Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση' στην ποιητική συλλογή

«Χρώμα αύριο» 

της Μαρίας Σκουρολιάκου

(αυτοέκδοση που τυπώθηκε από τον «Λαμιακό τύπο»)






«Άνοιξη καρφωμένη στο σταυρό
μες στο θλιμμένο πίνακα του Ελ Γκρέκο»

Σ’ αυτό το τραγικό οξύμωρο των δύο παραπάνω στίχων ενσωματώνεται όλο το νόημα της ποίησης της Μαρίας Σκουρολιάκου. Ενώ έχεις την αίσθηση, καθώς εισχωρείς στον κόσμο της, ότι κατακλύζεσαι από χρώματα και λέξεις -έναν πλούτο ποιητικών σχηματισμών- όσο προχωρείς βλέπεις την άλλη όψη της ποιητικής εικόνας. Μια προσγείωση σε τοπίο που κρύβει πόνο βαθύ και βιωμένο πένθος. Θεωρώ πως είναι η τέχνη της ποιήτριας που ξεδιπλώνει έτσι σιγά σιγά τα υλικά του σκηνικού της μπροστά στον αναγνώστη της. Ένα ξάφνιασμα, που σε οδηγεί όλο και πιο βαθιά στην ουσία των στίχων της.
Δεν θα μπορούσε άλλωστε το ποίημα να γραφεί χωρίς αυτή την αίσθηση του πόνου που γεννά η πραγματικότητα του κόσμου αλλά και η εσωτερίκευση των ζοφερών εικόνων του, ώσπου να γίνουν κομμάτι του ποιητικού υποκειμένου, και από κει και πέρα να μετουσιωθούν στο βαθύτερο νόημα των στίχων.

«περπάτησε στις φτωχογειτονιές, που έχουνε φώτα μάτια παιδικά κι οι δρόμοι ανηφορίζουνε τη στέρηση»

Εδώ, στα ποιήματα της συλλογής «Χρώμα αύριο» έχουμε σελίδα τη σελίδα ένα ταξίδι από το φως το σκοτάδι και πάλι στο φως. Ένα ταξίδι με προορισμό μια Ιθάκη που όλο προσεγγίζεται και όλο απομακρύνεται.

«Μ’ έναν ψαλμό του όρθρου δεκαπεντασύλλαβο
εξαγνισμένη στην οδύνη η αγάπη
ρίχνει χρησμό στης γης το δίστρατο
κι όλο επιστρέφει ο Οδυσσέας στην Ιθάκη»

Η ποιήτρια ρίχνει το βλέμμα της στον άνθρωπο που πάσχει δίπλα της, τον κυνηγημένο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη. Με μια φωνή απαιτητική απέναντι σε όποια δύναμη θα μπορούσε να βοηθήσει να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Δεν μένει στον πόνο που γεννούν οι εικόνες. Εδώ χρειάζονται λύσεις.

«Και μη μου λες για εικόνες που δακρύζουν.
Για κείνα τα ματάκια που στεγνώνουνε στην έρημο
κανένα θαύμα έχεις;»

Ο πόνος, όμως,  βρίσκεται παντού, μια βιωμένη απώλεια πάντα θα στοχεύει το πρόσκαιρο του ανθρώπου και θα καταργεί την αυταπάτη της αιωνιότητας.

«Ερχόμαστε βαθιά, απ’ τα ίδια σώματα
με τα μαλλιά πλεγμένα Οδύσσεια.
Εδώ η αυγή και το νερό κι η λάσπη.
Κι ο θάνατος ακάλεστος, απάλευτος
όπου πεινάει, στέκει και θερίζει.»

Και είναι εδώ, μέσα σ’ αυτό το τοπίο, που  αναδεικνύεται ο ρόλος του ποιητή, όπως και κάθε ευαισθητοποιημένου ανθρώπου.  Η ποιήτρια θα του θυμίσει το δικό του μερίδιο ευθύνης.

«Μην κοιμηθείς, μη ξεχαστείς
κι αποτελειώσει ο κόσμος»

Να μιλήσει, να ουρλιάξει αν είναι απαραίτητο

«κομματιασμένες λέξεις σαν γυαλιά
ουρλιάζουνε ποιήματα»,

γιατί γύρω υπάρχει

«Ήλιος ψυχρός
κι ο θάνατος ολόκληρος
μέχρι το τελικό του σίγμα»



Ωστόσο, οι άλλοι, οι ξένοι της οδύνης, πόσο βαραίνουν με την αδιαφορία τους ή με την προσποιητή συμπαράστασή τους τον άνθρωπο που πάσχει! Αυτό θα μπορούσε να νοηθεί και ως σχόλιο της ποιήτριας προς τους αναγνώστες, που πάντα μια απόσταση θα έχουν από το ποίημα, όσο κι αν προσπαθούν να το προσπελάσουν. Στην καλύτερη εκδοχή θα το «οικειοποιηθούν», δίνοντας τη δική τους ερμηνεία. Μόνο που αυτή ποτέ δεν θα είναι αυτή του δημιουργού.  Τότε ο ποιητής αφήνεται στη μοναξιά του. Όσο μάχιμη κι αν είναι η ποιητική φωνή, όσο πλατιά κι αν γίνεται η προτεινόμενη εικόνα

«Μέσα σου και στην Οικουμένη, ο κόσμος ένας.
Ανάμεσα λύκοι που ανελέητα πεινούν.
Και συ, που να μη γίνεις η τροφή τους.»

πρέπει να συμπαρασύρει στην αλήθεια της και τους υπόλοιπους.

Κι έρχομαι στα φωτεινά περάσματα της ποίησης της Μαρίας Σκουρολιάκου. Ένα εξώφυλλο χρωματιστό με το φωτεινό κόκκινο της εικόνας και του τίτλου να κυριαρχεί. Και η έκπληξη: διχρωμία στις σελίδες, πάλι το κόκκινο να δίνει με την παρουσία του μια νότα διαφορετική. Ένα κόκκινο που χρωματίζει τα ποιήματα παραπέμποντας πότε στην αγάπη, στον έρωτα, στην άνοιξη αλλά και, συχνά, στο αίμα και στον θάνατο. Χρώμα θέλει και στον τίτλο η ποιήτρια «Χρώμα αύριο» δίνοντας έτσι το μέγιστο έναυσμα για την αισιοδοξία. Αν όλα γύρω σκοτεινιάζουν, αν μπερδεύεται η άνοιξη με λουλούδια Επιταφίου, τότε η ελπίδα αφήνεται στο αύριο, που μας χρωστάει να γίνει καλύτερο, με χρώματα πιο λαμπερά. Τελικά, αυτά τα ποιήματα με -κάποιο τρόπο- καταφέρνουν να δώσουν αυτή τη νότα αισιοδοξίας, σαν ένα παράθυρο που η ποιήτρια ανοίγει και μας αφήνει να κοιτάξουμε ένα αύριο καλύτερο.

Διώνη Δημητριάδου