόνα αυτών των «τσε», έτσι με μικρό το αρχικό τους γράμμα, αν τέλος πάντων η σημειολογία έχει κάποια αξία ακόμη.

Εδώ κάποιο απόσπασμα από τη νουβέλα της Γιάννας Λάμπρου «Φιμωμένος θυμός», από τις Μικρές εκδόσεις. Περιγράφει τον αρχισυνδικαλιστή  Ιούλιο, τον επονομαζόμενο «Τσε»:

«μιλούσε για δικαιώματα εργαζομένων και εκμετάλλευση της πλουτοκρατίας, για –ισμούς και άλλες απαρχαιωμένες και δοκιμασμένες ενεχυριάσεις του ανθρώπου
…Αυτοί οι θεωρητικοί…αμείλικτοι ανθρωπιστές είχαν ποτέ αγαπηθεί;».

«Όμως δεν ήταν ιδιαίτερα κακός ο Ιούλιος. Ήταν απλώς ένας απ’ όλους, άλλος το πρωί, άλλος το βράδυ. Μια εκμηδενισμένη μάσκα που κραύγαζε να είναι στη σκηνή, άλλοτε συρόμενος και καλοθελητής, άλλοτε επαναστατημένος. Χωρίς εγγενή ή συγγενή προσόντα. Με αυξημένο το ένστικτο του καιροσκοπισμού και της αυτοσυντήρησης. Με έξοχα εκπαιδευμένο το κριτήριο της ανάγνωσης στα μάτια των σκηνοθετών του βαθμού της ανάγκης τους για κολακεία και εξαγορά. Κι αυτός με τη διαίσθησή του της δουλοπρέπειας προχωρούσε στη σχεδόν αυτόματη εκπόρνευση. Κάποτε για να νιώθει δυνατός με την εξουσία του, του μυρμηγκιού που ενοχλεί στο πέλμα ακόμη κι έναν γίγαντα, κάποτε για να νιώθει αρεστός – γιατί άλλα όπλα δεν κάτεχε –, κάποτε γιατί φοβόταν ό, τι θα τάραζε την απέραντη νάρκη του…Καμιά φορά τρύπωνε η μαύρη συνείδηση και του ‘δειχνε πως υπήρχαν κι άλλοι δρόμοι. Το σκέπαζε το σαράκι γιατί δεν χρειάζεται να ‘σαι περήφανος, δεν άγει πουθενά η οδός της ευσέβειας. Έθαβε το μαχαίρι της αλήθειας. Ξεχνούσε εύκολα ο Τσε.»